|
Νιζάρ Καμπανί
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
|---|
Νιζάρ ΚαμπανίΨωμί, χασίς και φεγγάριΌταν το φεγγάρι γεννάται στην ανατολή,Και οι άσπρες στέγες συμπαρασύρονται κοιμισμένες Κάτω από το συσσωρευμένο φως, Οι άνθρωποι αφήνουν τα καταστήματά τους και πορεύονται σε ομάδες Για να συναντήσουν το φεγγάρι Κρατώντας ψωμί, και ένα ραδιόφωνο, στα κορφοβούνια, Και τα ναρκωτικά τους. Εκεί αγοράζουν και πωλούν φαντασιώσεις Και εικόνες, Και πεθαίνουν- καθώς το φεγγάρι έρχεται στη ζωή. Τι έχει κάνει αυτός ο φωτεινός δίσκος στην πατρίδα μου; Την γη των προφητών, Την γη των απλών ανθρώπων, Τους μασητές του καπνού, τα βαποράκια των ναρκωτικών; Τι είναι αυτό που μας κάνει το φεγγάρι, Ώστε να σπαταλούμε την ανδρεία μας Και να ζούμε μόνο για να παρακαλούμε τον ουρανό; Τι έχει ο ουρανός Για τους τεμπέληδες και τους αδύναμους; Όταν το φεγγάρι έρχεται στη ζωή μετατρέπονται σε πτώματα, Και ταρακουνούν τους τάφους των αγίων, Ελπίζοντας να τους χορηγηθεί λίγο ρύζι, μερικά παιδιά ... Απλώνουν τα ωραία και κομψά χαλιά τους, Και παρηγορούν τον εαυτό τους με το όπιο που ονομάζουμε μοίρα Και πεπρωμένο. Στη πατρίδα μου, τη γη των απλών ανθρώπων Τι αδυναμία και παρακμή Μας διακατέχει, όταν το σεληνόφως ξεπροβάλλει! Χαλιά, χιλιάδες καλάθια, Ποτήρια με τσάι και παιδιά συρρέουν πάνω στους λόφους. Στη πατρίδα μου, όπου οι απλοί άνθρωποι κλαίνε, Και ζουν κάτω από το φως που δεν μπορούν να κατανοήσουν Στη πατρίδα μου, Όπου οι άνθρωποι ζουν χωρίς μάτια, Και προσεύχονται, Και εκπορνεύονται, Και ζουν σε παραίτηση, Όπως έκαναν πάντοτε, Καλώντας το μισοφέγγαρο: "Ω ημισέληνος! Ω μετέωρε μαρμάρινε Θεέ! Ω απίστευτο αντικείμενο! Πάντα υπήρχες για την ανατολή, για μας, Ένα σύμπλεγμα διαμαντιών, Για τα εκατομμύρια των οποίων οι αισθήσεις είναι ναρκωμένες" Σ' εκείνες τις ανατολίτικες νύχτες όταν Το φεγγάρι γεμίζει πλήρως, Η ανατολή χάνει κάθε τιμή Και σθένος. Τα εκατομμύρια που κυκλοφορούν ξυπόλυτοι, Που πιστεύουν σε τέσσερις συζύγους Και την ημέρα της κρίσης, Τα εκατομμύρια των ανθρώπων που βλέπουν το ψωμί Μόνο στα όνειρά τους, Που περνούν τη νύχτα σε σπίτια Χτισμένα από βήχα, Που δεν έχουν δει ποτέ τα μάτια τους φάρμακο, Ξαπλώνουν σαν τα πτώματα κάτω από το σεληνόφως. Στην πατρίδα μου, όπου οι ηλίθιοι κλαίνε Και πεθαίνουν κλαίγοντας Όποτε το μισοφέγγαρο εμφανίζεται Και τα δάκρυά τους αυξάνονται, Κάθε φορά που κάποιο άθλιο λαούτο τους συνεπαίρνει ... ή το τραγούδι για τη "νύχτα" Στη πατρίδα μου, Στη χώρα των απλών ανθρώπων, όπου σιγά-σιγά μασούμε τ' ατέλειωτα τραγούδια μας- Μια μορφή κατανάλωσης που καταστρέφει την ανατολή- Η δική μας ανατολή μασά την ιστορία της, τα ληθαργικά όνειρά της, τους άδειους θρύλους της, Η δική μας ανατολή που βλέπει το σύνολο όλου του ηρωισμού Στο Γραφικό Αμπού αλ Ζιάντ Χιλάλι. Ένα μάθημα σχεδίουΟ γιος μου έσπρωξετην παιδική παλέτα του μπροστά μου και μου ‘πε να του ζωγραφίσω ένα πουλί. Βούτηξα το πινέλο μου στο γκρι σχεδιάζοντας ένα τετράγωνο με κλειδαριές και σίδερα. Τότε με γουρλωμένα μάτια είπε: «…Μα αυτό, Πατέρα, είναι μια φυλακή, δεν ξέρεις ένα πουλί πώς ζωγραφίζεται;» Και του απάντησα: συγγνώμη, γιε μου έχω ξεχάσει τα σχήματα των πουλιών. Ο γιος μου έσπρωξε το μπλοκ ζωγραφικής μπροστά μου και μου ‘πε να του ζωγραφίσω τον ανθό του σιταριού. Κράτησα την πένα, του σχεδίασα ένα όπλο. Τότε με ύφος κοροϊδευτικό με ρώτησε: «Μα δεν μπορείς να ξεχωρίσεις ένα όπλο απ’ το σιτάρι;» Και απάντησα: «Άκουσε, γιε μου, κάποτε γνώριζα το σχήμα του σταριού και τη μορφή του καρβελιού κι ενός τριαντάφυλλου την όψη. Μα τώρα ο καιρός δυσκόλεψε τα δέντρα του δάσους προσχώρησαν στην πολιτοφυλακή κι η εξουθένωση τύλιξε το τριαντάφυλλο. Τώρα οι μέρες αρματώθηκαν το σιτάρι οπλοφορεί το πουλί οπλοφορεί η κουλτούρα οπλοφορεί η θρησκεία οπλοφορεί και δεν μπορείς να αγοράσεις ένα καρβέλι ψωμί χωρίς να βρεις ένα όπλο στην ψίχα του και δεν μπορείς να κόψεις ένα τριαντάφυλλο χωρίς να σου πεταχτούν αγκάθια στο πρόσωπο και δεν μπορείς να αγοράσεις ένα βιβλίο χωρίς να εκραγεί στα δάχτυλά σου». Τότε ο γιος μου κάθισε στου κρεβατιού την άκρη ζητώντας μου να απαγγείλω ένα ποίημα, κι ένα δάκρυ μου ξαφνικά ρίχτηκε στο μαξιλάρι. Πήγε και το ‘γλειψε να το γευτεί κι ύστερα είπε: «Μα αυτό είναι δάκρυ, Πατέρα, όχι ποίημα!». Και του αποκρίθηκα αμέσως: «Όταν μεγαλώσεις, γιε μου, και γνωρίσεις την ιερότητα της αραβικής ποίησης θα δεις πως η λέξη με το δάκρυ βγαίνουνε αδέρφια και πως το ποίημα δεν είναι παρά δάχτυλα που στάζουν. Και τότε ο γιος μου έσπρωξε όλες τις μπογιές μπροστά μου και μου ‘πε να του ζωγραφίσω μια πατρίδα γι’ αυτόν. Το πινέλο τρεμούλιασε στο χέρι μου και εγώ βούλιαξα, κλαίγοντας. μτφρ: Σαμσών Ρακάς Συγκρινόμενη ΑγάπηΔεν μοιάζω με τους προηγούμενους εραστές σου,ωραία μου Κυρία, αν κάποιος σου δώσει ένα σύννεφο εγώ θα σου δώσω, βροχή. Αν κάποιος σου δώσει μια λάμπα, εγώ θα σου χαρίσω το φεγγάρι. Αν κάποιος σου δώσει ένα ανθισμένο κλαδί, εγώ θα σου δώσω το δέντρο. Και αν κάποιος σου δώσει ένα πλοίο, εγώ θα σου προσφέρω, το ταξίδι. |