ΤΕΝΕΣΙ ΟΥΙΛΙΑΜΣ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Στο Λεωφορείο ο πόθος, η Μπλανς Ντυμπουά, μια ευαίσθητη, εξαντλημένη γυναίκα φτάνει στο σπίτι της μικρότερης αδελφής της Στέλλα και του συζύγου της Στάνλεϊ Κοβάλσκι. Εγκαθίσταται μαζί τους και επιμένει να ζει υπεροπτικά και νοσταλγώντας τα περασμένα “μεγαλεία”. Η κόντρα της με τον σκληροτράχηλο μετανάστη από την Πολωνία, Στάνλεϊ, αποπνέει έναν απαγορευμένο και έντονο ερωτισμό. Αποκαλύπτεται πως η Μπλανς έχει κατασπαταλήσει την οικογενειακή περιουσία των δύο αδερφών κι ότι εκτός των άλλων είχε διωχτεί από το σχολείο στο οποίο δούλευε λόγω ανάρμοστων σχέσεων με διάφορους άνδρες, έτσι διαλύονται οι πιθανότητες της να έφτιαχνε τη ζωή της με τον φίλο του Στάνλεϊ, Μιτς. Το δράμα κορυφώνεται με τον βιασμό της Μπλανς από τον Κοβάλσκι, η Μπλανς χάνει τα λογικά της και αποχωρεί με την συνοδεία ψυχιάτρου.

ΤΕΝΕΣΙ ΟΥΙΛΙΑΜΣ

ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ Ο ΠΟΘΟΣ

αποσπάσματα
(Διάλογος του Στάνλευ με την γυναίκα του Στέλλα, μετά το ερχομό της αδερφή της Μπλανς)

-Και που είναι τώρα;
-Κάνει ένα ζεστό μπάνιο για να ηρεμήσουν τα νεύρα της.. Ακόμα είναι αναστατωμένη, πέρασε μια τρομερή δοκιμασία..
-Α.. μπα!
-Σαν χάσαμε το Μπελρέβ..
-Το χτήμα σας;
-Ναι..
-Καλά… πώς το χάσατε;
-Έπρεπε να το θυσιάσουμε.. έτσι φαίνεται.. Μόλις έρθει πες της κανένα καλό λόγο για το παρουσιαστικό της.. και μην της αναφέρεις πως περιμένουμε παιδί, δεν της έχω πει ακόμη τίποτε.. άσε πρώτα να ηρεμήσει..
-Ώστε έτσι ε;
-Και προσπάθησε να την νιώσεις.. να σαι ευγενικός μαζί της, Στάνλευ, δεν περίμενε να μας βρει σε αυτή την τρύπα.. βλέπεις στα γράμματα μου της έκρυβα κάπως την αλήθεια..
-Ώστε έτσι λοιπόν
-Και να θαυμάσεις το φόρεμά της… πες της πως φαίνεται πολύ ωραία, έχει σημασία για την Μπλανς να την θαυμάζουν.. Είναι η αδυναμία της
-Εντάξει, κατάλαβα, ας επανέλθουμε τώρα στο ζήτημα του Μπελρέβ, το χάσατε είπες..
-Ε.. ναι..
-Καλά πως; Πρέπει να μάθουμε περισσότερες λεπτομέρειες..
-Ας μην επιμένουμε ακόμα.. άσε πρώτα να ηρεμήσει
-Α ώστε η κυρία Μπλανς δεν μπορεί να ενοχλείται για οικογενειακές υποθέσεις, έτσι;
-Είδες την κατάστασή της εχθές το βράδυ..
-Την είδα.. Για φέρε να κοιτάξουμε το συμβόλαιο..
-Δεν έχω κανένα συμβόλαιο
-Καλά δεν σου έδειξε χαρτιά; Εν πάση περιπτώσει κάτι που να δείχνει πως πουλήθηκε το Μπελρέβ..
-Θαρρώ πως δεν πουλήθηκε..
-Μα τι διάολο.. το χάρισε για φιλανθρωπικούς σκοπούς;
-Σιγά θα σ ακούσει.
-Να μ’ ακούσει.. Τα χαρτιά, φέρε τα χαρτιά..
-Δεν υπάρχουν χαρτιά… δεν μου ‘δειξε χαρτιά… ούτε με ενδιαφέρουν τα χαρτιά..
-Μήπως ξέρεις τον Ναπολεόντειο κώδικα;
-Όχι Στάνλευ, δεν τον ξέρω.. Αλλά και να τον ήξερα δεν βλέπω την σημασία..
-Τότε στάσου μωρό μου να σου κάνω μια δυο ερωτήσεις.. Εδώ στην πολιτεία της Λουϊζιάνας υπάρχει κι εφαρμόζεται κάποιος ναπολεόντειος κώδικας.. Αυτός λέει πως ότι ανήκει στην γυναίκα μου ανήκει και σε μένα, και το αντίθετο, αν είχα εγώ ένα κτήμα ή αν είχες εσύ ένα κτήμα….
-Σταμάτα… βουίζει το κεφάλι μου
-Ωραία.. ωραία λοιπόν, θα περιμένω να βγει από το μπάνιο και θα ρωτήσω την αφεντιά της. Μήπως ξέρει αυτή τον Ναπολεόντειο κώδικα. Μικρούλα μου νομίζω πως μας σκαρώσανε απάτη. Και όπως λέει ο Ναπολεόντειος κώδικας, όταν κάνουν απάτη σε σένα κάνουν και σε μένα. Και εγώ δεν την σηκώνω την απάτη
-Δεν ξέρω τι έγινε στο Μπελρεβ.. αλλά είσαι ανόητος να υποπτεύεσαι πως η αδερφή μου, ή εγώ, ή κάποιος από την οικογένεια μου θα μπορούσε να γελάσει εσένα ή οποιονδήποτε άλλο.
-Τότε αφού πουλήθηκε το Μπελρέβ το κτήμα, πού είναι τα λεφτά?
-Δεν πουλήθηκε.. Χάθηκε..
-Άνοιξε τα μάτια σου και κοίτα.. Θαρρείς πως όλα αυτά βγήκαν από το μισθό της δασκάλας (την τραβάει και της δείχνει τα πράγματα της Μπλανς στο μπαούλο της) Κοίτα φτερό και γουναρικό που μας κουβάλησε, για να μας κάνει το κομμάτι της.. ένα ολόχρυσο φόρεμα.. κοίτα γούνες, πού είναι οι δικές σου γούνες, Στέλλα;
-Πρόκειται για φτηνά γουνάκια που η Μπλανς τα έχει χρόνια
-Ξέρω κάποιον που εμπορεύεται γούνες, ε λοιπόν θα τον φέρω εδώ να μας πει πόσο κοστίζουν..
-Είσαι ηλίθιος Στάνλευ..



(Η Μπλάνς εξομολογείται στον Μιτς όταν έχει πια αποκαλυφτεί το παρελθόν της και έχει χαλάσει το ειδύλλιο):

Μπλανς:
«Φλαμίνγκο»; Ποτέ, «Ταραντούλα» λεγότανε το ξενοδοχείο που έμενα. «Τα χέρια της Ταραντούλα», το λέγανε. Ναι, «Ταραντούλα». Είναι μια μεγάλη αράχνη! Εκεί οδηγούσα τα θύματά μου. Ναι, είχα πολλές γνωριμίες με περαστικούς. Μετά το θάνατο του Άλαν, οι γνωριμίες με τους περαστικούς νόμιζα πως ήταν το μόνο που μ’ απόμενε για να γεμίζω την άδεια μου καρδιά. Θαρρώ πως μ’ είχε πιάσει κάτι σαν πανικός, ένας πανικός που μ’ έσπρωχνε από τον ένα στον άλλον. Ζητούσα προστασία εδώ κι εκεί, στα πιο απίθανα μέρη! Ακόμα τώρα τελευταία μ’ ένα παιδί δεκαεφτά χρονών. Αλλά κάποιος έγραψε στον επιθεωρητή: αυτή η γυναίκα είναι ηθικώς ακατάλληλη για δασκάλα. Να ήταν αλήθεια; Έτσι μου φαίνεται. Από μια πλευρά - ήμουνα βέβαια, ακατάλληλη... Γι’ αυτό ήρθα εδώ. Δεν είχα πουθενά αλλού να πάω. Ήμουνα ένα κουρέλι. Ξέρεις τι θα πει να ’σαι κουρέλι; Τα νιάτα μου σβύσανε ξαφνικά και τότε γνώρισα εσένα. Μου είπες πως είχες ανάγκη από κάποιον. Είχα κι εγώ ανάγκη από κάποιον. Ευχαριστούσα το Θεό που σ’ έφερε κοντά μου, γιατί φαινόσουνα τόσο καλός – ένα άνοιγμα στο βράχο τού κόσμου, για να μπορέσω να κρυφτώ. Αλλά το νοιώθω, είχα πολλά ζητήσει κι είχα ελπίσει πάρα πολλά...