Κοσμάς Πολίτης

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Ττο "Λεμονοδάσος" γράφτηκε το 1931 κι αφηγείται έναν νεανικό έρωτα στην δίνη των πολιτικοκοινωνικών γεγονότων της εποχής, με τον πρωταγωνιστή να εγκλωβίζεται ανάμεσα στον σωματικό και τον πνευματικό έρωτα και τελικά να παραιτείται μπροστά στο φόβο που επιβάλει μια σκληρή πραγματικότητα.

Κοσμάς Πολίτης

ΛΕΜΟΝΟΔΑΣΟΣ

απόσπασμα

> Δεν συνέβη καμία μεταβολή στη ζωή μου. Δεν ξέρω πού να αποδώσω αυτή τη διάθεση που αισθάνομαι απόψε να δω τις σκέψεις μου αραδιασμένες επάνω στο χαρτί. Δεν αισθάνομαι καμία κλίση στην φιλολογία, ούτε είμαι ερωτευμένος. Ο έρως; Κάποιος είπε πως είναι μία εφεύρεσις που ο καθένας τη νομίζει δική του. Εγώ δεν είμαι εφευρέτης. Είμαι αρχιτέκτων, ένα μυαλό θετικό.

Το αποδίδω μάλλον στην επήρεια του μέρους που βρίσκομαι. Αισθάνομαι να με κυριεύει το αρχαίο πνεύμα της σαφηνείας που αγαπά τις ευθείες γραμμές και δεν αφήνει τίποτε συγκεχημένον. Θέλω κι εγώ να πιάσω τις ιδέες μου, που πότε τις βρίσκω και πότε τις χάνω, να τις συμμαζέψω, να τις τακτοποιήσω, να τις διαβάσω σαφείς και καθαρές. Πιθανόν όταν τις διαβάσω να μην τις αναγνωρίσω. Πάντως όμως, έστω και αν δεν τις αναγνωρίσω, είναι δικές μου. Κάποτε, οι άλλοι αναγνωρίζουν ευκολότερα από εμάς τους ίδιους ότι είναι δικό μας.

Την περασμένη εβδομάδα στο γραφείο, βρήκα μέσα σ’ ένα συρτάρι μια μικροσκοπική βεντάγια κοκάλινη με μια μεταξωτή γαλάζια κορδελίτσα. Ρώτησα τίνος είναι. — Δεν θυμάστε πού τη φέρατε μαζί σας από το Παρίσι και την είχατε πάντα επάνω σας τις πρώτες ημέρες; Μου απήντησε ο υπάλληλος.

Πράγματι· δεν θυμούμαι, αλλ’ αφού το λέγει έτσι θα είναι.

Να δω τις σκέψεις μου αραδιασμένες. Δεν πρόκειται μόνον για τις σκέψεις μου. Θα γράφω κάθε μέρα, ή όποτε αξίζει τον κόπο, ό,τι ενδιαφέρον βλέπω. Είναι ίσως από τεμπελιά. Οι συγγραφείς είναι ράτσα τεμπέληδων.

Είναι μάλλον μία διάθεσις περιπλανήσεως, περιπλανήσεως του πνεύματος. Είμαι βέβαιος ότι αυτή την στιγμή ένα πρόσωπο περπατεί έξω κάτω από το μαγικόν σεληνόφως μέσα σ’ ένα από τα θαυμασιότερα τοπία. Εγώ όμως δεν βγαίνω να το συναντήσω και κάθομαι εδώ κλεισμένος και γράφω. Θα γράφω κάθε μέρα ό,τι ενδιαφέρον βλέπω. Δεν ξεύρω αν εξακολουθήσω. Πάντως αρχίζω από την σημερινήν ημέρα αν και δεν μου συνέβη τίποτε το ιδιαίτερο. Γράφω μάλιστα και την ημερομηνία 22 Μαρτίου 1924.

Ένας βραχνιασμένος κόκορας ξελαρυγγιάστηκε μέσα στο γλυκοχάραγμα και μ’ έκανε να μισανοίξω τα μάτια. Γύρισα ανάσκελα. Από τις χαραμάδες του παραθύρου μπαίνει το φως θαμπό και γαλακτώδες και μαζί του εισόρμησε η φαντασία με την τρελή και μυριόμορφη συνοδεία της.

Έδιωξε το όνειρο και μου ξανάκλεισε τα μάτια.

Γύρω μου πλανάται ένας κόσμος από μορφές ακαθόριστες και συγκεχυμένες, που πλέουν αερώδεις μέσα σε πελάγη ηδονής. Σιγά σιγά η φαντασία δυναμώνει με την θαλπωρή του κρεβατιού και την ζεστασιά της θερμάστρας που είχε μείνει χλιαρή από χθες βράδυ. Εκκολάπτει τα αποκυήματά της. Ένας τόπος άγνωστος και ονειρώδης που είναι λιβάδι και δωμάτιο μαζί, με βαριά βελούδινα παραπετάσματα και για στρώμα την απαλότατη χλόη. Γεμίζει τον αέρα μια βαριά μυρωδιά σαν λιβάνι και ο μεγάλος καθρέπτης αντανακλά το ελαφρό σύννεφο του γαλάζιου καπνού.

Οι μορφές παίρνουν σχήματα γνωστά και οι επιθυμίες γίνονται απτές και ανυπόφορες. Πρόβαλε ένα σώμα αλαβάστρινο με ρόδινες αποχρώσεις και με σκιές βαθιές και ηδονικές. Τα μέλη του κινήθηκαν αργά. Ένα γόνατο υψώνεται κι αισθάνομ’ ένα χέρι να μου χαϊδεύει το στήθος. Λίζα ή Γκάμπυ; Το ένα σώμα γίνεται δύο. Επάνω στον αλάβαστρο του στήθους τέσσερες βαθιές ρόδινες κηλίδες μ’ ένα στεφάνι ανοιχτότερο τριγύρω. Μια μυρωδιά σαν ξινισμένο γάλα και γιασεμί. Απλώνω τα χέρια. Και η Λίζα και η Γκάμπυ. Θα φθάναμε οι τρεις μας στο ξενοδοχείο χθες αργά. Ένα καλό φαγοπότι μέσα στην έρημη από πελάτες αίθουσα και κατόπιν θα πηγαίναμε υποκριτικά και με πνιγμένα γέλια να κοιμηθούμε δήθεν ο καθένας χωριστά στο δωμάτιό του. Σε λίγο, όταν θα έπαυε κάθε ψίθυρος στο διάδρομο έξω, θ’ άνοιγε χωρίς θόρυβο η διάμεση θύρα και μέσα στο φαρδύ κρεβάτι, με την θερμάστρα πυρωμένη σαν φούρνο…

Μια δροσερά πνοή μου χαϊδεύει το πρόσωπο ανακουφιστικά. Ξανανοίγω τα μάτια. Το παραπέτασμα του παραθύρου ανεμίζει ελαφρά. Από το ανοικτό τζάμι το πρωινό αεράκι χώνεται σ’ όλες τις γωνιές και καθαρίζει την ατμόσφαιρα. Το φως μπαίνει ζωηρότερο. Ένας άλλος κόκορας απήντησε με καθυστέρηση στον πρώτο, μ’ ένα σάλπισμα διαυγές που ανεβαίνει ως το διαπασόν. Κάπου εκεί κοντά άρχισ’ ένα ογγάνισμα ηχηρό και ατελείωτο. Τι παράπονο τον έπιασε πρωί πρωί; Επί τέλους καταρρέει σε σπαραξικάρδιο αναφιλητό. Ποιος ξέρει από τι όνειρο γλυκό αποσπάσθηκε, ένα όνειρο γεμάτο γαϊδουράγκαθα. Και πόσα άλλα ζώα δίποδα και άπτερα αφήνουν αυτή την στιγμή τα όνειρά τους και μπαίνουν στην σκληρή πραγματικότητα! Αλλά και πόσοι αφήνουν με χαρά τον πνιγηρό εφιάλτη και βλέπουν να ροδίζει ελπιδοφόρα η αυγή! Δεν βαριέσαι, ο εφιάλτης της νύχτας είναι παροδικός, ενώ ο εφιάλτης της ζωής... Θεέ μου, δεν σκέπτομαι αυτό για μένα. Πηδώ από τον μισοθάνατο του ύπνου στην ζωή γεμάτος ευγνωμοσύνη και ηρεμία.
Έξω στον δρόμο οι βοϊδάμαξες στενάζουν βαριές και οι χίλιες αγροτικές φωνές τονίζουν τον ύμνο της εργασίας και της καθημερινής ευλογίας. Τεντώνομαι σε βαθμό που τρίζουν όλες μου οι αρθρώσεις. Τι αναπαυτικό κρεβάτι και τι ευχαρίστησις να μην το μοιράζομαι! Κι εγώ ήλθα να εργασθώ εδώ επάνω. Έπρεπε να είχα συγκεντρώσει τη σκέψη μου στον σκοπό μου και όχι να την αφήσω έρμαιον του πειρασμού. Φταίει το πουπουλένιο μαξιλάρι και η θερμάστρα που έμεινε αναμμένη. Ασφαλώς θα ήταν πουπουλένιο l’ oreiller du mal.
Sur l’oreiller du mal c’est Satan Trismégiste
Qui berce longuement notre esprit enchante…

Δίνω μια γροθιά στο προσκέφαλο, στο προσκέφαλο του πονηρού, και πετιέμαι έξω από το κρεβάτι. Ανοίγω τα παραθυρόφυλλα και το πρωινό φως πλημμυρίζει το δωμάτιο. Τι απογοήτευσις! Περίμενα να βυθίσω το μάτι μου διψασμένο μέσα στο θείον και προορισμένον τοπίον και δεν βλέπω εμπρός μου παρά χωριατόσπιτα και την καμινάδα ενός εργοστασίου. Αλλά πάνω από τα κεραμίδια η βαθυκύανη πινελιά των βουνών υπογραμμίζει τον ανοικτογάλαζο ουρανό και με γεμίζει ελπίδα και τρόμο. Κάτω εκεί είναι οι λαγκαδιές που αλαλάζουν την οργή του Διός.
Σε λίγο αυτά όλα θα είναι δικά μου και η σκέψις μου θα ξεπεράσει κατά πολύ την όρασή μου. Από κάθε μάρμαρο θα πλάσω μια φανταστική ιστορία, που θα είναι η αληθινότερη ιστορία που υπήρξε ποτέ...
Μπρρρ.... πρέπει να κλείσω το τζάμι. Σ’ αυτό το ύψος το κρύο είναι τσουχτερό ακόμη και τον Μάρτη. Οι κορυφές του Παρνασσού, πίσω εκεί, είναι σκεπασμένες με παχύ χιόνι. Γρήγορα μερικά ξύλα στη θερμάστρα...
Τώρα η φλόγα σιγοτραγουδεί ενώ γύρω μου πέφτει το νερό και κελαρύζει σαν μικρός καταρράκτης. Πού λουτρό! Ο ξενοδόχος μου είπε πως μπορώ να πάρω την ψυχρολουσία μου μέσα στο δωμάτιο φθάνει να μην τρέξουν τα νερά στο κάτω πάτωμα. Σε λίγο θ’ ακούσω και το προαιώνιο και αθάνατο κελάρυσμα της Κασταλίας καθώς θα ξεπροβάλει δειλή και λεπτή, γεμάτη ταπεινότητα από τον άγριο και αιματοβαμμένο βράχο. Έχω μια μακρινή και φευγαλέα εντύπωση, οκτώ χρόνια πριν, μόλις τελείωσα το γυμνάσιο, πριν φύγω να σπουδάσω. Συγκεντρώνω τη σκέψη μου και προσπαθώ να θυμηθώ. Δεν βλέπω άλλο παρά ένα λευκό και επικλινές νεκροταφείο ανάμεσα στα σκούρα και απότομα βουνά και τις βαθιές χαράδρες.
Οκτώ χρόνια! Μέσα σ’ αυτό το διάστημα έγινα άνδρας και καταστάλαξαν οι ιδέες μου. Κατεστάλαξαν τελειωτικά. Τελειωτικά; Ώστε θα μείνω για πάντα κλεισμένος μέσα στον αδιάσπαστο κύκλο των; Ως πότε; Ως το τέλος. Ως το τέλος του επιγείου ταξιδιού...
Τι ρίγος. Το νερό είναι αλήθεια παγωμένο. Τρίβομαι δυνατά με το τρίχινο γάντι για να συνέλθω. Μια ανάμνησις από τα παιδικά μου χρόνια διασχίζει το μυαλό μου.
Οι καπνοί του λιβανωτού μέσα στις χαμηλές και απόκεντρες εκκλησούλες που με οδηγούσε τακτικά η μητέρα. Μυστικισμός; Όχι. Μάλλον η εντύπωσις ενός μυστηρίου που πλανάται πάνω από την ζωή, ενός μυστηρίου που αντί να το εξηγούν το κάνουν βαθύτερο τα ιερά και καβαλιστικά λόγια της θρησκείας.
Τα τελευταία χρόνια του γυμνασίου· το κεφάλι γεμάτο θέματα Ελληνικά και Λατινικά που τα διαπερνούσαν τα βέλη των αλγεβρικών εξισώσεων, μια εικών φουτουριστική με κύκλους και τρίγωνα.
Η ξερή δασκαλική ανάπτυξις που δείχνει τον αρχαίο κόσμο σαν ένα θαύμα ακατάληπτο που υπήρξε και χάθηκε ανεπιστρεπτί, αφήνοντας ως μόνα ίχνη μερικά κρύα λαξευμένα μάρμαρα και μερικούς στίχους και πεζά επίσης κρύα και λαξευμένα. Και μαζί με όλ’ αυτά οι ρεμβασμοί και οι ανησυχίες του εφήβου.
Επιτέλους ήλθε η στιγμή που με παρέλαβε ο πατέρας από το χέρι. Έμεινε μαζί μου τον πρώτο χρόνο στο Παρίσι και υπό την μετρημένη καθοδήγησή του άφησα πίσω τον μεσαίωνα της παιδικής μου ζωής και άνοιξα τα μάτια στην ημιβάρβαρη αναγέννηση της δύσεως.
Εκτυφλωτικές αναλαμπές ξεσχίζουν ένα κατηφή και γκρίζο ουρανό.
Δεν άργησα ν’ αντιληφθώ την έλλειψη του μέτρου και της ηρεμίας. Έλειπε η διαρκής και ηπία λάμψις του φωτεινού πνεύματος.
Προ δύο ετών, όταν επέστρεψα στην Αθήνα, έλαβα το βάπτισμα στην αισθητική Κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Ένα βραδινό, ερχόμενος από την αγορά, ανέβηκα στον λόφο του Αστεροσκοπείου και από εκεί στην Πνύκα. Είδα το αθάνατον Πνεύμα να κατεβαίνει από τον διαφανή αιθέρα, να γίνεται χρώμα και φως επάνω στις λεπτές γραμμές των βουνών και να κατασταλάζει ολόχρυσο επάνω στον Ιερό βράχο. Η Ακρόπολις έλαμπε σαν φωτεινό μετέωρο ανάμεσα στον μενεξεδένιο Υμηττό και την βαθυγάλαζη Πεντέλη. Ο Παρθενών δεν είναι μόνον μάρμαρο. Είναι η διαυγής ατμόσφαιρα, ο γαλάζιος ουρανός, η θάλασσα της Αιγίνης, τα αιθέρια και γυμνά βουνά, η αρμονία της ύλης και του πνεύματος. Η χαρά της ζωής...
— Κύριε, σας έφερα το πρωινό σας.
Η υπηρέτρια με τις πατημένες παντόφλες μπαίνει με τον δίσκο φορτωμένο. Ευτυχώς αρκετά φορτωμένο.
— Τι ώρα είναι;
— Κύριε, είναι οκτώ.
Διάβολε, κοιμήθηκα περισσότερο από δέκα ώρες.
Βέβαια, ύστερα από την εξαντλητική ζωή της Αθήνας! Ήταν όμως και η κούραση του ταξιδιού.
Ενώ περιφέρεται μέσα στο δωμάτιο και συγυρίζει, μου δίνει μια είδηση που έχει εξαιρετική σημασία για την ίδια.
—Κύριε, χθες αργά μας ήρθε κόσμος από την Αθήνα. Μια παρέα Κυρίες και Κύριοι σε δυο αυτοκίνητα.
Πράγματι σαν να μου φάνηκε πως είχ’ ακούσει θόρυβο καθώς μ’ έπαιρνε ο ύπνος. Μια εύθυμη συντροφιά είναι πάντα ευπρόσδεκτη. Να δώσει μόνον ο Θεός να μην είναι αρχαιολόγοι και μου χαλάσουν τη διάθεση με την ξηρά τους επιστήμη, και τις προ Χριστού χρονολογίες που καρκινοβατούν.
Αν είναι δυνατόν! Μένουν ώρες σκυμμένοι με τον φακό επάνω σ’ ένα νόμισμα ακαλαίσθητο, συζητώντας για την πιθανή εποχή του, ενώ ούτε καταδέχονται να κοιτάξουν μια κομψή κι ερωτότροπη Ταναγραία επειδή έτυχε ν’ αφθονούν οι όμοιές της. Η αρχαιολογία, όπως κατήντησε, δεν είναι επιστήμη που δημιουργεί και προσπαθεί να εμφυσήσει το πνεύμα στα άψυχα ευρήματα που έπαλλαν άλλοτε από εντατική ζωή. Είναι μια επιστήμη που ανατέμνει με περιέργεια το πτώμα. Έπρεπε οι ποιηταί να είναι αρχαιολόγοι.
—Δεν μου λες, τι ιδέα έχεις σχηματίσει για την αρχαιότητα; ρώτησα ξαφνικά την υπηρέτρια.
—Δεν καταλαβαίνω τι θέλετε να πείτε...
—Πώς φαντάζεσαι τους αρχαίους;
Στάθηκε συλλογισμένη, έχωσε δύο δάκτυλα μέσα στα μαλλιά της και άρχισε να ξύνει το κεφάλι.
—Εγώ δεν ξέρω γράμματα, είπε τέλος. Φαντάζομαι όμως πως ζούσαν σαν κι εμάς, μόνον που γύριζαν γυμνοί.
Ανέπνευσα με ανακούφιση. Ζούσαν, αυτό ήθελα ν’ ακούσω. Ζούσαν και το πνεύμα τους ζει ακόμη και φτερουγίζει ασύλληπτο επάνω από τ’ ακρωτηριασμένα μάρμαρα που εξετάζουν ανύποπτοι οι αρχαιολόγοι.
Βήματα αντήχησαν στον διάδρομο, άλλα βαριά και άλλα με τον ιδιαίτερο ξηρό κρότο που κάνουν τα γυναικεία τακουνάκια.
Θα είναι οι κυρίες της παρέας. Μήπως καμιά professional beuty, μια καλλονή εξ επαγγέλματος, ανησυχητική και αινιγματώδης σαν Σφίγγα που προσφέρει το σώμα της ενώ κρατεί ζηλότυπα το άλυτο αίνιγμα της καρδιάς και της σκέψεώς της; Α professional beuty μου είχε πει ο Μπάριλ σταματώντας απότομα μπροστά σε μια βιτρίνα στο Μουσείο του Λούβρου. Μου έδειξε εν’ αγαλματάκι που παρίστανε μια γυναίκα ξαπλωμένη με χάρη και κρατούσ’ ένα μικρό στρογγυλό καθρέπτη. Τι τύπος που ήταν! Δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς την συντροφιά μιας καλλονής. Για ν’ αναγκάζεται, καθώς έλεγε, να παίρνει καθημερινώς το λουτρό του και να εξασκείται να είναι περιποιητικός κι ευχάριστος.
— Τι είναι αυτές οι φωνές;
Τρέχω κι ανοίγω την πόρτα μισοξυρισμένος με το πρόσωπο γεμάτο σαπουνάδες.
— Η Βίργκω, η Βίργκω. Ζήτω! Ούρα!
Δεν πρόφθασα να δω παρά μία νέα γυναικεία σιλουέττα που είχε προσπεράσει και απεμακρύνετο προς το σαλόνι, με βήμα σταθερό επάνω στις υψηλές γάμπες της. Οι φωνές εξακολουθούσαν.
Μια χαρούμενη σιλουέττα. Τριγυρίζω μέσα στο δωμάτιό μου και σιγοτραγουδώ. Ευτυχώς έχω λύσει αυτό το ζήτημα κατά τον καλύτερο τρόπο. Έχω τις φίλες μου στην Αθήνα, την Γκάμπυ και την Λίζα και τόσα άλλα διασκεδαστικά κορίτσια του καμπαρέ. Ένας άνθρωπος υγιής και πρακτικός. Την σάρκα ήσυχη χωρίς κανέναν ιδιαίτερο δεσμό. Δεν διατείνομαι βέβαια ότι οι διάφορες φίλες μου με αγαπούν τρελά, είναι όμως φανερό ότι με συμπαθούν και βρίσκουν ευχαρίστηση μαζί μου. Φυσικά ξοδεύω γι’ αυτές σε δώρα αλλά δεν άνοιξα ποτέ το πορτοφόλι να τους δώσω μετρητά. Αυτό έχει κάποια διαφορά και σώζει το φιλότιμο.
Τι κάθομαι τώρα και χάνω τον καιρό μου. Έχω δουλειά στους Δελφούς. Πρέπει να μελετήσω τις αναλογίες και να μετρήσω ακριβώς τας διαστάσεις του Θησαυρού των Αθηναίων για το αρχαϊκό μνημείο που σχεδιάζει ο πατέρας. Μήπως ξέχασα κανένα εργαλείο;
Βγαίνοντας, αποφασίζω να ρίξω μια ματιά στο σαλόνι. Μπαίνω με ύφος αδιάφορο. Μια συντροφιά από εξ επτά πρόσωπα προγευμάτιζαν με γέλια και αστεία. Κρίμα που είχα προγευματίσει στο δωμάτιό μου.
— Παύλο εσύ εδώ!
Ο Στέφανος σηκώνεται από το τραπέζι και έρχεται να μου σφίξει το χέρι.
— Φοβούμαι μήπως κάνω καμιά γκάφα, μου λέγει σιγά. Πε μου, είσαι με κανένα θηλυκό;
Αυτός ο χαρακτηρισμός με πείραξε στ’ αυτιά. Του εξήγησα για ποιο λόγο βρίσκομαι στους Δελφούς. Με πήρε από το μπράτσο να με συστήσει.
— Ο φίλος μου Παύλος Αποστόλου. Αλλά νομίζω πως γνωρίζεσαι με όλους εκτός ίσως από την κυρία Κοτσωνίτη.
Την κυρία Κοτσωνίτη; Ποιος δεν γνωρίζει την Λήδα!
— Συναντώ κάποτε τον κύριο Αποστόλου στην λέσχη μας, στο «Στούντιο». Ο άνδρας μου, προσέθεσε και έδειξε απέναντί της έναν χονδρό και μελαγχολικό Κύριο. Ασφαλώς δεν θα γνωρίζετε και την Δεσποινίδα Βιργινία Δροσινού.
— Βιργινία; μου ξέφυγε ειρωνικά χωρίς να το θέλω. Για το Θεό, είναι όνομα αυτό ή σύμβολο; Πώς υπάρχουν τέτοιοι νουνοί!
— Με φωνάζουν Βίργκω, έσπευσε ν’ αντείπει εκείνη με πείσμα και το αίμα ανέβηκε στο πρόσωπό της.
Τι αστεία που ήταν έτσι θυμωμένη και κατακόκ­κινη, με βλοσυρά πράσινα μάτια. Αλήθεια, είχε πρά­σινα μάτια και κόκκινα χείλη. Κόκκινα φυσικά.