Μολιέρος

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Ο Μολιέρος έγραψε την κωμωδία "Ο Μισάνθρωπος" το 1666. Ο πρωταγωνιστής μισεί τον κόσμο και επιτίθεται προς όλους και όλα ώσπου αναγκάζεται να αποχωρήσει από την κοινωνία για να μπορέσει να ζήσει "ως τίμιος άνθρωπος". Ο Μολιέρος με τον Μισάνθρωπο ασκεί κριτική στην υποκρισία, την χυδαιότητα, τον αμοραλισμό και την κενοδοξία της κοινωνίας της εποχής του.

Μολιέρου
Μισάνθρωπος

αποσπάσματα

ΑΛΣΕΣΤ (η σχέση του με τους άλλους): Δεν ξέρω τι μυαλά κουβαλάτε εσύ κι άλλοι που κάνετε τους μοντέρνους, πάντως εγώ τις σιχαίνομαι αυτές τις δήθεν κοινωνικότητες. Γιατί να ξεγοφιάζεσαι στις υποκλίσεις, γιατί να στεγνώνει η γλώσσα σου από τα ψεύτικα λόγια και γιατί να ορκίζεσαι φιλίες με τον ίδιο τρόπο και στους άξιους και τους γελοίους; Τι σας πιάνει όλους εσάς τους μοντέρνους; Γιατί ξοδεύετε λέξεις και συναισθήματα με την ίδια ευκολία στον έντιμο και τον απατεώνα; Η εκδήλωση ψεύτικων αντιδράσεων οικειότητας είναι ειδικότητα της πόρνης, όχι του τίμιου ανθρώπου. Οι αντιδράσεις μας στους άλλους πρέπει να έχουν διαβαθμίσεις: αν δείχνουμε ότι τους εκτιμάμε όλους, είναι σίγουρο πως δεν εκτιμάμε κανέναν. Εσύ τι να πω! Τώρα τελευταία τους αντιμετωπίζεις όλους με τόση διαστροφική κοινωνικότητα, που μου απαγορεύεις να σε θεωρώ και δικό μου φίλο. Εγώ καταδικάζω όποιον θέλει να γίνει αρεστός σε όλους και τους φέρεται με τον ίδιο ευγενικό τρόπο, γιατί θέλω να με ξεχωρίζουν και να μ΄ επιλέγουν γι΄ αυτό που είμαι.

ΑΛΣΕΣΤ (πως ορίζει τον έρωτα): Ο έρωτας που νιώθω για τη νεαρή χήρα κάθε άλλο παρά με τυφλώνει. Βλέπω τα ελαττώματά της και, παρόλο το πάθος μου γι΄ αυτήν, είμαι ο πρώτος που τα κατακρίνω. Βέβαια, της έχω μεγάλη αδυναμία, γιατί είναι τόσο χαριτωμένη που, όσα τρωτά κι αν έχει, βρίσκει τρόπους υπέροχους να τα καλύπτει. Όμως κι εγώ έχω τόση φλόγα μέσα μου γι΄ αυτήν, που θα κάψει στην ψυχή της όλα τα ελαττώματα και θα την ξανακάνει άσπιλη.

ΑΛΣΕΣΤ (απευθυνόμενος στην αγαπημένη του Σελιμέν): …Το μόνο που είπα είναι να κρατάτε την καρδιά σας λιγότερο εύκολη και να δείχνετε πιο αυστηρή. Ξέρω πως, όπου πάτε, γοητεύετε τους άντρες, εκείνοι σας πλησιάζουν, κι εσείς δεν τους αποθαρρύνετε. Αντίθετα, τους δίνετε ελπίδες κι εκείνοι μαζεύονται γύρω σας, όλο και περισσότεροι κάθε φορά. Νομίζω πως, αν η φιλαρέσκειά σας ήταν πιο συγκρατημένη, οι θαυμαστές γύρω σας θα μειώνονταν. Αλήθεια, κυρία μου, πείτε μου τι έχει πάνω ο τυχερός Κλιτάντρ και σας αρέσει τόσο; Γιατί δείχνετε να τον εκτιμάτε; Μήπως σας μάγεψε το μακρύ νύχι στο μικρό του δάχτυλο; Μήπως σα θάμπωσε η πανάκριβη ξανθή περούκα του; Μήπως γοητευτήκατε απ΄ τις δαντέλες του και τις κορδέλες του; Μήπως σας κατάκτησε με τα μοντέρνα ρούχα του; Μήπως σας συγκίνησε το γαργαρό του γέλιο και η ψιλή φωνούλα του; Πάντως, του δείχνετε αδυναμία!

ΑΛΣΕΣΤ(προδομένος): Μην κάνετε πως δεν καταλαβαίνετε! Κανονικά, έπρεπε να είστε κατακόκκινη από ντροπή. Ξέρω πως με προδώσατε, κι έχω αποδείξεις αυτής της άθλιας απιστίας σας! Να γιατί είμαι τόσο ταραγμένος. Οι φριχτές μου υποψίες, που τις ονομάζατε αδικαιολόγητες, αποδείχτηκαν αληθινές. Παρ΄ όλες τις διαβεβαιώσεις, εμένα κάποιο προαίσθημα μού έλεγε να φοβάμαι. Βέβαια, μη φανταστείτε πως θ΄ ανεχτώ την προσβολή που μου κάνατε: σίγουρα θα εκδικηθώ! Ξέρω πως τα αισθήματα κανένας δεν τα εξουσιάζει, γιατί πάντα η καρδιά βρίσκει τον τρόπο να κάνει το δικό της. Εάν, λοιπόν, ήσασταν ειλικρινής μαζί μου, το θέμα θα είχε τελειώσει: αν είχατε απορρίψει το αίσθημά μου, δεν θα είχα τώρα λόγο να είμαι θυμωμένος μαζί σας. Όμως εσείς υποκρινόσασταν, κάνατε πως δεχόσασταν το πάθος μου: αυτό είναι δολιότητα, είναι προδοσία! Τώρα που η λογική δεν ελέγχει πια τις πράξεις μου, δεν ξέρω πού θα μ΄ οδηγήσει ο θυμός μου!

ΑΛΣΕΣΤ: Όχι είναι απέχθεια γενική, μισώ όλους τους ανθρώπους. Μισώ τους μεν γιατί είν’ αισχροί, καθάρματα μεγάλα τους δε γιατί με τους αισχρούς τα πάνε μέλι γάλα και δεν αισθάνονται γι’ αυτούς το ρωμαλέο μένος που πρέπει στους ενάρετους να εγείρει ο διεφθαρμένος. Ακραίο παράδειγμα ανοχής το φέρσιμο του κόσμου σ’ εκείνον τον παλιάνθρωπο που βγήκε αντίδικός μου. Πίσω απ’ το προσωπείο του βλέπεις τον απατεώνα∙ η πολιτεία του γνωστή σε τούτο τον αιώνα. Γλυκές ματιές και νεύματα, φωνή ζαχαρωμένη δεν ξεγελούνε παρ’ αυτούς που αλλού είναι γεννημένοι. Ο άξεστος που θα ’πρεπε κάποιος να τον κρεμάσει, με τι ατιμίες πήγε ψηλά είναι γνωστό τοις πάσι. Και κάνει με την αίγλη του, καθώς παντού επιπλέει την αρετή να ντρέπεται και την αξία να κλαίει. Μ’ επίθετα ατιμωτικά όλοι αν γι’ αυτόν μιλάνε, κανείς δε θα βρεθεί ποτέ υπέρμαχός του να ’ναι∙ πες τον αχρείο, ποταπό, κακούργο, κατεργάρη, ναι σου απαντούν, το μέρος του κανένας δε θα πάρει. Ωστόσο τα σαλόνια τους ανοίγουν στον αγύρτη, τον δέχονται όλοι γελαστοί αντί να βάλουν σύρτη. Κι αν κάποια θέση διεκδικεί, στις ίντριγκες ξεφτέρι! Τον πιο άξιο, τον πιο τίμιο να φάει θα καταφέρει. Α, διάβολε, θανάσιμες πληγές με τυραννάνε γιατί όλοι με τους άτιμους σχέσεις κυρίων κρατάνε. Ε, κι ώρες ώρες μου ’ρχεται, θέλω να φύγω πέρα, σε μια ερημιά, κι ανθρώπινο να μη μυρίζω αέρα.