|
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
|---|
Πάμπλο ΝερούδαΕπιλογή από το ποιητικό του έργοΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣε ονόμασα βασίλισσα.Υπάρχουν ψηλότερες από σένα, ψηλότερες. Υπάρχουν πιο αγνές από σένα, αγνότερες. Υπάρχουν ομορφότερες από σένα, ομορφότερες. Ma εσύ ‘σαι η βασίλισσα. Όταν περπατάς στους δρόμους κανένας δε σ’ αναγνωρίζει. Κανείς δε βλέπει την κρυστάλλινη κορώνα σου, Κανείς δεν βλέπει τον τάπητα από κόκκινο χρυσό που πατάς καθώς περνάς, τον τάπητα που δεν υπάρχει. Κι όταν προβάλλεις, Σημαίνουν όλα τα ποτάμια το σώμα μου, τον ουρανό τραντάζουν οι καμπάνες Κι ένας ύμνος τον κόσμο γεμίζει Μονάχα εσύ κι εγώ, μονάχα εσύ κι εγώ, έρωτα μου, τον ακούμε. Από περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τεύχος 1140, μετάφραση ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΡΘΕΝΗΣ ΔΕ Σ’ ΑΓΑΠΩΔε σ’ αγαπώ σαν να ‘σουν ρόδο αλατιού, τοπάζι,σαΐτα από γαρούφαλλα που τη φωτιά πληθαίνουν: σ’ αγαπώ ως αγαπιούνται κάποια πράγματα σκοτεινά μυστικά, μέσ’ από την ψυχή και τον ίσκιο. Σ’ αγαπώ καθώς κάποιο φυτό που δεν ανθίζει, μα που μέσα του κρύβει το λουλουδόφως όλο, και ζει απ’ τον έρωτά σου σκοτεινό στο κορμί μου τ’ άρωμα που σφιγμένο μ’ ανέβηκε απ’ το χώμα. Σ’ αγαπώ μη γνωρίζοντας πώς, από πού και πότε, σ’ αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια: σ’ αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ’ άλλον τρόπο, παρά μ’ ετούτον όπου δεν είμαι ούτε είσαι, που το χέρι σου πάνω μου το νιώθω σαν δικό μου που όταν κοιμάμαι κλείνουν και τα δικά σου μάτια. Μπορώ να γράψω τους πιο λυπητερούς στίχους αυτή τη νύχτα.Μπορώ να γράψω τους πιο λυπητερούς στίχους αυτή τη νύχτα.Να γράψω, για παράδειγμα: «Η νύχτα είναι έναστρη, και τρεμοπαίζουν, γαλάζια, τ’ αστέρια, μακριά». Ο άνεμος της νύχτας τριγυρίζει στον ουρανό και τραγουδάει. Μπορεί να γράψει τους πιο θλιμμένους στίχους αυτή τη νύχτα. Εγώ την αγάπησα, και κάποτε κι εκείνη μ’ αγάπησε. Τις νύχτες σαν ετούτη την είχα μέσα στα μπράτσα μου Τη φίλησα τόσες φόρες κάτω από τον άπειρο ουρανό Εκείνη με αγάπησε, κάποτε κι εγώ θα την αγαπούσα Πως να μην έχω αγαπήσει τα μεγάλα ορθάνοιχτα μάτια της. Μπορώ να γράψω τους πιο λυπητερούς στίχους αυτή τη νύχτα. Να σκεφτώ πως δεν την έχω. Να νιώσω πως την έχω χάσει. Ν’ ακούσω την απέραντη νύχτα, πιο απέραντη χωρίς εκείνη. Κι ο στίχος πέφτει στην ψυχή όπως στο λιβάδι η δροσιά. Τι σημασία έχει που ο έρωτας μου δεν μπόρεσε να την κρατήσει. Η νύχτα είναι έναστρη κι εκείνη δεν είναι μαζί μου. Αυτό είναι όλο. Μακριά κάποιος τραγουδάει. Μακριά. Η ψυχή μου δεν χαίρεται που την έχει χάσει. Σαν για να την πλησιάσει η ματιά μου την αναζητάει. Η καρδιά μου την αναζητάει, κι εκείνη δεν είναι μαζί μου. Την ίδια νύχτα που κάνει ν’ ασπρίζουν τα ίδια δέντρα. Εμείς, οι αλλοτινοί, δεν είμαστε πια οι ίδιοι. Δεν την αγαπώ πια, είναι βέβαιο, όμως πόσο την αγάπησα. Η φωνή μου αναζητούσε τον άνεμο για να αγγίξει το αυτί της. Αλλιώτικη. Θα είναι αλλιώτικη. Όπως πριν από τα φιλιά μου. Η φωνή της, το λαμπερί της σώμα. Τα μάτια της τα απέραντα. Εγώ δεν την αγαπώ, είναι βέβαιο, όμως ίσως την αγαπώ. Είναι τόσο σύντομος ο έρωτας και τόσο πλατιά η λησμονιά. Επειδή σε νύχτες σας ετούτη την είχα μέσα στα μπράτσα μου, Η ψυχή μου δεν χαίρεται που την έχω χάσει. Ακόμη κι αν αυτός είναι ο τελευταίος πόνος που εκείνη μου προκαλεί. Κι αυτοί είναι οι τελευταίοι στίχοι που εγώ της γράφω. Από περιοδικό περίπλους, τεύχος 20 Χειμώνας 89, Ζάκυνθος Απόδοση Νίκος Μοσχονάς ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΣΟΥΠάρε μου το ψωμί, αν θέλεις,πάρε μου τον αέρα, αλλά μη μου παίρνεις το γέλιο σου. Μη μου παίρνεις το ρόδο, τη βρύση που σταλάζει το νερό που άξαφνα σκάει μες στη χαρά σου το ασημένιο κύμα το ξαφνικό που σε γεννάει. Η πάλη μου είναι σκληρή και γυρίζω με τα μάτια κουρασμένα έχοντας δει φορές τη γη που δεν αλλάζει, μα μπαίνοντας το γέλιο σου στον ουρανό ανεβαίνει ψάχνοντάς με κι όλες ανοίγει για μένα τις πόρτες της ζωής σου. Αγάπη μου,την ώρα την πιο σκοτεινή ανθίζει το γέλιο σου κι αν ξαφνικά βλέπεις πως το αίμα μου λεκιάζει τις πέτρες του δρόμου, γέλα, γιατί το γέλιο σου θα είναι για τα χέρια μου σαν δροσερό σπαθί. Δίπλα στη θάλασσα φθινόπωρο το γέλιο σου πρέπει να υψώσει τον καταρράκτη του απ’ αφρό και την άνοιξη, αγάπη μου, θέλω το γέλιο σου όπως το άνθος που περίμενα, το άνθος γαλανό, το ρόδο της ηχηρής πατρίδας μου. Γέλασε για τη νύχτα τη μέρα, τη σελήνη, γέλασε για τους δρόμους όλο στροφές του νησιού γέλα για αυτό το αδέξιο αγόρι που σε θέλει, μα σαν εγώ ανοίγω τα μάτια και τα κλείνω, όταν τα βήματά μου με πάνε και με φέρνουν πες μου όχι το ψωμί, τον αέρα το φως την άνοιξη το γέλιο σου ποτέ γιατί θα πέθαινα. Μτφ Βασίλης Λαλιώτης |