Χαλίλ Γκιμπράν

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Χαλίλ Γκιμπράν

Ο Τρελός

Αποσπάσματα

"Με ρώτησες πώς έγινα τρελός. Να πώς: Μιαν αυγή, καιρό πολύ πριν γεννηθούνε άμετροι θεοί, ξύπνησα από ένα λήθαργο κι είδα πως μου είχαν κλέψει όλες τις μάσκες μου -τις εφτά μάσκες που είχα δημιουργήσει κι είχα φορέσει σ' εφτά ζωές. ΄Ετρεξα τότε ακάλυπτος στους κοσμοπλημμυρισμένους δρόμους φωνάζοντας: "Κλέφτες, κλέφτες, καταραμένοι κλέφτες!" Πολλοί άντρες και γυναίκες με περιγέλασαν, κι άλλοι έτρεξαν φοβισμένοι στα σπίτια τους.Σαν έφτασα στην αγορά, ένας νέος πάνω από μια στέγη φώναξε: "Είναι τρελός!". Σήκωσα το κεφάλι για να τον δω. Τότε, για πρώτη φορά, ο ήλιος φίλησε το γυμνό πρόσωπό μου και η ψυχή μου γέμισε αγάπη για τον ήλιο, κι απ΄τη στιγμή εκείνη δεν ήθελα πια τις μάσκες μου.

Και εκστασιασμένος φώναξα:
"Ευλογημένοι, ευλογημένοι εκείνοι που έκλεψαν τις μάσκες μου!"΄Ετσι έγινα τρελός. Και μέσα στην τρέλα μου βρήκα και τα δυο: λευτεριά και σιγουριά. Τη λευτεριά της μοναξιάς και τη σιγουριά πως δεν με καταλαβαίνουν. Γιατί αυτοί που μας καταλαβαίνουν κάτι υποδουλώνουν μέσα μας. Αλλά, ας μην είμαι και τόσο περήφανος για τη σιγουριά μου. Κι ένας κλέφτης ακόμα, όταν είναι φυλακισμένος, είναι προφυλαγμένος από έναν άλλον κλέφτη."

[...]
ΤΕΛΕΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
Θεέ των χαμένων ψυχών,
συ ο χαμένος μέσα στους θεούς τους άλλους,
άκουσέ με.
Ευγενικό Πεπρωμένο που εποπτεύεις μας,
τα τρελά περιπλανώμενα πνεύματα,
άκουσέ με:
Κατοικώ στο επίκεντρο μιας τέλειας ράτσας,
εγώ ο υπερατελής.
Εγώ, ένα χάος ανθρώπινο,
ένα νεφέλωμα από συγχυσμένα στοιχεία,
κινιέμαι ανάμεσα σ’ εντελείς κόσμους
-λαούς με τέλειους νόμους κι απαρασάλευτη τάξη.
Που έχουν σκέψεις ταξινομημένες,
που έχουν όνειρα διευθετημένα
και που τα οράματά τους
είναι καταγραμμένα και αρχειοθετημένα.
Οι αρετές τους, ω Θεέ,
πέρασαν από την μεζούρα κι από την ζυγαριά.
Τα κρίματά τους
-κι ακόμα τα απροσμέτρητα όσα ξέφυγαν
στην αχλύ του λυκόφωτος
που δεν υπάρχει αρετή ή αμαρτία-
κι αυτά καλά λογαριασμένα είναι και καταχωρισμένα.
Εδώ, μέρες και νύχτες διανέμονται
σε εποχές συμπεριφοράς
και κυβερνιούνται από κανόνες άσφαλτης ακρίβειας.
Να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
να σκέπεις τη γύμνια σου,
και τέλος να «κουράζεσαι εν πρέποντι χρόνω».
Να δουλεύεις, να παίζεις, να τραγουδάς,
να χορεύεις και τέλος να πλαγιάζεις,
στου ρολογιού τον «ενδεδειγμένον κτύπον».
Να σκέφτεσαι «έτσι», να αισθάνεσαι «τόσο»,
και τέλος να παύουν σκέψεις και αισθήματα,
μόλις κάποιο καθορισμένο αστέρι ανατείλει
στον «μεμακρυσμένο» ορίζοντά σου.

Να ληστεύεις, έναν γείτονα, με ένα χαμόγελο.
Να επιδαψιλεύεις δώρα με περίκομψες χειρονομίες.
Να καταστρέφεις μία ψυχή με μία λέξη.
Να καρβουνιάζεις ένα σώμα με μία ανάσα.
Και τέλος, να «νίπτεις τας χείρας σου».
Τελείωσε το έργο σου κι αυτής της μέρας.

Να ερωτεύεσαι σύμφωνα με την «κατεστημένη» τάξη,
να διδάσκεις τον καλύτερο εαυτό σου
με «προδιαγεγραμμένο» τρόπο,
να λατρεύεις τους θεούς «ευαρμόστως»,
να μηχανορραφείς με τους δαιμόνους «τεχνηέντως»,
και τέλος να λησμονάς τα πάντα
-σάμπως να σου ‘χει πεθάνει η μνήμη.
Να στοχάζεσαι υστερόβουλα,
να προμελετάς λελογισμένα,
να ευτυχείς αβρά κι αριστοκρατικώς να υποφέρεις·
και τέλος να τρυγάς την κούπα
«μέχρις ρανίδος» για να μπορείς να την ξαναγεμίσεις.

Αύριο πάλι.
Όλα αυτά, ω Θεέ, που έχουν προβλεπτικά συλληφθεί,
που έχουν αποφασιστικά γεννηθεί,
που έχουν ακριβόλογα γαλουχηθεί,
που έχουν με κανόνες κυβερνηθεί,
λογοκρατικά κατευθυνθεί,
και που έχουν: σφαχτεί και θαφτεί
σύμφωνα με προκαθορισμένη μέθοδο.
Κι ακόμα κι οι σιωπηλοί τους τάφοι,
που κείτονται μέσα στην ανθρώπινη ψυχή,
είναι μαρκαρισμένοι κι αριθμημένοι.
Ένας τέλειος κόσμος, είναι.
Ένας κόσμος ολοκληρωμένης τελειότητας,
ένας κόσμος υπέρτατης θαυματουργίας,
τ’ ωριμότερο φρούτο στου Θεού τον κήπο,
η μεγαλοφυέστερη βούληση του σύμπαντος.

Μα γιατί πρέπει να βρίσκομαι κι εγώ εδώ,
ω Θεέ, εγώ ένας άγουρος σπόρος απ’ ανεκπλήρωτο πάθος,
μια τρελοκαταιγίδα που δεν ψάχνει για ανατολή
μηδέ για δύση,
ένα αποπλανημένο θραύσμα από έναν,
που εκρήχτηκε, πλανήτη;
Γιατί βρίσκομαι εδώ,
ω Θεέ των χαμένων ψυχών,
συ που σαι χαμένος
μέσα στους θεούς τους άλλους;