Βιογραφία
Ο Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε (1844–1900) ήταν Γερμανός φιλόσοφος, κλασικός φιλόλογος, ποιητής και συγγραφέας, και μία από τις σημαντικότερες μορφές της νεότερης ευρωπαϊκής φιλοσοφίας. Γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1844 στο Ρέκεν, ένα μικρό χωριό της πρωσικής επαρχίας της Σαξονίας. Ο πατέρας του, Καρλ Λούντβιχ Νίτσε, ήταν λουθηρανός πάστορας. Πέθανε το 1849, όταν ο Φρίντριχ ήταν μόλις τεσσάρων ετών, και έναν χρόνο αργότερα πέθανε και ο μικρότερος αδελφός του. Η οικογένεια μετακόμισε τότε στο Νάουμπουργκ, όπου ο Νίτσε μεγάλωσε μαζί με τη μητέρα του, την αδελφή του Ελίζαμπετ, τη γιαγιά του και δύο θείες του.Από μικρός έδειξε ιδιαίτερη κλίση στη μουσική, την ποίηση και τις κλασικές σπουδές. Το 1858 εισήχθη στη φημισμένη Σχολή Πφόρτα, όπου μελέτησε σε βάθος την αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία. Αργότερα σπούδασε κλασική φιλολογία και για ένα σύντομο διάστημα θεολογία στο Πανεπιστήμιο της Βόννης, προτού συνεχίσει τις σπουδές του στη Λειψία. Εκεί ήρθε σε επαφή με τη φιλοσοφία του Άρθουρ Σοπενχάουερ, η οποία άσκησε μεγάλη επίδραση στην πρώιμη σκέψη του.
Το 1869, σε ηλικία μόλις είκοσι τεσσάρων ετών και πριν ακόμη ολοκληρώσει διδακτορική διατριβή, διορίστηκε καθηγητής κλασικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας. Στην Ελβετία συνδέθηκε στενά με τον συνθέτη Ρίχαρντ Βάγκνερ, τον οποίο αρχικά θαύμαζε ως ανανεωτή του γερμανικού πολιτισμού. Η σχέση τους όμως σταδιακά διαλύθηκε, καθώς ο Νίτσε απομακρύνθηκε από τον εθνικισμό, τον αντισημιτισμό και τη θρησκευτική κατεύθυνση που διέκρινε στον κύκλο του Βάγκνερ.
Κατά τον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870–1871 υπηρέτησε για μικρό χρονικό διάστημα ως νοσοκόμος και τραυματιοφορέας. Η υγεία του, που ήταν ήδη εύθραυστη, επιδεινώθηκε στα επόμενα χρόνια. Υπέφερε από έντονους πονοκεφάλους, προβλήματα όρασης και σοβαρές πεπτικές διαταραχές. Το 1879 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει οριστικά τη θέση του στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας.
Τα επόμενα χρόνια έζησε σχεδόν ως περιπλανώμενος συγγραφέας, περνώντας μεγάλα διαστήματα στην Ελβετία, την Ιταλία και τη νότια Γαλλία, αναζητώντας ένα κλίμα που θα ανακούφιζε τα προβλήματα της υγείας του. Παρά τις δυσκολίες, αυτή υπήρξε η δημιουργικότερη περίοδος της ζωής του. Έγραψε έργα όπως «Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο», «Αυγή», «Η χαρούμενη επιστήμη», «Τάδε έφη Ζαρατούστρα», «Πέρα από το καλό και το κακό», «Η γενεαλογία της ηθικής», «Το λυκόφως των ειδώλων» και «Ο Αντίχριστος».
Η φιλοσοφία του αμφισβήτησε πολλές από τις κυρίαρχες αντιλήψεις της εποχής του για τη θρησκεία, την ηθική, την αλήθεια και τον άνθρωπο. Στα έργα του εμφανίζονται έννοιες όπως ο «θάνατος του Θεού», ο Υπεράνθρωπος, η αιώνια επιστροφή, η βούληση για δύναμη και η διάκριση ανάμεσα στην ηθική των κυρίων και την ηθική των δούλων.
Τον Ιανουάριο του 1889, ενώ βρισκόταν στο Τορίνο, ο Νίτσε υπέστη σοβαρή ψυχική κατάρρευση από την οποία δεν επανήλθε ποτέ. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπό τη φροντίδα αρχικά της μητέρας του και, μετά τον θάνατό της το 1897, της αδελφής του Ελίζαμπετ. Πέθανε στις 25 Αυγούστου 1900 στη Βαϊμάρη, σε ηλικία πενήντα πέντε ετών.