Βιογραφία
Η Έμελιν Πάνκχερστ (Emmeline Pankhurst, (15 Ιουλίου 1858 - 14 Ιουνίου 1928) ήταν Βρετανίδα πολιτική ακτιβίστρια για τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εκχώρηση ψήφου στη γυναίκα από το ανδροκρατούμενο πολιτικό σύστημα της Βρετανίας, παραμένει ωστόσο αμφισβητούμενο πρόσωπο καθώς χρησιμοποίησε μέχρι και τρομοκρατικές μεθόδους. Η Emmeline Goulden όπως ήταν το πατρικό της, γεννήθηκε σε προάστιο του Μάντσεστερ, μέσα σε πολυμελή εργατική οικογένεια δέκα παιδιών. Οι γονείς της ήταν μαχητικοί ακτιβιστές, τα κορίτσια τους ωστόσο τα προετοίμαζαν για γάμο, γεγονός που δεν ικανοποιούσε την Έμιλι. Πήγε στο Παρίσι για εκπαίδευση όπου ήρθε σε επαφή με τα γυναικεία κινήματα της εποχής. Επιστρέφοντας στο Μάντσεστερ, παντρεύτηκε το 1878, σε ηλικία 20 ετών, τον κατά 24 χρόνια μεγαλύτερό της δικηγόρο Ρίτσαρντ Πάνκχερστ, ο οποίος αποδείχτηκε υποστηρικτής του κινήματος των γυναικών. Μαζί απέκτησαν 5 παιδιά. Παρά τις υποχρεώσεις στο νοικοκυριό και τα 5 παιδιά της, η Έμιλι έβρισκε χρόνο να ασχοληθεί με τα δημόσια πράγματα. Από το 1880 ασχολήθηκε ενεργά με το κίνημα των σουφραζέτων (γυναίκες που ζητούσαν πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα) ενώ ήρθε σε ρήξη με το κομμάτι του γυναικείου κινήματος που διεκδικούσε ψήφο μόνο για τις παντρεμένες, ισχυριζόμενη ότι όλες οι γυναίκες όφειλαν να έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν στα κοινά.Το 1898 πέθανε ο άνδρας της ο οποίος στεκόταν πάντα στο πλευρό της, κι ο χαμός του θα την αφήσει σε κατάσταση σοκ. Όταν συνήλθε, κλιμάκωσε τις δράσεις της και το 1903 δημιούργησε την μαχητική οργάνωση Women's Social and Political Union (WSPU), έχοντας συνειδητοποιήσει ότι μέσω της ειρηνικής δράσης η φωνή της γυναίκας δεν έφτανε στο βρετανικό κοινοβούλιο. Κάτω από την καθοδήγησή της, μια παθιασμένη ομάδα γυναικών ανέλαβε δραστικά μέτρα, όπως μαζικές διαδηλώσεις και κυκλοφορία δικής τους εφημερίδας στην πρώτη φάση και κατόπιν «τρομοκρατικά» χτυπήματα, όπως σπάσιμο παραθύρων σε κτίρια σημασίας, συνθήματα στους τοίχους, προπηλακισμούς αστυνομικών, ευθείες αντιπαραθέσεις με ομάδες αντρών μέχρι που η δράση κλιμακώθηκε με εμπρησμούς κτηρίων. Η Πάνκχερστ υπερασπιζόταν τις παράνομες δράσεις τους ως εξής: «Η κατάσταση του φύλου μας είναι τόσο αξιοθρήνητη που είναι καθήκον μας να παραβούμε τον νόμο για να κάνουμε τον κόσμο να καταλάβει τον λόγο που το κάνουμε». Θα συλληφθεί για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 1908, όταν προσπάθησε να μπει στη βουλή για να επιδώσει ψήφισμα, και τα επόμενα χρόνια θα συλληφθεί ακόμη 7 φορές. Σε μια από τις δίκες της είπε στον δικαστή: «Δεν είμαστε εδώ γιατί παραβαίνουμε τους νόμους. Είμαστε εδώ για να φτιάξουμε τους νόμους».
Η Πάνκερχστ αφοσιώθηκε ολόψυχα στο κίνημα, πουλώντας το σπίτι και τα υπάρχοντά της και ξεκινώντας να ζει σχεδόν νομαδικά, πηγαίνοντας από μέρος σε μέρος για να οργανώσει τις γυναίκες και να προωθήσει τα αιτήματά τους. Έμενε σε φιλικά σπίτια και ξενοδοχεία, ενώ έβαλε και τις 3 κόρες της στον αγώνα. Το ξέσπασμα του πολέμου το 1914 θα έκανε την Έμιλι Πάνκχερστ να κηρύξει προσωρινή «εκεχειρία», θεωρώντας ότι η γερμανική απειλή ήταν τρομακτικότερη από την έλλειψη δημοκρατίας: «Τι νόημα έχει να πολεμάς για ψήφο αν δεν έχεις χώρα για να ψηφίσεις;», θα πει. Η κυβέρνηση, ως ένδειξη καλής θελήσεως, απελευθέρωσε τις φυλακισμένες σουφραζέτες. Κατά την διάρκεια του πολέμου οι γυναίκες θα αναγκάζονταν να εργαστούν μαζικά στα εργοστάσια και θα έκαναν πολλές «ανδρικές» δουλειές, όπως οδηγοί λεωφορείων και ταχυδρόμοι, καταρρίπτοντας το στερεότυπο για τη διάκριση των φύλων. Με το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου λοιπόν, είχαν ωριμάσει οι συνθύκες και εκχωρήθηκε στις Βρετανίδες άνω των 30 ετών το πολυπόθητο δικαίωμα ψήφου. Το 1926 η Πάνκερχστ θα εξέπληττε τους πάντες όταν θα προσχωρούσε στο Συντηρητικό Κόμμα και δύο χρόνια αργότερα θα κατέβαινε στις εκλογές ως υποψήφια με τους Συντηρητικούς. Η υγεία της όμως δεν ήταν καλή και πέθανε στις 14 Ιουνίου του 1928, την ίδια χρονιά κατά την οποία εκχωρήθηκαν στις γυναίκες της Βρετανίας ίσα πολιτικά δικαιώματα με τους άντρες.