Έκτωρ Μαλό ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Ο μικρός ήρωας του βιβλίου μαθαίνει στα 8 του χρόνια ότι η γυναίκα που τον μεγάλωσε δεν είναι μάνα του, την επομένη ο πατριός του τον διώχνει από το σπίτι, οπότε ο μικρός ξεκινάει μια περιπέτεια γεμάτη βάσανα και δυσάρεστες ανατροπές.

Έκτωρ Μαλό

ΧΩΡΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

(τα πρώτα 2 κεφάλαια)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Στο χωριό
Είμαι παιδί έκθετο. Μα ως τα οχτώ μου χρόνια θαρρούσα, όπως όλα τα παιδιά, πως είχα μητέρα. Γιατί, όταν έκλαιγα, υπήρχε μια γυναίκα που μ' έσφιγγε τόσο γλυκά στην αγκαλιά της, με κουνούσε και τα δάκρυά μου δεν τρέχανε πια. Δεν πλάγιαζα ποτέ στο κρεβάτι μου, δίχως να έρθει μια γυναίκα να με φιλήσει. Κι όταν ο άνεμος, το Δεκέμβρη, κολλούσε το χιόνι στ' ασπρισμένα τζάμια, μου έπαιρνε τα πόδια στα δυο της χέρια, κι απέμενε να μου τα ζεσταίνει, μ' ένα τραγούδι στα χείλη της. Ακόμα και τώρα ξαναβρίσκω στη θύμησή μου το σκοπό του και μερικά λόγια.

Όταν έβοσκα την αγελάδα μας στους χορταριασμένους δρόμους ή στα ρείκια και μ' έβρισκε καμιά μπόρα, έτρεχε μπροστά μου και με ανάγκαζε να φυλαχτώ κάτω απ' τη μάλλινη φούστα της, που μου την έριχνε στοργικά πάνω στο κεφάλι και στους ώμους μου. Για όλα αυτά και για άλλα πολλά ακόμα, από τον τρόπο που μου μίλαγε, από τον τρόπο που με κοίταζε, από τα χάδια και τα γλυκά της μαλώματα, πίστευα πως εκείνη ήταν η μάνα μου.

Να πώς έμαθα πως ήταν η παραμάνα μου.

Το χωριό μου ή, για να μιλήσω πιο σωστά, το χωριό όπου ανατράφηκα, γιατί δεν είχα δικό μου χωριό, δεν είχα τόπο που να γεννήθηκα, μήτε πατέρα και μητέρα, το χωριό λοιπόν όπου πέρασα τα πρώτα παιδικά μου χρόνια το λένε Σαβανόν. Είναι από τα πιο φτωχά, στην κεντρική Γαλλία. Στις άκρες κάποιου μικρού ποταμού που χάνει τα τρεχούμενα νερά του σ' έναν παραπόταμο του Λίγηρα βρίσκεται το σπίτι όπου πέρασα τα παιδικά μου χρόνια.

Ως τα οχτώ μου, δεν είχα δει ποτέ άντρα μέσα σ' εκεί νο το σπίτι. Ωστόσο, η μάνα μου, η κυρα-Μπαρμπερέν, δεν ήτανε χήρα, μα ο άντρας της λατόμος, όπως και πολλοί άλλοι εργάτες από την περιφέρεια, και δούλευε στο Παρίσι. Δεν είχε ξαναγυρίσει στο χωριό από τότε που ήμουνα σε ηλικία να βλέπω και να καταλαβαίνω τι με τριγύριζε. Μόνο από καιρό σε καιρό έστελνε ειδήσεις του με κάποιο συνάδελφό του, που γύριζε στο χωριό.

Κάποτε όμως ήρθαν άσχημα νέα απ' το Παρίσι. Ο Μπαρμπερέν είχε χτυπήσει και βρισκόταν στο νοσοκομείο. Παραλίγο να γίνει λιώμα από τις σκαλωσιές που είχανε πέσει. Και, καθώς είχαν αποδείξει πως δεν έπρεπε να βρίσκεται στον τόπο όπου χτύπησε, ο εργολάβος αρνιόταν να του πληρώσει αποζημίωση. Ο Μπαρμπερέν ζητούσε χρήματα, γιατί λογάριαζε να κάνει δίκη στον εργολάβο, μια και είχε χτυπήσει στη δουλειά του.

Κυλήσανε μέρες, βδομάδες. Από καιρό σε καιρό φτάνανε γράμματα κι όλα ζητούσανε ολοένα και περισσότερα λεφτά. Έπρεπε να πουληθεί η αγελάδα για να βρεθούνε. Μονάχα όσοι έχουνε ζήσει στην εξοχή μαζί με τους χωριάτες ξέρουνε τι απελπισίες και τι πόνοι κρύβονται μέσα σε τούτες τις λίγες λέξεις: «να πουληθεί η αγελάδα».

Ήρθε στο σπίτι ένας έμπορας. Κι αφού εξέτασε την Κοκκινούλα, αφού την ψαχούλεψε κουνώντας το κεφάλι με ύφος δυσαρεστημένο, αφού είπε και ξαναείπε εκατό φορές πως δεν του έκανε καθόλου, στο τέλος είπε πως θα την έπαιρνε από καλοσύνη, για χάρη της κυράς Μπαρμπερέν, που ήτανε καλή γυναίκα.

Πάει το γάλα, πάει το βούτυρο. Το πρωί, ένα κομμάτι ψωμί. Το βράδυ, πατάτες με αλάτι. Έφτασε λοιπόν η Αποκριά, σε μικρό διάστημα αφότου είχαμε πουλήσει την Κοκκινούλα. Την περασμένη χρονιά, την Αποκριά, η κυρα-Μπαρμπερέν είχε ετοιμάσει σωστό τσιμπούσι, με τηγανίτες γεμιστές και με λουκουμάδες. Όμως, τότε είχαμε την Κοκκινούλα. Αυτή μας είχε χαρίσει το γάλα για να λιώσουμε το ζυμάρι και το βούτυρο για το τηγάνισμα.

Μα φέτος η κυρα-Μπαρμπερέν μού φύλαγε μια έκπλη ξη. Μόλο που δε δανειζόταν, είχε ζητήσει ένα φλιτζάνι γάλα από μια γειτόνισσά μας, ένα κομμάτι βούτυρο από μια άλλη, κι όταν γύρισα κατά το μεσημέρι, τη βρήκα να ρίχνει αλεύρι σε μια μεγάλη πήλινη λεκάνη.

Ετοίμαζε τηγανίτες! Αχ, τι όμορφη στ' αλήθεια μυρωδιά! Μας γαργαλούσε τόσο ευχάριστα τον ουρανίσκο. Είχαμε τόσο καιρό να τη νιώσουμε στα ρουθούνια μας... Μα και τι χαρούμενη μουσική έβγαινε από εκείνα τα τσιτσιρίσματα και τα σφυρίγματα του βουτύρου. Ωστόσο, μόλο που με απορροφούσε εκείνη η μουσική, μου φάνηκε πως άκουσα βήματα στην αυλή. Ποιος να ερχόταν άραγε να μας ενοχλήσει εκείνη την ώρα;

Ένα μπαστούνι ακούστηκε στο κατώφλι και ύστερα άνοιξε απότομα η πόρτα.

— Ποιος είναι; ρώτησε η κυρα-Μπαρμπερέν, δίχως να γυρίσει την πλάτη.

Ένας άντρας είχε μπει μέσα. Το φως που έπεσε πάνω του, καθώς έμπαινε, μας τον έδειξε ντυμένο με άσπρη μπλούζα και με χοντρό μπαστούνι στο χέρι.

– Γλέντι έχετε λοιπόν εδώ; Μην ενοχλείστε! είπε τραχιά. — Αχ, Θεέ μου! ξεφώνισε η κυρα-Μπαρμπερέν, απιθώ νοντας το τηγάνι της κάτω. Εσύ είσαι, Ζερόμ;

Και παίρνοντάς με απ' το χέρι, μ' έσπρωξε προς τον άνθρωπο που είχε σταθεί στο κατώφλι.

– Είναι ο πατέρας σου!

Ο θετός πατέρας

Ζύγωσα να τον φιλήσω με τη σειρά μου, εκείνος όμως με την άκρη του μπαστουνιού του με σταμάτησε:

– Ποιος είναι τούτος εδώ;

– Είναι ο Ρεμί.

– Μου είχες πει...

– Ε, να, μα... δεν ήταν αλήθεια, αφού...

- Α! Δεν ήταν αλήθεια, δεν ήταν αλήθεια! Έκανε μερικά βήματα προς το μέρος μου, με το μπαστούνι σηκωμένο, κι εγώ αποτραβήχτηκα. Τι είχα κάνει; Για τί εκείνη η υποδοχή, τη στιγμή που πήγαινα να τον φιλήσω;

— Γλεντούσατε, βλέπω. Τι έχεις για δείπνο;

– Έφτιαχνα τηγανίτες.

– Το βλέπω. Μα δε θα ταΐσεις δα με τηγανίτες έναν άνθρωπο που ήρθε ποδαράτος δέκα λεύγες.

– Δεν έχω τίποτ' άλλο. Δε σε περιμέναμε.

– Πώς τίποτα; Τίποτα δεν έχεις να φάμε;

Σήκωσε τα μάτια στο ταβάνι, κι έδειξε κάτι πλεξίδες σκόρδα και κρεμμύδια που κρεμόντουσαν.

–Να, κρεμμύδι, είπε, ρίχνοντας μια πλεξίδα με το ραβδί του. Με τέσσερα πέντε κρεμμύδια κι ένα κομμάτι βούτυρο θα 'χουμε μια ωραία σούπα. Βγάλε την τηγανίτα σου και τηγάνισέ μου τα κρεμμύδια στο τηγάνι.

Να βγάλει τις τηγανίτες από το τηγάνι! Η κυρα Μπαρμπερέν δε διαμαρτυρήθηκε. Απεναντίας, βιάστηκε να κάνει αυτό που γύρεψε ο άντρας της. Εγώ δεν τολμούσα να το κουνήσω από τη θέση μου και, ακουμπισμένος στο τραπέζι, τον κοιτούσα.

Ήταν καμιά πενηνταριά χρονών, με τραχύ πρόσωπο, με σκληρό ύφος από το χτύπημα που είχε φάει. Έγερνε πολύ το κεφάλι, στον δεξιό του ώμο, και τούτη η παραμόρφωση έκανε την όψη του αγριωπή. Δεν είχα ποτέ μου αναρωτηθεί ξεκάθαρα τι ήταν ένας πατέρας. Αλλά κοιτάζοντας αυτόν, που μου έπεφτε από τον ουρανό, ένιωσα δυνατό φόβο και πόνο. Ήθελα να τον φιλήσω κι αυτός με έσπρωξε με την άκρη του μπαστουνιού του. Γιατί;

– Αντί να στέκεσαι ασάλευτος σαν το κούτσουρο, μου είπε, βάλε πιάτα στο τραπέζι.

Βιάστηκα να το κάνω. Η σούπα ήταν έτοιμη, η κυρα Μπαρμπερέν τη σερβίρισε στα πιάτα. Ήρθε κι αυτός να καθίσει στο τραπέζι κι άρχισε να τρώει, σταματώντας πού και πού για να με κοιτάξει. Ήμουνα τόσο τρομαγμένος, τόσο ανήσυχος, που δεν μπορούσα να φάω. Τον κοιτούσα κι εγώ, μα στα κλεφτά.

–Λοιπόν, δεν πεινάς; με ρώτησε. Τράβα να πλαγιάσεις και κοίτα να κοιμηθείς γρήγορα, αλλιώς θα θυμώσω.

Βιάστηκα να πλαγιάσω, μα όσο για να κοιμηθώ, αυτό ήταν άλλη υπόθεση. Ο ύπνος δεν ερχόταν. Ύστερα από κάμποση ώρα, ούτε και ήξερα πόση, ένιωσα να ζυγώνει κάποιος στο κρεβάτι μου. Από το αργό, σερνάμενο και βαρύ πάτημα, γνώρισα μεμιάς πως ήταν η κυρα Μπαρμπερέν. Μια ανάσα ζεστή πέρασε στα μαλλιά μου.

Κοιμάσαι; ρώτησε με πνιγμένη φωνή.

Δεν έπρεπε ν' απαντήσω.

–Κοιμάται, είπε η κυρα-Μπαρμπερέν. Μόλις πλαγιάσει, τον παίρνει ο ύπνος. Είναι το συνήθειό του. Μπορείς να μιλήσεις άφοβα. Δεν ακούει... Τι γίνεται με τη δίκη σου; τον ρώτησε.

—Την έχασα. Το δικαστήριο έβγαλε απόφαση πως έφταιξα εγώ που βρέθηκα κάτω απ' τις σκαλωσιές και πως ο εργολάβος δε μου χρωστάει τίποτα...

Χτύπησε δυνατά τη γροθιά του στο τραπέζι και βάλθηκε να βλαστημάει φρενιασμένος.

— Την έχασα τη δίκη, ξαναείπε. Πάνε τα λεφτουδάκια μας! Είμαι σακάτης! Πλάκωσε δυστυχία! Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, γυρίζοντας εδώ, βρίσκω ένα παιδί. Θα μου εξηγήσεις γιατί δεν έκανες ό,τι σου είπα;

– Γιατί δεν μπορούσα.

– Δεν μπόρεσες να το πας στα έκθετα

– Δεν παρατάς έτσι ένα παιδί που το βύζαξες με το γάλα σου και τ’ αγαπάς.

– Δεν ήτανε παιδί σου.

–Πάνω που έλεγα να κάνω αυτό που ήθελες, το μικρό αρρώστησε. Δεν ήτανε βέβαια κατάλληλη η ώρα να το πάω στο άσυλο για να πεθάνει.

– Πόσω χρονώ είναι τώρα;

–Οχτώ.

– Λοιπόν, θα πάει στα οχτώ του χρόνια εκεί που έπρεπε να πήγαινε τότε. Κι αυτό θα του είναι πιο δυσάρεστο. Να τι θα κερδίσει.

– Αχ, Ζερόμ, δε θα το κάνεις αυτό.

– Δε θα το κάνω αυτό! Και ποιος θα μ' εμποδίσει; Θαρρείς πως μπορούμε να το κρατήσουμε για πάντα;

– Σου λέω πως είναι καλό παιδί. Έχει μυαλό έξυπνο σαν της γάτας και πολύ καλή καρδιά. Θα δουλέψει για μας.

– Στο μεταξύ, πρέπει να δουλεύουμε εμείς για δαύτο, κι εγώ δεν μπορώ πια να δουλέψω.

— Κι αν τυχόν το γυρέψουν οι γονείς του, τι θα πεις;

– Οι γονείς του; Έχει γονείς; Αν είχε, θα το γυρεύανε και σίγουρα θα το 'χανε βρει, εδώ και οχτώ χρόνια. Αχ! Έκανα μεγάλη κουταμάρα να πιστέψω πως θα το γυρεύανε μια μέρα και θα μας πληρώνανε για τον κόπο μας να το αναστήσουμε. Βλάκας ήμουνα, ηλίθιος. Επειδή βρισκότανε σπαργανωμένο με όμορφα πανιά και δαντέλες, αυτό δε σήμαινε πως οι γονείς του θα ψάχνανε να το βρούνε. Μπορεί και να μη ζούνε.

— Κι αν ζούνε; Αν έρθουνε μια μέρα να μας το ζητή σουν; Έχω την υποψία πως θα 'ρθουνε.

— Τότε θα τους στείλουμε στο άσυλο.

[…] (απόσπασμα απο ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΝΩΑΣ)