Τζoν Στάινμπεκ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Δύο φίλοι, ο Τζορτζ και ο Λένι, περιπλανιούνται και αναζητούν δουλειά. Ο Λένι είναι εύσωμος, μυώδης, χαζούλης και ξεχασιάρης σε αντίθεση με τον Τζορτζ που είναι μικροκαμωμένος, αδύνατος και έξυπνος. Ο Τζορτζ δείχνει αγάπη, κατανόηση και δεκτικότητα απέναντι στο σύντροφό του, όταν εκείνος διαρκώς αποδεικνύεται ανόητος. Θέλει να τον προστατεύει και ρισκάρει την ευτυχία για χάρη του. Ο Λένι δεν μπορεί να ελέγξει τη δύναμή του με αποτέλεσμα να κάνει άθελά του πράγματα που δεν τα καταλαβαίνει ώστε να φτάσουν τελικά στο απόλυτο αδιέξοδο.

Τζoν Στάινμπεκ

Άνθρωποι και Ποντίκια

Αποσπάσματα

«Ένας άνθρωπος τρελαίνεται άμα δεν έχει κανέναν. Δεν έχει σημασία ποιος θα ‘ναι, αρκεί να είναι μαζί σου»

Ο Λένι έπαιξε ρυθμικά τα δάχτυλά του πάνω στο τραπέζι. "Τζορτζ;"
"Ναι;"
"Τζορτζ, σε πόσο καιρό θα πάρουμε κείνο το σπιτάκι και θα την περνάμε ζωή και κότα... και θα'χουμε τα κουνέλια;"
"Δεν ξέρω" είπε ο Τζορτζ. "Πρέπει να κάνουμε ένα καλό κομπόδεμα οι δυο μας. Ξέρω ένα μέρος που δε θα μας κοστίσει πολύ, αλλά δεν το χαρίζουν κιόλας".
Ο γερο-Κάντι γύρισε αργά. Τα μάτια του ήταν ολάνοιχτα. Παρατήρησε προσεχτικά τον Τζορτζ.
Ο Λένι είπε: "Πες για κείνο το μέρος, Τζορτζ".
"Χτες βράδυ δε σου'πα;"
"Έλα, πες ξανά, Τζορτζ".
"Λοιπόν, έχει κάπου τριάντα στρέμματα" είπε ο Τζορτζ. "Έχει έναν μικρό ανεμόμυλο. Έχει ένα μικρό καλύβι και κοτέτσι. Έχει μαγερειό, περιβόλι, κεράσια, μήλα, ροδάκινα, βερίκοκα, καρύδια, φράουλες. Υπάρχει τόπος για τριφύλλι και νερό μπόλικο, να το πλημμυρίσεις. Υπάρχει στάβλος για γουρούνια..."
"Και για κουνέλια Τζορτζ".
"Δεν υπάρχει μέρος για κουνέλια τώρα, αλλά μπορώ εύκολα να φτιάξω μερικά κλουβιά κι εσύ θα μπορούσες να ταΐζεις με τριφύλλι τα κουνέλια".
"Ναι, θα μπορούσα" είπε ο Λένι. "Και βέβαια θα μπορούσα".
Τα χέρια του Τζορτζ σταμάτησαν να ρίχνουν τα χαρτιά. Η φωνή του γινόταν όλο και πιο ζεστή. "Και θα'χαμε και γουρούνια. Θα'φτιαχνα ένα καλύβι για το κάπνισμα του κρέατος, σαν εκείνο που είχε ο παππούς μου, κι όποτε σκοτώναμε ένα γουρούνι θα καπνίζαμε το μπέικον και το χοιρομέρι, θα φτιάχναμε λουκάνικα. Κι όταν οι σολομοί θ' ανέβαιναν τον ποταμό, θα πιάναμε καμιά εκατοστή και θα τους παστώναμε ή θα τους καπνίζαμε. Θα τους τρώγαμε για πρωινό. Δεν υπάρχει άλλο τίποτα τόσο νόστιμο όσο ο καπνιστός σολομός. Θα'χουμε φρούτα, και ντομάτες, που' ναι εύκολες στο κονσερβάρισμα. Τις Κυριακές θα σκοτώναμε κάνα κοτόπουλο ή κάνα κουνέλι. Μπορεί να'χαμε μια αγελάδα ή μια κατσίκα, και το καϊμάκι θα'ναι τόσο πηχτό που θα το κόβεις με το μαχαίρι και θα το βγάζεις με το κουτάλι".
Ο Λένι τον παρακολουθούσε μ'ολάνοιχτα μάτια κι ο γερο-Κάντι τον παρακολουθούσε κι αυτός. Ο Λένι είπε σιγανά: "Θα την περνούσαμε ζωή και κότα".
"Βέβαια" είπε ο Τζορτζ. "Κάθε λογής ζαρζαβατικά στον κήπο, κι αν θέλουμε λίγο ουίσκι, θα πουλάμε κάνα αβγό ή λίγο γάλα. Θα ζούσαμε εκεί. Θα ανήκαμε εκεί. Δε θα τριγυρνούσαμε πια σ' όλη τη χώρα, ούτε θα μας τάιζε ένας Γιαπωνέζος μάγερας. Όχι, κύριε, θα ριζώναμε σ' έναν τόπο, θα' χαμε το δικό μας σπιτικό και δε θα κοιμόμασταν σε κοιτώνες".

....

Ο Τζορτζ αφουγκραζότανε με προσοχή το μακρυνό θόρυβο. Φαινόταν πολύ απασχολημένος.
-Λένο, γύρισε και κοίτα κατά το ποτάμι. Θα σου τα πώ έτσι, πού θα ναι σα να βλέπεις μπροστά σου
Ο Λένι γύρισε το κεφάλι του, κι' απόμεινε κοιτά ζώντας μακριά, πιό πέρ' απ' τη λιμνούλα, και ψηλά, ως τις πλαγιές του Γκάμπιλαν που σκοτείνιαζαν.
- Θάχουμ' ένα σπιτάκι.. άρχισε
"Εχωσε το χέρι στην πλαϊνή τσέπη του σακακιού του, κι' έβγαλε το πιστόλι του Κάρλσον. Άνοιξε την ασφάλεια, και το κρατούσε ακουμπισμένο χάμω, πίσω από την πλάτη του Λένου. Κοίταξε το πίσω μέρος του κεφαλιού του Λένου, εκεί που ενώνονται το ραχοκόκαλο με το κρανίο. ο Τζορτζ. Κάποιος φώναξε στο πάνω μέρος του ποταμιού, και κάποιος του αποκρίθηκε.
-Έλα, πες μου παρακάτω, είπε ο Λίνος.
Ο Τζωρτζ σήκωσε το πιστόλι, το χέρι του έτρεμε και αναγκάστηκε να το κατεβάσει πάλι και να τ' ακουμπήσει χάμω,
-Έλα, πες μου παρακάτω, είπε ό Λένι Πως θαναι, θα έχουμε ένα χτηματάκι….
Θα ’χουμε και μια αγελάδα, είπε ο Τζώρτζ. Μπορεί κι ένα γουρούνι και κοτόπουλα... και στο περβολι θα φυτέψουμε και βήκο…
-Για τα κουνέλια! φώναξε ο Λένι.
-Για τα κουνέλια, επανέλαβε ο Τζώρτζ.
-Εγώ θα τα νιάζομαι τα κουνέλια!
-Εσύ θα τα νιάζεσαι τα κουνέλια,
"Ο Λένι κρυφογελούσε χαρούμενος κι' ευτυχισμένο Και θα ζούμε από τις σοδειές μας!
-Ναι
-"Ο Λένι γύρισε το κεφάλι του,
-Μή, Λένε, Κοίταζε μακριά, πέρ' από το ποτάμι να βλέπεις το χτηματάκι μας.
Ο Λένι υπάκουσε. Ο Τζώρτζ κοίταξε χάμω το πιστόλι.
Τώρα, ακούγονταν και πατήματα μες στο ρουμάνι. Ο Τζώρτζ γύρισε να δει κατά κει.
-Έλα, Τζώρτζ, λέγε μου παρακάτω. Πότε θα γίνουν όλα αυτά;
-Θα γίνουν γρήγορα. Εσύ… κι εγώ. Όλοι θα σ αγαπούνε, θα είναι καλοί μαζί σου. Δεν θα έχουμε πια ούτε μπελάδες ούτε φασαρίες. Κανένας άνθρωπος δε θα κάνει κακό του άλλου, και ούτε που θα κλέβει πια τον άλλο.
Ο Λένι είπε:
-Φανταζόμουν πως ήσουν θυμωμένος μαζί μου Τζωρτζ.
-Όχι Λένο, όχι, δεν είμαι θυμωμένος. Ποτέ δεν θύμωσα μαζί σου, ούτε και τώρα είμαι θυμωμένος. Θέλω να το καταλάβεις, να είσαι σίγουρος για αυτό.
-Ας το κάνουμε τώρα, γρήγορα Τζωρτζ, Ας πάρουμε γρήγορα το χτηματάκι μας.
-Μα βέβαια, αμέσως, το έχω κιόλας έτοιμο.. το έχουμε!
Ο Τζωρτζ σήκωσε το πιστόλι, το στερέωσε στο χέρι του, με την μπούκα στο πίσω μέρος του κεφαλιού του Λένου. Το χέρι του έτρεμε δυνατά μα σε μια στιγμή το πρόσωπο το Τζωρτζ γαλήνεψε και το χέρι του έγινε σταθερό. Πίεσε την σκανδάλη. Ο κρότος της πιστολιάς αντιλάλησε ως τα βουναλάκις πέρα και ξανακύλησε πίσω. Ο Λένι τινάχτηκε, έπειτα έγειρε μπροστά, έτσι απαλά, πάνω στην άμμο. Απόμεινε πεσμένος δίχως τον παραμικρό σπασμό.