|
Άρθουρ Σοπενχάουερ
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
|---|
Άρθουρ ΣοπενχάουερΗ ΤΕΧΝΗ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣεπιλεγμένα αποσπάσματα […] ερχόμαστε στη ζωή γεμάτοι απαιτήσεις για ευτυχία και ευδαιμονία, και έχουμε την παράλογη ελπίδα να τις πραγματοποιήσουμε έως ότου η μοίρα βρεθεί άκομψα στον δρόμο μας για να μας δείξει πως τίποτα δεν εξαρτάται από εμάς και πως, αντίθετα, όλα εκείνη τα καθορίζει• εκείνη έχει αδιαμφισβήτητο δικαίωμα όχι μόνο πάνω σε ό,τι κατέχουμε και έχουμε πετύχει, αλλά και πάνω στα ίδια μας τα χέρια και τα πόδια, τα μάτια και τα αυτιά μας, ακόμα και πάνω στη μύτη μας, που βρίσκεται στο κέντρο του προσώπου μας. Έτσι έρχεται η εμπειρία να μας διδάξει πως η ευτυχία και η ευδαιμονία είναι απλά μακρινές χίμαιρες, κάτι που μας υποδεικνύει μια αυταπάτη• και πως, αντίθετα, τα βάσανα και ο πόνος είναι η πραγματικότητα, είναι αυτά που γνωρίζουμε άμεσα, δίχως αυταπάτες και καθυστερήσεις. Τι αποκομίζουμε από το δίδαγμά τους; Να σταματήσουμε να αναζητάμε την ευτυχία και τη χαρά, και να προσπαθούμε αποκλειστικά να αποφύγουμε –όσο αυτό είναι εφικτό– τα βάσανα και τον πόνο. Έτι ο φρόνιμος το άλυπον διώκει, ου το ηδύ. («Ο φρόνιμος δεν αναζητά την απόλαυση, αλλά την απουσία πόνου», Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια). Αντιλαμβανόμαστε πως το καλύτερο που μπορούμε να περιμένουμε επί γης είναι μια ζωή δίχως βάσανα, μια ζωή που να μπορούμε να υποφέρουμε αγόγγυστα: μια τέτοια ζωή μας έτυχε και αυτή ξέρουμε να εκτιμάμε• πρέπει να φροντίσουμε να μην την καταστρέψουμε επιδιώκοντας εσαεί ανύπαρκτες χαρές και αγωνιώντας για ένα μέλλον που πάντα θα είναι αβέβαιο – άλλωστε, όσο και αν προσπαθούμε να της αντισταθούμε, το μέλλον είναι εξ ολοκλήρου στα χέρια της μοίρας. […] Όταν κρίνουμε την ευτυχία κάποιου πλούσιου, νέου, ωραίου, τιμημένου, το μόνο που ζητάμε είναι να μάθουμε αν είναι χαρούμενος. Ενώ αντίθετα αν ο άνθρωπος είναι όντως χαρούμενος, δεν μας ενδιαφέρει καθόλου αν είναι νέος ή γέρος, πλούσιος ή φτωχός: ξέρουμε ότι είναι ευτυχισμένος. Γι’ αυτό και όποτε έρχεται να μας βρει η ευθυμία, πρέπει να της ανοίγουμε την πόρτα διάπλατα. Γιατί ο χρόνος των επισκέψεών της δεν είναι ποτέ ακατάλληλος. Εμείς όμως, αντί να κάνουμε ακριβώς αυτό, αναρωτιόμαστε αν έχουμε πραγματικά λόγο να είμαστε χαρούμενοι, φοβόμαστε μήπως η ευθυμία μάς αποσπάσει απ’ τις σοβαρές σκέψεις και φροντίδες. Ποια ωφέλεια θα προκύψει απ’ αυτές τις τελευταίες, δεν ξέρουμε ούτε κι εμείς οι ίδιοι, ενώ η ευθυμία είναι το πιο σίγουρο κέρδος. Επειδή μάλιστα η ωφέλειά της αφορά άμεσα το παρόν, είναι το Ύψιστο αγαθό για την ίδια την ύπαρξη, η οποία στην ουσία δεν είναι παρά ένα ενιαίο και αδιαίρετο παρόν ανάμεσα σε δύο απεραντοσύνες. Άρα, η ευθυμία είναι το αγαθό που μπορεί να αντικαταστήσει όλα τα άλλα, ενώ δεν μπορεί να αντικατασταθεί από κανένα. Γι’ αυτό και η επιδίωξή της πρέπει να έχει για μας απόλυτη προτεραιότητα. Σίγουρο επίσης είναι ότι στην χαρούμενη διάθεση τίποτε δεν συνεισφέρει λιγότερο από την εξωτερική ευδαιμονία και τίποτα περισσότερο από την υγεία. Γι’ αυτό και πρέπει η τελευταία να προτάσσεται κάθε άλλου αγαθού και να κάνουμε συνειδητή προσπάθεια να τη διαθέτουμε στον ύψιστο δυνατό βαθμό, ώστε να είμαστε σε θέση ν’ απολαύσουμε τον καρπό της, που είναι η ευθυμία. Πρέπει επίσης ν’ αποφεύγουμε τις έντονες και παρατεταμένες πνευματικές προσπάθειες και τέλος να κινούμαστε για δύο τουλάχιστον ώρες κάθε μέρα στον καθαρό αέρα. […] Πρέπει να προσπαθούμε να πετύχουμε τούτο: να εκτιμάμε αυτό που έχουμε ακριβώς όπως θα το εκτιμούσαμε αν μας το στερούσανε• τα αγαθά, η υγεία, οι φίλοι ή αγαπημένα πρόσωπα, η γυναίκα μας, το παιδί μας – τις πιο πολλές φορές εκτιμάμε την αξία τους μόλις τα χάσουμε. Αν καταφέρουμε το παραπάνω, αυτά που έχουμε, πρώτα απ’ όλα, θα μας δώσουν αμέσως περισσότερη ευτυχία• κι έπειτα, θα προλάβουμε με όποιον τρόπο μπορούμε την απώλειά τους, δεν θα εκθέσουμε σε κανέναν κίνδυνο τα αγαθά μας, δεν θα εκνευρίζουμε τους φίλους μας, δεν θα δοκιμάζουμε την πίστη των γυναικών, θα επιβλέπουμε την υγεία των παιδιών και πάει λέγοντας. Αντικρίζοντας όλα όσα δεν έχουμε, συνηθίζουμε να σκεφτόμαστε το εξής: «Και αν ήταν δικό μου;», και κατά συνέπεια νιώθουμε ότι το στερούμαστε. Αντ’ αυτού θα έπρεπε συχνά να λέμε στον εαυτό μας σε σχέση με ό,τι έχουμε: «Και αν το έχανα;». |