Β. Γ. ΣΚΙΝΕΡ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Β. Γ. ΣΚΙΝΕΡ

ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΤΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ

The origins of cognitive thought
Μετάφραση Γιώργος Παπανικολάου

απόσπασμα

ΚΑΝΩ (ασxολούµαι, πράττω, εκτελώ, διεξάγω, επιµελούµαι, αντιλαµβάνοµαι, φροντίζω, παράγω, δηµιουργώ, καταρτίζω).

Η λέξη συµπεριφέροµαι (behave) είναι πρόσφατη. Η παλιότερη λέξη ήταν κάνω (do). Όπως η εκτενής αναφορά στο αγγλικό λεξικό Oxford (1928) δείχνει, το κάνω πάντα έχει τονισµένες συνέπειες -την επίδραση που έχει κάποιος στον κόσµο. Εµείς περιγράφουµε πολλά από εκείνα που κάνουµε µόνοι µας µε τις λέξεις που χρησιµοποιούµε για να περιγράψουµε ό,τι κάνουν άλλοι. Όταν ρωτιέστε «τι κάνατε;» ή «τι κάνετε;» ή «τι πρόκειται να κάνετε;» εµείς λέµε για παράδειγµα, «έγραψα ένα γράµµα», «διαβάζω ένα καλό βιβλίο» ή «θα παρακολουθήσω τηλεόραση». Αλλά πως µπορούµε να περιγράψουµε τι αισθανόµαστε ή ενδοσκοπικά παρατηρούµε εκείνη τη στιγµή;

Υπάρχουν συχνά πολύ λίγα για να παρατηρήσουµε. Η συµπεριφορά συχνά φαίνεται αυθόρµητη. Αυτή απλά συµβαίνει. Εµείς λέµε «αυτό συµβαίνει» όπως στο «συνέβη σε µένα για να πάω µια βόλτα». Συχνά αντικαθιστούµε το «αυτό» µε την «σκέψη» ή «ιδέα» («Η σκέψη -ή ιδέα-συνέβη σε µένα για να πάω µια βόλτα»), αλλά ό,τι συνέβη, εάν συνέβη ο,τιδήποτε, είναι η βόλτα. Επίσης λέµε ότι η συµπεριφορά έρχεται στην κατοχή µας. Ανακοινώνουµε την ευτυχή εµφάνιση της λύσης σ ένα πρόβληµα λέγοντας «το έχω».

Αναφέρουµε ένα πρώιµο στάδιο της συµπεριφοράς όταν λέµε «αισθάνοµαι σαν να πηγαίνω βόλτα», που µπορεί να σηµαίνει «αισθάνοµαι όπως είχα αισθανθεί στο παρελθόν όταν είχα κανονίσει για βόλτα». Το τι αισθανόµαστε µπορεί επίσης να περιλαµβάνει κάτι απ την τωρινή περίσταση, όπως φερειπείν «κάτω απ αυτές τις συνθήκες συχνά πηγαίνω βόλτα» ή µπορεί να περιλαµβάνει κάποια κατάσταση στέρησης ή εναντιωτικής ενίσχυσης, όπως φερειπείν «χρειάζοµαι µια πνοή φρέσκου αέρα». Η σωµατική κατάσταση που σχετίζεται µε µια υψηλή πιθανότητα ότι θα συµπεριφερθούµε ή θα κάνουµε κάτι, είναι δυσκολότερο να καθηλωθεί και καταφεύγουµε σε µεταφορά. Έτσι τα πράγµατα συχνά πηγαίνουν στην κατεύθυνση στην οποία κλίνουν, εµείς λέµε κλίνουµε να κάνουµε κάτι ή έχουµε µια κλίση να το κάνουµε. Εάν κλίνουµε ισχυρά, µπορεί να πούµε έχουµε ροπή (έφεση) να το κάνουµε. Τα πράγµατα επίσης συχνά κινούνται στην κατεύθυνση στην οποία σύρονται, λέµε ότι τείνουµε να κάνουµε πράγµατα (απ το λατινικό tendere, να εντείνουµε ή εκτείνουµε) ή ότι η συµπεριφορά µας εκφράζει µια πρόθεση, µια γνωστική διαδικασία ευρέως προτιµούµενη απ τους φιλοσόφους σήµερα.

Εµείς επίσης χρησιµοποιούµε τη στάση (διάθεση) για ν' αναφερθούµε σε πιθανότητα. Μια στάση είναι η θέση ή πόζα που παίρνουµε όταν πρόκειται να κάνουµε κάτι. Για παράδειγµα η πόζα των ηθοποιών υποδεικνύει κάτι µε το οποίο είναι εµπλεκόµενοι να κάνουν ή είναι πιθανόν να κάνουν σε κάποια στιγµή. Η ίδια έννοια της πόζας βρίσκεται στο προδιαθέτω (προετοιµάζω) και προτίθεµαι (σκοπεύω) «προδιατίθεµαι να πάω µια βόλτα....σκοπεύω να πάω µια βόλτα»). Αρχικά ένα συνώνυμου του σκοπεύω (purpose) προκάλεσε µεγάλο προβληµατισµό. Όπως άλλες λέξεις που αποδεικνύουν πιθανή ενέργεια, αυτό φαίνεται να δείχνει στο µέλλον. Το µέλλον δεν µπορεί να ενεργήσει τώρα, ωστόσο και αλλού στην επιστήµη (το purpose) έχει δώσει τρόπο σε λέξεις ν αναφερθούν σε συνέπειες του παρελθόντος. Όταν οι φιλόσοφοι µιλούν για πρόθεση, για παράδειγµα, σχεδόν πάντα µιλούν για λειτουργική συµπεριφορά. Όπως έχει δείξει µια εµπειρική ανάλυση, η συµπεριφορά σχηµατίζεται και διατηρείται απ τις συνέπειες της, αλλά µόνο απ τις συνέπειες που κείνται στο παρελθόν. Κάνουµε ό,τι κάνουµε λόγω εκείνων που έχουν συµβεί, όχι εκείνων που θα συµβούν. ∆υστυχώς, ό,τι έχει συµβεί αφήνει λίγα παρατηρήσιµα ίχνη και το γιατί κάνουµε ό,τι κάνουµε και πόσο πιθανό είναι να το κάνουµε, είναι εποµένως σε µεγάλο βαθµό πέραν των δυνατοτήτων της ενδοσκόπησης. Πιθανώς γι αυτό, όπως θα δούµε αργότερα, η συµπεριφορά έχει συχνά αποδοθεί σε µια προτιθέµενη, προερχόµενη ή δηµιουργική ενέργεια της θέλησης.

ΑΙΣΘΗΣΗ (λογική, κρίση, έννοια, νόηση, σηµασία).

Για ν ανταποκριθούµε αποτελεσµατικά στον κόσµο γύρω µας, πρέπει να δούµε, ν ακούσουµε, να «µυρίσουµε», να «γευτούµε» ή να αισθανθούµε. Οι τρόποι µε τους οποίους η συµπεριφορά εκδηλώνεται υπό τον έλεγχο του ερεθίσµατος, µπορεί ν αναλυθεί χωρίς µεγάλα προβλήµατα, αλλά ό,τι παρατηρούµε όταν κοιτάµε τους εαυτούς µας να βλέπουν κάτι, είναι η πηγή µιας µεγάλης παρανόησης. Λέµε ότι αντιλαµβανόµαστε τον κόσµο. Στην κυριολεκτική έννοια της πρόσληψης του (απορρόφησης) (απ το λατινικό per και capere, να πάρω). (Κατανοώ/αντιλαµβάνοµαι/συνειδητοποιώ/comprehend, είναι ένα κοντινό συνώνυµο, τµήµα του οποίου προέρχεται απ' το prehendere, να πιάσω ή ν αρπάξω). Λέµε «παίρνω(συλλαµβάνω) το νόηµα σου».

Αφού δεν µπορούµε να συλλάβουµε τον ίδιο τον κόσµο, έχει υποτεθεί ότι πρέπει να κάνουµε ένα αντίγραφο. Κάνοντας ένα αντίγραφο δεν µπορεί να τα δούµε όλα, ωστόσο, διότι εµείς πρέπει ακόµη να δούµε το αντίγραφο. Η θεωρία του αντιγράφου εµπλέκει µια άπειρη επαναστροφή. Μερικοί γνωστικοί ψυχολόγοι έχουν προσπαθήσει να τ' αποφύγουν, λέγοντας πως ό,τι συλλαµβάνεται, είναι µάλλον µια ψηφιακή αναπαράσταση παρά ένα αναλογικό αντίγραφο. Όταν θυµόµαστε («θυµηθείτε µια εικόνα») ό,τι έχουµε δει, ωστόσο, βλέπουµε κάτι που φαίνεται πιο πιθανό να είναι ό,τι είδαµε την πρώτη φορά και να πρέπει να είναι ένα αναλογικό αντίγραφο. Ένας άλλος τρόπος ν αποφύγουµε την επαναστροφή, είναι να πούµε ότι σε κάποιο βαθµό ερµηνεύουµε το αντίγραφο ή την αναπαράσταση. Οι καταβολές της ερµηνείας είναι συγκαλυµµένες, αλλά η λέξη φαίνεται να είχε κάποια σύνδεση µε την αξία. Ένας διερµηνέας ήταν κάποτε ένας µεσάζοντας. Ερµηνεύω φαίνεται να σηµαίνει εκτιµώ. Αυτό µπορεί καλύτερα να κατανοηθεί σαν κάτι που κάνουµε.

Η µεταφορά της θεωρίας του αντιγράφου έχει προφανείς πηγές. Οταν τα πράγµατα ενισχύουν το κοίταγµα σ αυτά, εµείς συνεχίζουµε να κοιτάζουµε. Εµείς διατηρούµε λίγα παρόµοια πράγµατα κοντά µας έτσι ώστε να µπορούµε να τα κοιτάµε όταν θέλουµε. Εάν δεν µπορούµε να κρατήσουµε τα ίδια τα πράγµατα, κάνουµε αντίγραφα τους, όπως ζωγραφιές ή φωτογραφίες. Εικόνα, µια λέξη για ένα εσωτερικό αντίγραφο, προέρχεται απ το λατινικό imago. Αυτό πρώτα σήµαινε µια έγχρωµη προτοµή, κάτι σαν κέρινη απεικόνιση προσώπου σε µουσείο. Αργότερα σήµαινε φάντασµα. Απεικόνιση προσώπων µε την ευκαιρία, είναι µια καλά διαλεγµένη λέξη για ένα αντίγραφο, διότι αυτό πρώτα σήµαινε κάτι κατασκευασµένο, απ το λατινικό fingere. ∆εν υπάρχει απόδειξη ωστόσο ότι κατασκευάζουµε ό,τιδήποτε, όταν κοιτάµε τον κόσµο γύρω µας ή όταν βλέπουµε ότι τον κοιτάµε.

Μια συµπεριφορική εκτίµηση της αίσθησης είναι απλούστερη. Το να κοιτάµε είναι συµπεριφορά και όπως όλες οι συµπεριφορές µπορούν να εξηγηθούν είτε µε τη φυσική επιλογή (πολλά ζώα αποκρίνονται οπτικά αµέσως µετά τη γέννηση) είτε µε τη λειτουργική κατάσταση. ∆εν βλέπουµε τον κόσµο προσλαµβάνοντας τον και επεξεργαζόµενοι αυτόν. Ο κόσµος αποκτά έλεγχο της συµπεριφοράς, όταν είτε η επιβίωση είτε η ενίσχυση εξαρτάται απ αυτόν. Αυτό µπορεί να συµβεί µόνο όταν κάτι γίνεται σχετικό µε το τι βλέπουµε. Το να βλέπουµε είναι µόνο τµήµα της συµπεριφοράς. Συµπεριφερόµαστε µέχρι το σηµείο της δράσης. Αφού οι αναλυτές της συµπεριφοράς ασχολούνται µόνο µε τις πλήρεις περιπτώσεις συµπεριφοράς, το αισθητηριακό τµήµα είναι εκτός των δυνατοτήτων των οργάνων τους και των µεθόδων και πρέπει όπως θα δούµε αργότερα, ν' αφεθεί στους φυσιολόγους.

Αλλάζοντας και παραµένοντας αλλαγµένοι.

Η µάθηση δεν είναι πράξη. Είναι η αλλαγή σε ό,τι κάνουµε. Μπορούµε να δούµε ότι η συµπεριφορά έχει αλλάξει, αλλά δεν µπορούµε να δούµε την αλλαγή. Βλέπουµε τις ενισχυτικές συνέπειες, αλλά όχι πως αυτές προκαλούν µια αλλαγή. Αφού οι παρατηρήσιµες επιδράσεις της ενίσχυσης δεν είναι συνήθως άµεσες, συχνά παραβλέπουµε τη σύνδεση. Η συµπεριφορά συχνά τότε, λέγεται ότι αυξάνει ή αναπτύσσεται. Ανάπτυξη αρχικά σήµαινε ξεδίπλωµα, όπως κάποιος ξεδιπλώνει ένα γράµµα. Υποθέτουµε πως ό,τι βλέπουµε ήταν εκεί απ την αρχή. Όπως η προ-∆αρβίνεια εξέλιξη (όπου το εξελίσσω σηµαίνει ξετυλίγω, όπως κάποιος ξετυλίγει κάτι τυλιγµένο) ο εξελικτισµός είναι µια µορφή του δόγµατος του δηµιουργού των ειδών. Τα αντίγραφα ή αναπαραστάσεις παίζουν ένα σηµαντικό ρόλο στις γνωστικές θεωρίες της µάθησης και της µνήµης, όταν αυτές εγείρουν προβλήµατα που δεν εγείρονται σε µια συµπεριφορική ανάλυση. Όταν πρέπει να περιγράψουµε κάτι που δεν είναι πλέον παρόν, η παραδοσιακή άποψη είναι ότι ανακαλούµε το αντίγραφο που έχουµε αποθηκεύσει. Σε µια συµπεριφορική ανάλυση, οι εξαρτήσεις της ενίσχυσης αλλάζουν τον τρόπο που αποκρινόµαστε στο ερέθισµα. Είναι ένα αλλαγµένο πρόσωπο, όχι µια µνήµη που έχει «αποθηκευτεί».

Η αποθήκευση και η ανάκτηση γίνονται πολύ περισσότερο περιπλεγµένες όταν µαθαίνουµε και ανακαλούµε (θυµόµαστε) πως κάτι έγινε. Είναι εύκολο να κάνουµε αντίγραφα των πραγµάτων που βλέπουµε, αλλά πως µπορούµε να κάνουµε αντίγραφα των πραγµάτων που κάνουµε: Μπορούµε να µοντελοποιήσουµε τη συµπεριφορά για κάποιον για να τη µιµηθεί, αλλά ένα µοντέλο δεν µπορεί ν αποθηκευτεί. Η παραδοσιακή λύση είναι να προχωρήσουµε ψηφιακά. Λέµε ότι οι οργανισµοί µαθαίνουν και αποθηκεύουν κανόνες. Όταν για παράδειγµα ένα πεινασµένο τρωκτικό πιέζει ένα µοχλό και παίρνει τροφή και ο ρυθµός πίεσης άµεσα αυξάνει, οι γνωστικοί ψυχολόγοι θέλουν να λένε ότι το τρωκτικό έµαθε έναν κανόνα. Αυτό τώρα ξέρει και µπορεί να θυµηθεί ότι «πιέζοντας τον µοχλό παράγεται τροφή». Αλλά «πιέζοντας τον µοχλό παράγεται τροφή» είναι η περιγραφή µας των εξαρτήσεων που έχουµε δοµήσει στη συσκευή. ∆εν έχουµε λόγους να υποθέτουµε ότι το τρωκτικό µορφοποιεί και αποθηκεύει µια τέτοια περιγραφή. Οι εξαρτήσεις αλλάζουν το τρωκτικό, το οποίο κατόπιν επιβιώνει σαν ένα αλλαγµένο τρωκτικό.

Σαν µέλη ενός οµιλούντος είδους, µπορούµε να περιγράψουµε τις εξαρτήσεις της ενίσχυσης και συχνά το κάνουµε διότι οι περιγραφές έχουν πολλές πρακτικές χρήσεις (για παράδειγµα µπορούµε να τις θυµόµαστε και να τις ξαναλέµε όταν οι περιστάσεις το απαιτούν), αλλά δεν υπάρχει ενδοσκοπική ή άλλη απόδειξη ότι λεκτικά περιγράφουµε κάθε εξάρτηση που επιδρά στη συµπεριφορά µας και περισσότερες αποδείξεις για το αντίθετο.

Μερικές απ τις λέξεις που χρησιµοποιούµε για να περιγράψουµε επακόλουθες περιστάσεις συµπεριφοράς, υποδεικνύουν αποθήκευση. Λνάµνηση=θύµηση- είναι εµφανώς µια απ αυτές: το αναπολώ (recollect) υποδεικνύει «συγκεντρώνω µαζί» αποθηκευµένα κοµµάτια. Υπό την επίδραση του υπολογιστή, οι γνωστικοί ψυχολόγοι έχουν στραφεί να «επανακτήσουν» κυριολεκτικά «να βρουν πάλι» (απ το γαλλικό trouver) πιθανώς από µια έρευνα.

II ετυµολογία του θυµάµαι ωστόσο δεν υπαινίσσεται αποθήκευση. Απ το λατινικό me or, αυτό σηµαίνει να είµαι «προσεκτικός σε επανάληψη» και αυτό συνήθως σηµαίνει να κάνουµε πάλι ό,τι κάναµε πριν. Να θυµόµαστε πως µοιάζει κάτι, είναι να κάνουµε ό,τι κάναµε όταν το είδαµε. ∆εν χρειαστήκαµε αντίγραφο τότε και δεν χρειαζόµαστε τίποτε τώρα. Αναγνωρίζουµε πράγµατα µε την έννοια της «αναγνώρισης» τους, ανταποκρινόµενοι σ αυτά τώρα, όπως κάναµε στο παρελθόν. Καθώς ένα πράγµα, µια µνήµη, πρέπει να είναι κάτι αποθηκευµένο, αλλά σαν µια δράση/ενέργεια, «η αποµνηµόνευση» απλά σηµαίνει να κάνουµε ό,τι πρέπει να κάνουµε για να διασφαλίσουµε ότι µπορούµε να συµπεριφερθούµε πάλι όπως συµπεριφερόµαστε τώρα. Επιθυµία (ανάγκη, απαίτηση» ανέχεια, έλλειψη).

Πολλοί γνωστικοί όροι περιγράφουν σωµατικές καταστάσεις που εµφανίζονται όταν έντονη συµπεριφορά δεν µπορεί να εκτελεστεί διότι λείπει µια αναγκαία συνθήκη. Η πηγή µιας γενικής λέξης για καταστάσεις αυτού του είδους είναι φανερή: όταν κάτι λείπει λέµε ότι το θέλουµε. Σε όρους λεξικού, το να θέλω είναι το «να υποφέρω απ την έλλειψη». Υποφέρω (suffer) αρχικά σήµαινε «να υποφέρω(υφίσταµαι)», αλλά τώρα σηµαίνει «να είµαι σε πόνο» και η έντονη επιθυµία µπορεί πράγµατι να είναι επώδυνη. Ξεφεύγουµε απ αυτό κάνοντας ο,τιδήποτε ενδυναµώνεται απ το πράγµα που τώρα επιθυµείται και ζητείται.

Ένα συναφές συνώνυµο του θέλω είναι το χρειάζοµαι. Αυτό επίσης πρώτα έτεινε κοντά στο υποφέρω. Το να είµαι σε ανάγκη ήταν το να είµαι υπό περιορισµό ή πειθαναγκασµό (οι λέξεις τείνουν να χρησιµοποιηθούν όταν οι συνθήκες που περιγράφουν είναι εµφανείς (σηµαντικές). Το αισθητός συνήθως προστίθεται: κάποιος έχει µια αισθητή ανάγκη. Μερικές φορές διακρίνουµε µεταξύ επιθυµίας και ανάγκης στη βάση της αµεσότητας της συνέπειας. Έτσι θέλουµε κάτι να φάµε, αλλά χρειαζόµαστε ένα ταξί για να κάνουµε κάτι που µπορεί να έχει συνέπειες αργότερα.

Eύχοµαι/επιθυµώ (wishing) και ελπίζω/προσδοκώ(hoping)

είναι επίσης καταστάσεις του να είµαστε ανίκανοι να κάνουµε κάτι που έντονα ρέπουµε/τείνουµε να κάνουµε. Η εξακοντισµένη µπάλα του γκολφ κυλά στο γρασίδι, αλλά εµείς ευχόµαστε ή επιθυµούµε να µπει στην τρύπα (εύχοµαι είναι συναφές µε το θέλω. Το αγγλοσαξονικό willan σήµαινε «θέλω» και το θα ήταν επιθυµητό (would) στο «µακάρι να ήταν έτσι» δεν είναι συναφές µε τον αόριστο του θέλω).

Όταν κάτι που χρειαζόµαστε λείπει, λέµε ότι το αποζητάµε (νοιώθουµε την έλλειψη). Όταν θέλουµε κάτι για πολύ χρόνο, λέµε ότι το λαχταράµε. Λαχταράµε να δούµε κάποιον που αγαπάµε, ο οποίος είναι απών από πολύ καιρό. Όταν προηγούµενες συνέπειες είναι απεχθείς, δεν ελπίζουµε, ευχόµαστε ή τις λαχταρούµε. Αντίθετα, ανησυχούµε ή αισθανόµαστε ανησυχία/άγχος γι αυτές. Ανησυχώ/στενοχωρούµαι (worry) πρώτα σήµαινε «πνίγω» (φράσσω) (choke) (το σκυλί πνίγει τον αρουραίο που έπιασε) και το αισθάνοµαι ανησυχία (anxious) προέρχεται από άλλη λέξη για το πνίγω. ∆εν µπορούµε να κάνουµε ο,τιδήποτε για πράγµατα που έχουν ήδη συµβεί, αν και ακόµη είµαστε επηρεασµένοι από αυτά. Λέµε ότι είµαστε λυπηµένοι/µετανοιωµένοι (sorry) για ένα λάθος που έχουµε κάνει. Λυπηµένος είναι ένας αδύναµος τύπος του πονεµένος (sore). Όπως η λαϊκή έκφραση λέει, «εµείς µπορεί να πονάµε για κάτι». ∆υσανασχετούµε για την κακοµεταχείρηση, κυριολεκτικά, «αισθανόµενοι αυτό πάλι» (δυσφορώ και συναίσθηµα έχουν κοινή ρίζα).

Μερικές φορές δεν µπορούµε να ενεργήσουµε κατάλληλα διότι δεν έχουµε την κατάλληλη συµπεριφορά. Όταν έχουµε χάσει την κατεύθυνση µας, για παράδειγµα, λέµε ότι αισθανόµαστε χαµένοι. Να είσαι σαστισµένος είναι παρόµοιο µε το να είσαι σε µια ερηµιά. Σε µια τέτοια περίπτωση, περιπλανιόµαστε («τραβούµε τον δρόµο µας αβοήθητοι») ή διερωτώµαστε τι να κάνουµε. Τα θαύµατα του κόσµου ήταν τόσο ασυνήθιστα που κανείς δεν αποκρίνονταν σ αυτά µε κανονικούς τρόπους. Κατεχόµαστε από δέος για τέτοια πράγµατα και δέος (φόβος ανάµικτος µε θαυµασµό) προέρχεται από µια ελληνική λέξη που σήµαινε «αγωνία» ή «τρόµο». Η αγωνία, όπως η ανησυχία, κάποτε σήµαινε «πνιγµένος/µπουκωµένος/φραγµένος». Και ο τρόµος ήταν µια βίαιη τρεµούλα. Ένα θαύµα, απ το λατινικό admirare, είναι «κάτι που καταπλήσσει» ή περίπου.

Μερικές φορές δεν µπορούµε ν ανταποκριθούµε διότι είµαστε απληροφόρητοι. Είµαστε ξαφνιασµένοι/έκπληκτοι (surprised) (η δεύτερη συλλαβή του οποίου προέρχεται απ το λατινικό prehendere, «να πιάσω ή ν αρπάξω»). Η ιστορία της συζύγου του δ Johnson είναι ένα χρήσιµο παράδειγµα. Βρίσκοντας τον γιατρό να φιλά την υπηρέτρια είπε έκπληκτη, «είµαι έκπληκτη».. «Όχι», είπε ο γιατρός. «Εγώ είµαι έκπληκτος, εσύ είσαι κατάπληκτη!(εµβρόντητη/άναυδη)». Άναυδος, όπως το εµβρόντητος, πρώτα σήµαινε «να είσαι τροµαγµένος/αναστατωµένος από κεραυνό». Σύγκρινε τα γαλλικά etonnerκαι tonnere.

Όταν δεν µπορούµε εύκολα να κάνουµε κάτι, διότι η συµπεριφορά µας έχει επιεικώς τιµωρηθεί, ερχόµαστε σε αδιέξοδο/αµηχανία/δύσκολη θέση (embarrassed) /εµποδιζόµαστε /ντροπιαζόµαστε ή εµποδιζόµαστε/ Εκδιωκόµαστε/ αποκλειόµαστε (barred). Αντιτιθέµενες αποκρίσεις µα, βρίσκουν σαστισµένους/µπερδεµένους (perplexed) αυτές είναι «συνυφασµένες/αναµεµιγµένες» ή «µπερδεµένες». Όταν µια απόκριση έχει αντιφατικά ενισχυθεί, είµαστε δισταχτικοί/σεµνοί, µε την έννοια της µη εµπιστοσύνης. Η εµπιστοσύνη προέρχεται από µια τευτονική ρίζα υπονοώντας παρηγοριά, το οποίο αντίστροφα έχει µια µακρινή ελληνική σχετική έννοια «πλήρης» (υγιής/ακέραιος). Η εµπιστοσύνη (trust) προέρχεται απ τη συνέπεια/συνοχή/ σταθερότητα /λογική συµφωνία /ακολουθία (consistency).

ΑΝΑΜΟΝΗ

Έλλειψη/επιθυµία, ανησυχία, δυσανασχέτηση και τα παρόµοια συχνά καλούνται «αισθήµατα». Περισσότερο πιθανό να καλούνται «καταστάσεις του πνεύµατος/ψυχής» είναι οι σωµατικές συνθήκες που προκύπτουν από κάποιες ειδικές χρονικές διευθετήσεις των ερεθισµάτων αποκρίσεων και ενισχύσεων. Οι πρόσκαιρες διευθετήσεις είναι περισσότερο εύκολο ν αναλυθούν απ τις καταστάσεις του πνεύµατος που λέγεται ότι προκύπτουν. Αγρυπνώ/ παρατηρώ /κοιτάζω /επιβλέπω /προσέχω /άγρυπνο γρηγορώ (watch) είναι ένα παράδειγµα. Αυτό πρώτα σήµαινε «να είσαι προσεκτικός/σε εγρήγορση». Ο νυχτερινός φύλακας ήταν κάποιος που παρέµενε σε εγρήγορση. Η λέξη ξύπνιος/σε εγρήγορση (alert) προέρχεται απ την ιταλική, για τον «στρατιωτικό φύλακα». Παρακολουθούµε τηλεόραση µέχρι να κοιµηθούµε. Αυτοί που είναι σε εγρήγορση µπορεί να είναι ενήµεροι για το τι κάνουν. Ενήµερος είναι σχετικό µε το επιφυλακτικός/προσεκτικός ή υποψιασµένος (Το προσεκτικός προέρχεται από µια λέξη οικεία σε µας «σε αποκλειστική ευθύνη του αγοραστή»). Οι ψυχολόγοι έχουν ειδικά ενδιαφερθεί για την επίγνωση/ συναίσθηση /συνειδητοποίηση (awareness), αν και γενικά χρησιµοποιούν ένα συνώνυµο, την συναίσθηση/επίγνωση (consciousness).

Κάποιος που παρακολουθεί µπορεί να περιµένει κάτι να συµβεί, αλλά το περιµένω είναι περισσότερο απ το παρακολουθώ. Είναι κάτι που όλοι κάνουµε, αλλά µπορεί να µην το σκεπτόµαστε σαν µια κατάσταση του πνεύµατος. Θεωρείστε ότι περιµένετε για ένα λεωφορείο. Τίποτε δεν είχαµε κάνει µέχρι τη στιγµή άφιξης του λεωφορείου, αλλά η άφιξή του έχει ενισχύσει πολλά από τα πράγµατα που κάνουµε ενώ περιµένουµε Για παράδειγµα, στεκόµαστε εκεί που περισσότερο συχνά στεκόµασταν και κοιτάµε στην κατεύθυνση στην οποία περισσότερο συχνά κοιτούσαµε, όταν τα λεωφορεία εµφανιζόντουσαν. Το είδωµα ενός λεωφορείου έχει επίσης ισχυρά ενισχυθεί και µπορεί να βλέπαµε κάποιο ενώ περιµέναµε είτε µε την έννοια του «σκεπτόµενοι πως κάποιο µπορεί να µοιάζει» ή παίρνοντας κατά λάθος ένα φορτηγό για λεωφορείο.

Η αναµονή (waiting) για κάτι να συµβεί καλείται επίσης προσδοκία/προσµονή (expecting), ένας περισσότερο περίβλεπτος γνωστικός όρος. Το να προσµένεις είναι το να κοιτάς µπροστά (απ το λατινικό expectate). Το προβλέπω/προµαντεύω /προλαµβάνω /προσδοκώ /προσµένω (anticipate) είναι το «να κάνεις άλλα πράγµατα από πριν», όπως το να έχεις έτοιµο το εισιτήριο του λεωφορείου. Τµήµα της λέξης προέρχεται απ το λατινικό capete «να πάρω». Και το προσµένω και το προβλέπω είναι τύπος συµπεριφοράς που έχουν συµπτωµατικά ενισχυθεί µε την εµφάνιση κάποιου κάτι. (Τα περισσότερα απ όσα κάνουµε όταν περιµένουµε συντελούνται δηµόσια. Οι άλλοι µπορούν να µας δουν να στεκόµαστε σε µια στάση λεωφορείου και να κοιτάµε στην κατεύθυνση απ την οποία έρχονται τα λεωφορεία. Ένα παρατηρητικό άτοµο µπορεί ακόµη να µας δει να κάνουµε ακόµη ένα βήµα προς τα εµπρός όταν φανεί ένα λεωφορείο ή να ψάχνουµε για ένα νόµισµα καθώς εµφανίζεται το λεωφορείο. Εµείς οι ίδιοι "βλέπουµε" κάτι περισσότερο φυσικά. Ο απρόοπτες εξελίξεις έχουν επιφέρει ιδιαίτερες αλλαγές σε µας,. σε κάποιες απ τις οποίες µόνο εµείς µπορούµε ν αποκριθούµε).