Βιογραφία
Η **Περλ Μπακ** (πατρικό όνομα **Σάιντενστρίκερ**) ήταν Αμερικανίδα συγγραφέας και πολιτική ακτιβίστρια, η οποία τιμήθηκε με το **Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας** το 1938. Οι γονείς της ήταν ιεραπόστολοι στην Κίνα και επέστρεψαν στη Βιρτζίνια για να γεννηθεί η Περλ, στις 26 Ιουνίου 1892. Όταν έγινε τριών μηνών, την πήραν μαζί τους στην Κίνα, όπου μεγάλωσε μαθαίνοντας αγγλικά από τη μητέρα της και κινέζικα από δάσκαλο στο σπίτι. Από το 1911 έως το 1914 σπούδασε σε γυναικείο κολέγιο στη Βιρτζίνια και αμέσως μετά επέστρεψε στην Κίνα για να εργαστεί ως πρεσβυτεριανή ιεραπόστολος, θέση από την οποία παραιτήθηκε αργότερα, καθώς ήρθε σε σύγκρουση με τις φονταμενταλιστικές αντιλήψεις της ιεραποστολής. Το 1917 παντρεύτηκε τον **Τζον Λόσινγκ Μπακ**, Αμερικανό οικονομολόγο με ειδίκευση στην αγροτική οικονομία, και τα επόμενα χρόνια εργάστηκαν και οι δύο ως πανεπιστημιακοί καθηγητές στην Κίνα. Το 1920 απέκτησαν μία κόρη, η οποία έπασχε από μεταβολικό νόσημα που της προκάλεσε πνευματική αναπηρία. Για την εμπειρία αυτή έγραψε αργότερα το βιβλίο **«Το παιδί που δε μεγάλωσε ποτέ»**. Το 1921 πέθανε η μητέρα της και το 1924 ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ. Το 1925 υιοθέτησαν ένα κοριτσάκι και επέστρεψαν στην Κίνα. Το 1927 η κατάσταση στην Κίνα ήταν ιδιαίτερα έκρυθμη και, στις συγκρούσεις μεταξύ εθνικιστών και κομμουνιστών, σκοτώθηκαν πολλοί Δυτικοί. Η οικογένεια Μπακ γλίτωσε την τελευταία στιγμή, καθώς τους έκρυψε μια φτωχή κινεζική οικογένεια, όμως το σπίτι τους λεηλατήθηκε. Παρέμειναν στην Ασία για μερικά ακόμη χρόνια, ώσπου εγκαταστάθηκαν οριστικά στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1934. Την ίδια χρονιά η Περλ Μπακ χώρισε και παντρεύτηκε τον εκδότη της, **Ρίτσαρντ Τζ. Γουόλς**, με τον οποίο έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της στην Πενσιλβάνια.Στα δεκάδες βιβλία της, η Περλ Μπακ περιέγραψε τις προσωπικές της εμπειρίες, αλλά και τις κοινωνικές και πολιτικές της απόψεις. Έγραψε για τη ζωή στην Κίνα αντιπαραβάλλοντάς την με τη ζωή στη Δύση, καταφέρνοντας να διατηρήσει μια αξιοσημείωτη ισορροπία και προβάλλοντας την άποψη ότι κάθε πολιτισμός έχει κάτι να διδάξει στον άλλον και ότι κανένας δεν είναι εγγενώς ανώτερος ή κατώτερος. Παράλληλα, έγραψε εναντίον του ρατσισμού, των φυλετικών διακρίσεων και του πολέμου, ενώ συνέγραψε βιογραφίες των γονιών της, έργα σχετικά με την ιεραποστολική δράση και βιβλία για τις υιοθεσίες. Σε μια εποχή που ελάχιστοι ήταν πρόθυμοι να υιοθετήσουν παιδιά ασιατικής καταγωγής, ίδρυσε την πρώτη διεθνή υπηρεσία διαφυλετικών υιοθεσιών. Επιπλέον, κατήγγειλε την πρακτική Αμερικανών στρατιωτών να εγκαταλείπουν παιδιά που αποκτούσαν στις ασιατικές χώρες όπου υπηρετούσαν, καθώς τα παιδιά αυτά συχνά απορρίπτονταν από τις τοπικές κοινωνίες και οι μητέρες τους στιγματίζονταν. Κατά την Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα, η Μπακ χαρακτηρίστηκε ανεπιθύμητη ως «πολιτιστική ιμπεριαλίστρια» και της απαγορεύτηκε η είσοδος στη χώρα. Η απόφαση αυτή της προκάλεσε μεγάλη θλίψη, καθώς θεωρούσε την Κίνα πατρίδα της. Ως τελευταία επιθυμία, ζήτησε στο μνήμα της να χαραχθεί το όνομά της στα κινεζικά. Πέθανε στις 6 Μαρτίου 1973 από καρκίνο του πνεύμονα.