Λουίζ Μισέλ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ



Το ποίημα "Κόκκινο γαρίφαλο" το έγραψε η Louise Michel σαν ύστατο αποχαιρετισμό στον Théophile Ferré, ηγέτη της Κομμούνας και μεγάλο της έρωτα, λίγο πριν αυτός εκτελεστεί το Νοέμβριο του 1871.

Λουίζ Μισέλ

«Κόκκινο γαρίφαλο»

Αν είναι να βαδίσουμε,
αδέλφια, στο μαύρο κοιμητήρι
πετάξτε στην αδελφή σας,
τελευταία ελπίδα,
ένα κόκκινο γαρίφαλο ανθισμένο.
Σαν ξυπνούσανε τα πλήθη,
τις μέρες τις στερνές της Αυτοκρατορίας,
ήταν το δικό σας το χαμόγελο,
αδέλφια, κόκκινο γαρίφαλο
που μας έλεγε ότι όλα γεννιούνται απ’ την αρχή.

Σήμερα πια ανθίστε
στη σκοτεινιά των θλιμμένων φυλακών.
Εμπρός, ανθίστε
μέσα στο ζόφο της αιχμαλωσίας,
και πέστε σ’ όλους
ότι αληθινά τους αγαπάμε.
Πέστε τους ότι,
μέσα από το φεύγα του καιρού,
όλα ανήκουνε στο μέλλον.
Και πως ο βλοσυρός δυνάστης
έχει πιο σίγουρη θανή,
παρά ο σκλαβωμένος.


Έχω δει εγκληματίες και πόρνες
Και μίλησα μαζί τους.
Τώρα αναρωτιέμαι πώς πραγματικά πιστεύετε
ότι φτιάχτηκαν έτσι όπως είναι;
Να σέρνουν τα κουρέλια τους στο αίμα και τη λάσπη,
προγραμμένοι, μια «διαβολική ράτσα»;
Εσείς που βλέπετε όλους τους ανθρώπους σαν λεία,
τους έχετε κάνει όπως είναι σήμερα…



Απόσπασμα από συζήτηση, στη φυλακή όπου κρατούνταν• το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Socialiste, 26 Σεπτέμβρη 1885.

«Μη λυπάσαι για μένα, είμαι πιο ελεύθερη από πολλούς από εκείνους που περπατούν κάτω από τον ανοικτό ουρανό. Το πνεύμα τους είναι φυλακισμένο, είναι αλυσοδεμένοι από την ιδιοκτησία τους, από τα χρηματικά τους συμφέροντα, τις θλιβερές αναγκαιότητες της ζωής τους. Είναι τόσο απορροφημένοι, που δεν μπορούν να ζήσουν σαν ζωντανά, σκεπτόμενα όντα. Όσο για μένα, ζω τη ζωή του κόσμου. Παρακολουθώ με ενθουσιασμό τα επαναστατικά κινήματα της Ρωσίας, της Γερμανίας και της Γαλλίας, παντού. Ναι, είμαι μια φανατική και, όπως με όλους τους μάρτυρες, το σώμα μου δεν αισθάνεται πόνο όταν οι σκέψεις μου με μεταφέρουν στον κόσμο της επανάστασης.

Φυλακισμένη πίσω από αυτούς τους χοντρούς τοίχους αναθυμάμαι πάλι το ταξίδι μου στη Νέα Καληδονία. Η ύπαρξή μου ποτέ δεν συγκινήθηκε τόσο ισχυρά από το θέαμα της φύσης όσο όταν έπλευσα στη νηφάλια απεραντοσύνη του ωκεανού, όσο όταν έγινα μάρτυρας μιας χιονοθύελλας στο Νότιο Πόλο και είδα τον αέρα λευκό από το χιόνι και τη μαύρη θάλασσα να καταβροχθίζει τις νιφάδες που έπεφταν στην επιφάνειά της· ενώ στην καρδιά μου ζούσα τις αιματηρές μέρες της ήττας και την υπέροχη έκρηξη της 18ης Μάρτη.

Κατακλύζω τη μοναξιά μου με χιλιάδες μνήμες. Και τους αγαπημένους μου Κανάκ! Πόσο βάρβαροι είναι οι πολιτισμένοι! Έμαθα τη γλώσσα τους, τη μουσική τους, τα τραγούδια τους. Έζησα ανάμεσά τους και με αγάπησαν σαν να ανήκα στη φυλή τους. Ίδρυσα ένα σχολείο και σε ελάχιστο χρόνο είχα διδάξει αυτούς τους μικρούς άγριους να διαβάζουν και να μετρούν, αλλά πρέπει να πω ότι επινόησα μια ειδική μέθοδο για χρήση τους».