Οράτιος

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΟΡΑΤΙΟΣ

ΩΔΕΣ

Βιβλίο Α’, ΩΔΗ 11

Λευκονόη, μη ρωτάς, δεν κάνει να ξέρεις
ποιο τέλος όρισαν οι θεοί για τη ζωή
τη δική μου και τη δική σου·
και μη ζητάς τ' άστρα μελετώντας να τό βρεις.
Πόσο είναι προτιμότερο να δείχνεις υπομονή
σ' ό,τι συμβεί!
Χειμώνες περισσότερους αν μας χρωστά ο Δίας
ή αν αυτόν μάς χάρισε στερνό,
που σπάει το κύμα το τυρρηνικό στ' αντικρινά τα βράχια,
δείξε τη φρονιμάδα σου,
στράγγιζε τα κρασιά σου·
κι αφού η ζωή είναι λίγη,
κλάδευε τη μακρινή ελπίδα.
Όσο μιλάμε, θα 'χει πετάξει πια ο χρόνος.
Άδραξε τη μέρα (Απόλαυσε το σήμερα)
και δείξε -όσο το δυνατόνλιγότερη εμπιστοσύνη στο αύριο

ΩΔΗ 25 Στην Εταίρα Λύντια

Αϊ τώρα πια λιγότερες φορές μέσα στις νύχτες
Στα παραθύρια τα κλειστά χτύπους ακούς συχνούς!
Λιγόστεψαν οι ακόλαστοι που ερχόντουσαν ξενύχτες
Και δε χαλάν τον ύπνο σου αδιάκριτα μ αυτούς.
Ανοιγόκλεινε εύκολα πριν η πόρτα σου, θυμάσαι;
Μα τώρα το κατώφλι της φυλάει αγκαλιαστά!
Δύσκολα πια τέτοια να κλαιν ακούς: «Λύντια, κοιμάσαι;
Που εγώ, ο καλός σου, χάνομαι, στα μακρονύχτια αυτά;
Κάτω από αφέγγαρο ουρανό και Συ, με τη σειρά σου,
Θα κλάψεις κάποτε γριά σ’ απόμερο στενό,
Σ’ ώρες χειμώνα, βλέποντας αδιάφορους μπροστά σου,
Αυτούς που σε τριγύριζαν εκείνο τον καιρό!
Γεμάτο φλόγα ο έρωτας και επιθυμίες μαινάδες,
Τα πληγωμένα στήθια σου με λύσσα θα κεντούν
Θα σου ξανάψουν τις ορμές τρελές, σα στις φοράδες,
Μα μονάχα στα δάκρυα σου ξεθύμασμα θα βρουν!
Χλωρό κισσό ολοπράσινο θέλουνε στην χαρά τους
Οι νέοι για τα στεφάνια τους, κι όχι μυρτιές ξερές!
Τα φύλλα που μαράθηκαν τα ρίχνουν μακριά τους
Στους αγύριστου Έβρου τις θολές και κρύες νεροσυρμές!
(Μτφ Μίμης Λουκάτος, Από το περιοδικό ΝΕΕΣ ΕΠΟΧΕΣ
Τεύχος 181, 1 Ιουλίου 1934)

ΟΛΙΓΑΡΚΕΙΑ (ΒΙΒΛΙΟ 1, ΩΔΗ 31)

Σαν τι προσμένει από σε ο ποιητής, Απόλλωνα;
Ποια τάχα χάρη σου ζητά, καθώς απ το κροντήρι
Χύνοντας νιόβγαλτο κρασί κάνει σπονδή σε σένα;
Όχι, δεν σου ζητάει αυτός τα πλούσια βοσκοτόπια
Της Σαρδηνίας κι ούτε βοδιών κοπάδια της Καλαβρίας
Ούτε χρυσάφι λαχταράει από τις Ινδίες και φίλντισι
Ή τους αγρούς που απαλά με τα νερά του
Το ήσυχο ποτάμι ο Λίρης γλείφοντας ποτίζει.
Άλλοι ας κλαδεύουν και ας τρυγούν
της Καμπανίας τ’ αμπέλια που η τύχη τους εδώρισε.
Κι ο έμπορος ο πλούσιος ας πίνει
Από τα χρυσά κύπελλα γλυκό κρασί
Που απέκτησε εδώ κομίζοντας εκλεχτή πραμάτεια
Απ τη Συρία. Θα ήταν αλήθεια αγαπημένος των Θεών,
Αφού τρεις και τέσσερις φορές τον χρόνο εδιάβη
Ατιμώρητα και ανέβλαβα το πέλαγος το Ατλαντικό.
Τίποτε δεν ζητώ από αυτά. Μένα με θρέφουν
Λίγες ελιές, ραδίκια από το βουνό κι οι ταπεινές μολόχες.
Γιε της Λητώς, άμποτε να μου χαρίζεις υγεία και καθάριο νου
Να χαίρομαι όσα έχω, σε άθλια να μην πέσω γηρατειά
Κι ας μου είναι πάντα βολετό να κρούω την κιθάρα.

(Από το περιοδικό ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ τεύχος 1695, 15/2/1998 ΜΤΦ Π. Χ. ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ)