ΒΙΚΤΩΡ ΟΥΓΚΩ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

“Η Παναγία των Παρισίων" είναι η ιστορία του δύσμορφου κωδωνοκρούστη Κουασιμόδου και της όμορφης τσιγγάνας Εσμεράλδας με τον Βίκτωρ Ουγκώ να συνθέτει την τραγωδία του ανεκπλήρωτου έρωτα με την καταγγελία της κρατικής αδικίας με σε μια εκπληκτικά ρεαλιστική αναπαράσταση του μεσαιωνικού Παρισιού. Στο μυθιστόρημα το ανθρώπινο δράμα εξελίσσεται μέσα από διαφορετικούς χαρακτήρες, όπως του κληρικού Φρολό ( η καταπίεση της επιθυμίας οδηγεί σε σκοτεινά μονοπάτια), του Φοίβου (ματαιοδοξία και αναισθησία), Κουασιμόδος (ζωή μέσα στον πόνο), Εσμεράλντα (αγνή και γενναιόδωρη η οποία θα προτιμήσει το θάνατο παρά να παραδοθεί στις ορέξεις του ιερωμένου). Ο Ουγκώ ασχολείται με τη σκληρότητα των ποινών και την έλλειψη επιείκειας των δικαστηρίων, που συχνά βλάπτουν τους αθώους αντί να τους προστατεύουν ενώ θα αποδώσει φταίξιμο και στην κοινωνία, που παρακολουθεί απαθής την αδικία χωρίς να διαμαρτύρεται.

ΒΙΚΤΩΡ ΟΥΓΚΩ

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

Φανταστείτε... Αλλά όχι! Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς εκείνη την τετράγωνη μύτη που θύμιζε ρύγχος, εκείνο το απαίσιο ξεδοντιασμένο στόμα, το μοναδικό στρογγυλό μάτι που κρυβόταν κάτω από μια κοκκινωπή τούφα που ήταν φρύδι, το δόντι που ξεπεταγόταν από τ' αποκρουστικά χείλη σα δόντι κάπρου... Όχι! Τέτοια ασχήμια δεν μπορεί να περιγραφτεί. Όπως δεν μπορεί να περιγραφτεί και η έκφραση που είχε εκείνο το πρόσωπο. Ένα μίγμα πονηριάς, σαστιμάρας και θλίψης... Είναι ο Κουασιμόδος: φώναξαν. Είναι ο κωδωνοκρούστης της Παναγίας! Το στοιχειό της μεγάλης εκκλησίας!“

......

Ξαφνικά η φρενίτιδα της καμπάνας τον συνέπαιρνε ολότελα. Το βλέμμα του γινόταν αλλόκοτο, περίμενε το πέρασμα της καμπάνας, σαν την αράχνη που καραδοκεί τη μύγα, και απότομα ριχνόταν με όλο του το σώμα πάνω της. Και τότε, κρεμασμένος πάνω από το βάραθρο, εκτοξευμένος στη φοβερή ταλάντωση της καμπάνας, γράπωνε το μπρούτζινο τέρας απ’ τα αυτιά, το καβαλίκευε σφιχτά με τα γόνατά του, το σπιρούνιζε με τις φτέρνες του και διπλασίαζε με όλη του την ορμή και με όλο το βάρος του κορμιού του την παραφορά της καμπάνας. Τότε ο πύργος τρανταζόταν ολόκληρος. Εκείνος ούρλιαζε και τα δόντια του έτριζαν, τα αγριοκόκκινα μαλλιά του ορθώνονταν, το στήθος του ξεφυσούσε δυνατά σαν φυσερό, τα μάτια του αστραποβολούσαν και η τερατώδης καμπάνα χρεμέτιζε ξεφυσώντας από κάτω του...

......

Την ίδια στιγμή είδε το πλήθος να παραμερίζει. Μια κοπέλα με αλλόκοτη φορεσιά και με ένα ντέφι στο χέρι πρόβαλε μέσα από τον κόσμο. Τη συνόδευε ένα μικρό, κάτασπρο κατσικάκι με χρυσωμένα κερατάκια. Το μοναδικό μάτι του Κουασιμόδου άστραψε. Είδε τη γυφτοπούλα που ο ίδιος είχε προσπαθήσει να απαγάγει την περασμένη νύχτα και που γι’ αυτήν είχε την αόριστη εντύπωση ότι τον τιμωρούσαν τώρα. Βέβαια, αυτό δεν ήταν αλήθεια, αφού η καταδίκη του οφειλόταν απλώς στην κακοτυχία του ότι αφενός ήταν κουφός και αφετέρου τον είχε δικάσει ένας κουφός. Όμως ήταν σίγουρος ότι το κορίτσι είχε έρθει για να τον εκδικηθεί με τη σειρά του και να του δώσει ένα ακόμη χτύπημα όπως όλοι οι άλλοι. Η κοπέλα πλησίασε αμίλητη τον κατάδικο, που στριφογύριζε μάταια για να της ξεφύγει, και τραβώντας ένα παγούρι από τη ζώνη της το έφερε απαλά στα κατάξερα χείλη του. Και τότε, απ’ αυτό το ως τώρα ολόστεγνο και πυρωμένο μάτι είδαν ένα χοντρό δάκρυ να κυλά αργά σε όλο το κακάσχημο και παραμορφωμένο από τις συσπάσεις πρόσωπό του. Ίσως ήταν το πρώτο δάκρυ που είχε χύσει ποτέ ο άμοιρος. Παρ’ όλα αυτά ξεχνούσε να πιει. Η τσιγγανοπούλα έκανε πάλι τη γνωστή της γκριμάτσα και με ένα ανυπόμονο χαμόγελο ακούμπησε το στόμιο του παγουριού στα χείλη του Κουασιμόδου με τα σουβλόδοντα. Εκείνος ήπιε άπληστα, με ασίγαστη δίψα.