Ιούλιος Βερν

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Ιούλιος Βερν

20000 λεύγες κάτω από την θάλασσα
ΚΕΦΆΛΑΙΟ 1

Ένας κινούμενος σκόπελος

H χρονιά του 1866 αναστατώθηκε από ένα αξιοσημείωτο γεγονός, ένα μυστήριο και ανεξήγητο φαινόμενο, που χωρίς αμφιβολία κανένας δεν το χει ξεχάσει μέχρι τώρα. δε χρειάζεται να πούμε για την ανησυχία και τους ψιθύρους που αναστάτωσαν, όχι μόνο τους ναυτικούς, αλλά και τους κατοίκους των πόλεων μακριά από τη θάλασσα. Έμποροι, απλοί ναύτες, καπετάνιοι από την Ευρώπη και την Αμερική, αξιωματικοί του ναυτικού απ' όλες τις χώρες, ακόμη και Κυβερνήσεις αρκετών χωρών ενδιαφέρθηκαν άμεσα για το θέμα.

Αρκετά πλεούμενα είχαν συναντήσει αυτό το “τερατώδες ον”, όπως το χαρακτήριζαν. Ήταν ένα μακρύ αντικείμενο, σαν αδράχτι που φωσφόριζε, ενώ το μέγεθος και η ταχύτητα του ξεπερνούσαν της φάλαινας.
Τα γεγονότα που είχαν σχέση μ' αυτή την εμφάνιση και που είχαν γραφτεί στα ημερολόγια των διάφορων καραβιών συμφωνούσαν αρκετά με το σχήμα αυτού του αντικειμένου ή ζωντανού πλάσματος - όπως λέγανε μερικοί, με την απίστευτη ταχύτητα της κίνησης του, την καταπληκτική του δύναμη και με την περίεργη ζωή που φαινόταν να χει.

Αν ήταν κήτος, ξεπερνούσε το μέγεθος όλων αυτών που ήξερε μέχρι τώρα η επιστήμη. Υπολογίζοντας τις παρατηρήσεις πού χαν γίνει κι απορρίπτοντας τις επιφυλακτικές εκτιμήσεις, που έδιναν σ' αυτό το αντικείμενο μήκος διακόσια πόδια, και τις υπερβολικές γνώμες που τού διναν τρία μίλια μήκος, θα μπορούσαμε απλά να συμπεράνουμε ότι αυτό το μυστηριώδες πράγμα ξεπερνούσε όλες τις διαστάσεις πούχαν παραδεχτεί μέχρι τώρα οι ιχθυολόγοι.

Το ότι υπήρχε αυτό το μυστήριο πράγμα ήταν κάτι που κανείς δεν μπορούσε ν' αρνηθεί. Κι αν υπολογίσουμε με τι ευκολία το ανθρώπινο μυαλό βλέπει παντού το θαύμα, μπορούμε να καταλάβουμε με τι συγκίνηση έγινε δεχτή σε όλο τον κόσμο αυτή η υπερφυσική εμφάνιση. Κατά τους πρώτους μήνες του 1863 το θέμα φάνηκε σα να ξεχνιόταν, όταν καινούργια γεγονότα το ' φεραν πάλι στη δημοσιότητα. Τώρα πια δεν ήταν ένα επιστημονικό πρόβλημα που έπρεπε να αποφύγουμε. Το ζήτημα πή ρε τελείως διαφορετικό σχήμα. Το τέρας έγινε νησάκι, βράχος, σκόπελος, αλλά ένας σκόπελος αόριστος που κουνιόταν συνέχεια. Στις 5 του Μάρτη του 1867 το “Μοράβιαν” της Ωκεάνιας Εταιρείας του Μόντρεαλ, ενώ βρισκόταν τη νύχτα σε πλάτος 27 30 και μήκος 72 15', χτύπησε πάνω σ' ένα βράχο, που δεν ήταν σημειωμένος σε κανένα χάρτη σ' αυτό το τμήμα της θάλασσας. Ευτυχώς βοήθησε ο άνεμος κι οι μηχανές του, πούχαν δύναμη τετρακόσια άλογα, αλλιώς το “Μοράβιαν” θάχε σπάσει μ' αυτό το χτύπημα και θα πήγαινε στον πάτο με τους 237 επιβάτες του, που έφερνε στην πατρίδα απ' τον Καναδά.

Στις 13 του Απρίλη 1867 η θάλασσα ήταν καλή, το αεράκι ήσυχο και το “Σκωτία” της Εταιρείας Γκουνάρντ βρισκόταν σε μήκος 15 12 και πλάτος 45 31. Προχωρούσε με ταχύτητα δεκατρισήμιση μίλια. Στις 4 και 17_τ' απόγευμα, ενώ οι επιβάτες έτρωγαν το μεσημεριανό τους στο μεγάλο σαλόνι, ένα χτύπημα πολύ ελαφρό έγινε αντιληπτό . Το “Σκωτία” δε χτύπησε, αλλά χτυπήθηκε και μάλιστα από ένα μάλλον μυτερό όργανο. Το χτύπημα ήταν πολύ ελαφρό, ώστε κανένας δε θα το καταλάβαινε , αν δεν ακούγονταν οι φωνές αυτών που βρίσκονταν στ' αμπάρι, οι οποίοι ανέβηκαν στη γέφυρα και φώναζαν:
-Βυθιζόμαστε, βυθιζόμαστε!
Στην αρχή οι επιβάτες τρόμαξαν πολύ, αλλά ο καπετάνιος Άντερσον βιάστηκε να τους καθησυχάσει. Ο κίνδυνος δεν μπορούσε νάναι άμεσος. Το “Σκωτία” χωριζόταν σ' εφτά διαμερίσματα που ήταν ανεξάρτητα μεταξύ τους. Ο καπετάνιος πήγε αμέσως κάτω και βρήκε ότι το νερό έμπαινε με μεγάλη ταχύτητα μέσα στο πέμπτο διαμέρισμα, πούχε σχεδόν πλημμυρίσει. Ευτυχώς που στο διαμέρισμα εκείνο δε βρισκόταν το καζάνι, που θάχε σβήσει σίγουρα απ' το νερό. Ο καπετάνιος Άντερσον διέταξε τις μηχανές να σταματήσουν αμέσως κι ένας απ' τους ναύτες βούτηξε για να εξακριβώσει το μέγεθος της βλάβης. Λίγα λεπτά αργότερα βρήκαν ότι υπήρχε μια μεγάλη τρύπα στον πάτο του καραβιού.

Τέτοια μεγάλη τρύπα δεν μπορούσε να φραχτεί κι έτσι το “Σκωτία” με τους τροχούς του μισοβυθισμένους συνέχισε το ταξίδι του. Τότε βρισκόταν σε απόσταση τρακόσια μίλια απ' το ακρωτήριο Κλίορ, και μετά από καθυστέρηση τριών ημερών, που προκά λεσε μεγάλη ανησυχία στο Λίβερπουλ, μπήκε στη βάση της Εταιρείας.

Οι μηχανικοί επισκέφτηκαν το “Σκωτία” πούχε το ποθετηθεί σε στεγνή δεξαμενή. Δεν μπορούσαν να το πιστέψουν καθόλου. Δυόμιση μέτρα κάτω απ' το σημείο που ακουμπούσε στο νερό ήταν μια κανονική σχισμή στο σχήμα ενός ισοσκελούς τριγώνου. Το σπασμένο μέρος της λαμαρίνας είχε τέτοιο σχήμα, που δε θα μπορούσε να γίνει ούτε αν το χτυπούσαν με το σφυρί. Ήταν ολοκάθαρο λοιπόν ότι το όργανο που προκάλεσε την τρύπα δεν ήταν συνηθισμένο, γιατί, αφού χτύπησε το καράβι και προκάλεσε την τρύπα, μετά ξαναγύρισε στη θέση του με οπισθοδρομική κίνηση αληθινά ανεξήγητη, Αυτό ήταν το τελευταίο γεγονός που τάραξε ακόμη περισσότερο την κοινή γνώμη. Απ' αυτή τη στιγμή όλες οι άτυχες περιπτώσεις που δεν μπορούσαν να εξηγηθούν διαφορετικά, αποδόθηκαν στο τέρας.