Άρθουρ Σοπενχάουερ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Άρθουρ Σοπενχάουερ

Για τη δυστυχία του κόσμου

επιλεγμένα αποσπάσματα

1.

Εάν ο άμεσος και πραγματικός σκοπός της ζωής ενός ανθρώπου δεν είναι να υποφέρει τα δεινά του κόσμου, τότε η ύπαρξή του δεν έχει επ' ουδενί προσαρμοστεί στον προορισμό της. Θα ήταν παράλογο να υποθέσουμε πως τα ατελείωτα δεινά που πλήττουν τους ανθρώπους και που προκύπτουν από ανάγκες και συμφορές συνυφασμένες ουσιαστικά με την ίδια τη ζωή, είναι άσκοπα και καθαρά συμπτωματικά. Δίχως αμφιβολία, κάθε προσωπική περίπτωση δυστυχίας μοιάζει με μεμονωμένο περιστατικό, όμως η δυστυχία γενικότερα είναι που αποτελεί τον κανόνα.

2.

Όπως ένα ρυάκι κυλά ομαλά όσο δεν συναντά κανένα εμπόδιο, έτσι κι η φύση των ανθρώπων και των ζώων είναι τέτοια που δεν μας βοηθάει ούτε να αντιλαμβανόμαστε στ' αλήθεια ούτε να συνειδητοποιούμε ποτέ τι συντάσσεται με τη βούλησή μας. Τα πράγματα υποπίπτουν στην αντίληψή μας μόνο εφόσον ματαιώνουν τη βούλησή μας ή ανατρέπουν τα σχέδιά μας. Από την άλλη, ό,τι αντιτίθεται στους στόχους μας, ή ματαιώνει και εμποδίζει τις επιθυμίες μας, με άλλα λόγια, ό,τι είναι δυσάρεστο και οδυνηρό, αφήνει ακαριαία και άμεσα πάνω μας ένα σαφές στίγμα. Ακριβώς όπως δεν διατηρούμε διαρκώς συναίσθηση της γενικότερης υγιούς σωματικής μας κατάστασης, αλλά επικεντρωνόμαστε μόνο στο μικρό σημείο όπου μας χτυπάει το παπούτσι, έτσι δεν αναλογιζόμαστε το σύνολο των δραστηριοτήτων μας που βαίνουν επιτυχώς, αλλά αναλώνουμε την προσοχή μας σε ασήμαντα συμβάντα και μικροπράγματα που επιμένουν να μας εκνευρίζουν. Σε αυτό το δεδομένο βασίζεται μια θέση που έχω υπογραμμίσει επανειλημμένα: ο αρνητικός χαρακτήρας της καλοπέρασης και της ευτυχίας, σε αντίθεση με τον θετικό χαρακτήρα του πόνου.

Επομένως κανένας παραλογισμός δεν είναι μεγαλύτερος από τον παραλογισμό που χαρακτηρίζει σχεδόν όλα τα μεταφυσικά συστήματα: την ερμηνεία του κακού ως κάτι το αρνητικό. Διότι το κακό, και μόνο το κακό, έχει θετικό πρόσημο, αφού μόνο αυτό είναι απτό στον αντίποδα το καλό, δηλαδή όλες οι εκφάνσεις της ευτυχίας και της ικανοποίησης, διαθέτει αρνητικό πρόσημο, καθώς συνδέεται είτε με την καταστολή μιας επιθυμίας (μέσω της ικανοποίησής της) είτε με την εξάλειψη ενός πόνου. Η θέση αυτή συνάδει και με την τάση να υποτιμάμε την ικανοποίηση που αντλούμε από μια ευχάριστη κατάσταση, ενώ αντίθετα μια οδυνηρή περίσταση μας προξενεί περισσότερο πόνο απ' ό,τι φανταζόμασταν.

Μια γρήγορη διάψευση της θέσης που υποστηρίζει ότι η ευχαρίστηση βαραίνει περισσότερο στη ζωή από τον πόνο, ή ότι υπάρχει έστω κάποια ισορροπία ανάμεσα στα δύο, προκύπτει αν συγκρίνει κανείς τα αισθήματα ενός ζώου που κατασπαράζεται από κάποιο άλλο με αυτά εκείνου που το κατασπαράζει.
[…]
5.

Κι ωστόσο, όπως ακριβώς το σώμα μας θα εκρήγνυται σε χίλια κομμάτια ελλείψει ατμοσφαιρικής πίεσης, έτσι και η αλαζονεία του ανθρώπου, χωρίς τη διαρκή πίεση της ανέχειας, του μόχθου, της συμφοράς και του εκνευρισμού, θα άγγιζε τέτοια όρια, που, ακόμα κι αν δεν οδηγούσε τον άνθρωπο σε «έκρηξη», σίγουρα θα τον παρέδιδε στην πλέον αχαλίνωτη απερισκεψία, ακόμη και στην τρέλα. Θα μπορούσαμε ακόμα και να ισχυριστούμε πως ο άνθρωπος έχει ανάγκη σε κάποιον βαθμό τις σκοτούρες, τη δυστυχία ή την ανέχεια, όπως ένα πλοίο χρειάζεται ένα έρμα προκειμένου να μπορεί να ακολουθήσει ευθυγραμμισμένη πορεία.

Η δουλειά, ο μόχθος και οι δυσκολίες είναι το ριζικό σχεδόν όλων των ανθρώπων σε όλη τη διάρκεια του βίου τους. Ας υποθέσουμε, ωστόσο, μια κατάσταση όπου κάθε επιθυμία μας θα ικανοποιούνταν αυτόματα με τη γέννησή της: με τι θα ασχολούνταν τότε οι άνθρωποι στη ζωή τους, πώς θα περνούσαν τον χρόνο τους; Φανταστείτε τι θα γινόταν εάν η φυλή των ανθρώπων μεταφερόταν σε μια ουτοπική χώρα, όπου πάντα θα αναπτύσσονταν αυτοβούλως και οι γαλοπούλες θα πετούσαν δεξιά κι αριστερά ήδη ψημένες σε μια χώρα όπου οι εραστές θα ζούσαν τον έρωτά τους χωρίς καμία καθυστέρηση και θα έμεναν μαζί χωρίς κανένα εμπόδιο. Σε ένα τέτοιο μέρος, κάποιοι άνθρωποι θα πέθαιναν από ανία ή θα αυτοκτονούσαν, κάποιοι θα τσακώνονταν και θα αλληλοσκοτώνονταν, επιφέροντας έτσι στη ζωή τους περισσότερα δεινά απ' όσα θα τους είχε επιβάλει η φύση. Συνεπώς, σε μια φυλή σαν των ανθρώπων, κανένα άλλο πεδίο, καμία άλλη μορφή ύπαρξης δεν αρμόζει περισσότερο από αυτήν που ήδη κατέχουν οι άνθρωποι.

8.

Στην πρώτη μας νιότη, στεκόμαστε μπροστά στη ζωή που θα ξετυλιχτεί μπροστά μας σαν παιδιά που κάθονται στο θέατρο και περιμένουν με χαρά και αγωνία να ανοίξει η κουρτίνα και να εμφανιστεί ό,τι είναι να εμφανιστεί. Ευτυχώς, δεν γνωρίζουμε τι πρόκειται να εμφανιστεί. Διότι όποιος γνωρίζει βλέπει καμιά φορά τα παιδιά σαν αφελείς εγκληματίες, καταδικασμένους όχι να πεθάνουν, αλλά να ζήσουν, χωρίς να έχουν ανακαλύψει ακόμη τι ακριβώς σημαίνει η ποινή τους. Παρ' όλ' αυτά, όλοι επιθυμούμε να φτάσουμε μέχρι τα βαθιά γεράματα, σε μια κατάσταση, δηλαδή, όπου θα μπορούμε να λέμε: «Σήμερα τα πράγματα είναι άσχημα και μέρα με τη μέρα θα γίνονται όλο και χειρότερα – ώσπου να με βρει το ύστατο κακό».

9

Εάν αναλογιστούμε το σύνολο της θλίψης, του πόνου και των διαφόρων δεινών της ζωής, πηγή της οποίας είναι ο ήλιος, οφείλουμε να παραδεχτούμε πως θα ήταν πολύ καλύτερα εάν ο ήλιος επηρέαζε τη γη όσο επηρεάζει και το φεγγάρι, και εάν η επιφάνεια της γης βρισκόταν ακόμη σε κρυσταλλική κατάσταση, όπως στο φεγγάρι. Μπορούμε ακόμη να δούμε τη ζωή μας σαν ένα μεμονωμένο συμβάν που διαταράσσει ανώφελα τη μακάρια ηρεμία της ανυπαρξίας. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι εκείνος που θεωρεί τη ζωή του σχετικά υποφερτή, καθώς μεγαλώνει αποκομίζει όλο και πιο ξεκάθαρα την αίσθηση πως η ζωή δεν είναι παρά μια απογοήτευση, ή, ακόμη χειρότερα, μια απάτη. Εάν δύο άντρες που υπήρξαν φίλοι στα νιάτα τους συναντηθούν ξανά στα γεράματα, μετά την παρέλευση μιας ολόκληρης γενιάς, το βασικό συναίσθημα που θα βιώσουν μόλις αντικρίσουν ο ένας τον άλλον, διατηρώντας στο μυαλό την εικόνα που είχαν στα χρόνια της νεότητάς τους, θα είναι ένα συναίσθημα απόλυτης απογοήτευσης για το σύνολο της ζωής˙ κάποτε, στη ρόδινη αυγή της νιότης τους, απλωνόταν ευοίωνη μπροστά τους, υποσχόμενη τόσο πολλά και εκπληρώνοντας τελικά τόσο λίγα. Θα νιώσουν και οι δύο σε τέτοιο βαθμό κυριευμένοι από το συγκεκριμένο συναίσθημα, ώστε δεν θα χρειάζεται καν να το αναφέρουν – θα το αποδεχτούν σιωπηρά ως βάση της κουβέντας τους.

Εάν η πράξη της αναπαραγωγής δεν εμφανιζόταν ως το αποτέλεσμα μιας επιθυμίας, ούτε συνοδευόταν από αισθήματα ηδονής, αλλά αποτελούσε μια ψυχρή απόφαση, στηριζόμενη σε ορθολογιστικούς υπολογισμούς, άραγε θα υπήρχε ακόμη το ανθρώπινο είδος; Άραγε, ο οίκτος που θα ένιωθε τότε ο καθένας μας για τις επόμενες γενιές δεν θα του υπαγόρευε να τις απαλλάξει από το άχθος της ύπαρξης, ή τουλάχιστον να μην είναι εκείνος που θα τους επιβάλει το άχθος αυτό, έτσι εν ψυχρώ.

Κι αυτό γιατί ο κόσμος είναι μια κόλαση, και οι άνθρωποι μέσα στην κόλαση αυτή είναι συνάμα και βασανιζόμενες ψυχές και δαίμονες.