Δημήτριος Βικέλας ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Υπόθεση
Το μυθιστόρημα «Λουκής Λάρας» είναι το γνωστότερο λογοτεχνικό έργο του Δημητρίου Βικέλα (πρωτοδημοσιεύτηκε στην “Εστία” το 1879 και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες), αποτελεί μοναδικό μνημείο της νεοελληνικής λογοτεχνίας που αναπαριστά την ζωή κατά τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης του 1821. Κεντρικό πρόσωπο είναι ένας νεαρός Χιώτης που ζει στη Σμύρνη, ασχολούμενος με το εμπόριο κι όταν ξεσπάει η επανάσταση γυρίζει με την οικογένεια του στην Χίο, από όπου ξαναφεύγει για να γλιτώσει την σφαγή από του Τούρκους και μετά από πολλές περιπέτειες καταλήγει στην Τήνο. Εκεί δοκιμάζει να ξαναρχίσει τη δική του επιχείρηση ενώ στην πρώτη ευκαιρία επιστρέφει κρυφά στη Χίο, για να ξεθάψει τα ασημικά και τα κοσμήματα που είχαν κρύψει στον κήπο του σπιτιού τους φεύγοντας.
Απόσπασμα από το Λουκής Λαράς
Προσαρμοσμένο στα νεοελληνικά


Για τη Φιλική Εταιρεία και την προετοιμαζόμενη επανάσταση δεν ξέραμε απολύτως τίποτα. Συναισθανόμασταν βέβαια κάπως αόριστα κι εμείς, μ’ όλους τους τότε Έλληνες, τον οργασμό για την ελευθερία• βλέπαμε στη Σμύρνη Ευρωπαίους που κρατούσαν ψηλά το κεφάλι και, μ’ ενδόμυχη πικρία, μακαρίζαμε τα αυτόνομα χριστιανικά έθνη• είχαμε κάποιες αμυδρές ιστορικές γνώσεις για τη γαλλική επανάσταση και κάποιες νεφελώδεις ελπίδες για εθνική αποκατάσταση, που στηρίζονταν κυρίως στη βοήθεια που προσδοκούσαμε από την «Αρκούδα» (τη Ρωσία)• τέλος, στις γιορτές, όταν συγκεντρωνόμασταν, ψέλναμε κι εμείς τα τραγούδια του Ρήγα, χωρίς όμως, σε καμία περίπτωση, να μπορούμε να φανταστούμε πως βρισκόμασταν σε παραμονές εθνικής έκρηξης.

Περνούσαμε ήσυχοι τη ζωή μας μέσα στο χάνι, τη μέρα ανάμεσα στα ποικίλα εμπορεύματά μας, ενώ τη νύχτα μέσα στο μικρό δωμάτιο, πάνω από την αποθήκη, όπου κοιμόμασταν ο πατέρας μου κι εγώ. Τις Κυριακές λειτουργούμασταν τακτικά στην Αγία Φωτεινή και πότε – πότε επισκεπτόμασταν μια οικογένεια Χιωτών που ζούσε στη Σμύρνη. Σπάνια, μια ή δυο φορές το χρόνο, κυρίως γύρω στο Πάσχα, πηγαίναμε γι’ αναψυχή στα κοντινά χωριά, και τότε, αναπνέοντας καθαρό αέρα και βλέποντας δέντρα κι αγρούς, θυμόμασταν τη Χίο, τον πύργο και τον κήπο μας και τότε μας φαινόταν βαρύτερος ο χωρισμός από την οικογένεια.

Έτσι περνούσαν οι μέρες κι έφευγε ο καιρός κι η κύρια σκέψη μου ήταν γύρω από τη μελλοντική αποδημία στην Αγγλία. Τα όνειρά μου περιστρέφονταν γύρω απ’ αυτό το ζήτημα κι ήταν όνειρα χρυσά, από κάθε άποψη. Αλλά ξαφνικά, κι η ησυχία, κι η δουλειά, και τα σχέδια, και τα όνειρα, τα πάντα ανατράπηκαν.

Μια νύχτα γύρω στις αρχές του Μαρτίου ξύπνησα έντρομος. Είχα ακούσει αλλεπάλληλες ντουφεκιές στον ύπνο μου. Ανακάθισα στο στρώμα, μ’ αφτιά προσεχτικά και μάτια προσηλωμένα στο σκοτάδι.

Ο πατέρας μου κοιμόταν βαθιά. Μην ήταν όνειρο; Όχι. «Πιφ, παφ» πάλι και ταυτόχρονα άγριες κραυγές! Ξύπνησα τον πατέρα μου κι ακούγαμε κι οι δύο.

Όλη τη νύχτα εξακολούθησαν, με διαλείμματα, ο κρότος κι η ταραχή. Δεν μπορούσαμε να υποθέσουμε τι συμβαίνει .

Και πώς να το μάθουμε; Είχαμε την περιέργεια να βγούμε αλλά ο φόβος ήταν ισχυρότερος και μέναμε μέσα στο δωμάτιο.

Γύρω στα ξημερώματα κατεβήκαμε στην πλατεία του χανιού, όπου βρήκαμε κι άλλους απ’ τους κατοίκους του να ‘ναι συγκεντρωμένοι σ’ αυτήν, όπως εμείς, με την ίδια απορία κι ανησυχία.

Τα χάνια, όπως ίσως ξέρεις, αναγνώστη, είναι συνήθως οικοδομημένα σαν φρούρια. Απέξω ψηλοί και στερεοί τοίχοι, στη μέση μια τετράγωνη ή μακρόστενη υπαίθρια αυλή, στην αυλή οι πόρτες και τα παράθυρα των αποθηκών και των άλλων οικοδομών, κι η επικοινωνία με τον έξω κόσμο μέσα από μια σιδερένια πύλη, που κλεινόταν τη νύχτα.

Όταν οι φύλακες άνοιξαν την πύλη την αυγή, μάθαμε ότι το απόγευμα είχε έρθει διαταγή να οπλιστούν οι Τούρκοι• γι’ αυτό κι οι νυχτερινές ντουφεκιές κι οι αλαλαγμοί τους. Αλλά για ποιο λόγο αυτός ο εξοπλισμός; Από πού προερχόταν ο κίνδυνος που προκάλεσε τη διαταγή; Τέτοιου είδους ερωτήσεις απευθύναμε σ’ αυτούς που έρχονταν απ΄ έξω, χωρίς όμως να μαθαίνουμε κάτι συγκεκριμένο. Ο ένας έλεγε ότι έγινε στάση των Γενιτσάρων• ο άλλος έλεγε ότι έγινε πόλεμος με τη Ρωσία• μερικοί ψιθύριζαν ότι έγινε επανάσταση των χριστιανών.

Έτσι πέρασε η μέρα εκείνη. ήταν Σάββατο. Εμείς δεν βγήκαμε απ’ το χάνι, αλλά από την πύλη βλέπαμε ένοπλους κι άγριους τους Τούρκους, να περιφέρονται στους δρόμους.

Την επόμενη μέρα πήγαμε, όπως συνήθως, στη λειτουργία. Εκείνη την Κυριακή δεν επρόκειτο να μιλήσει ιεροκήρυκας, κι έτσι το πλήρωμα της εκκλησίας είδε μ’ απορία τον ιερέα ν’ ανεβαίνει στον άμβωνα. Δεν ανέβηκε να μας διδάξει το λόγο του θεού, αλλά για να διαβάσει τον πατριαρχικό αφορισμό.

Ακούγαμε όλοι εμβρόντητοι αυτόν που διάβαζε τις φοβερές εκείνες κατάρες και τους φριχτούς εξορκισμούς. Ακούσαμε τα ονόματα του Σούτσου και του Υψηλάντη, που παρουσιάζονταν ως ένοχοι και προδότες. Καταλάβαμε ότι πρόκειται για επαναστατικά κινήματα στη Βλαχία και για μυστικές συνωμοσίες• και κοιτούσαμε ο ένας τον άλλο μέσα στην εκκλησία, και ανταλλάσσονταν ψίθυροι κι ερωτήσεις κι απορίες. Τι σήμαινε άραγε η αφοριζόμενη επανάσταση; Ποια ήταν η πηγή του κινήματος; ξέραμε μόνο ότι ο Υψηλάντης ήταν μέγας και τρανός στη Ρωσία και κάπως υποθέσαμε ότι επρόκειτο για κάποια ρωσική υποκίνηση, ότι έγινε κάποια αρχή ρωσοτουρκικού πολέμου. Αλλά όλ’ αυτά διατυπώνονταν περίπου ως αόριστα και συγκεχυμένα συμπεράσματα, πολύ περισσότερο απ’ όσο μπορώ να παραστήσω σήμερα εδώ.

Αλλά κι οι Τούρκοι της Σμύρνης ήταν ακόμα στο σκοτάδι για όσα συνέβαιναν και δεν είχαν ακριβώς καταλάβει ότι οι ραγιάδες επαναστάτησαν μόνοι τους. Νόμιζαν ότι ο κίνδυνος έρχεται απ’ τη Ρωσία. Έτσι, ευθύς εξαρχής, φούντωσε ο φανατισμός τους. Επρόκειτο γι απόλεμο εναντίον των απίστων• οπότε κάθε χριστιανός ήταν εχθρός και κάθε ραγιάς ήταν πρόχειρο θύμα! Από την πρώτη λοιπόν ημέρα μαύρισε για μας ο ορίζοντας και μας καταπλάκωσαν την ψυχή η ανησυχία κι ο φόβος.

Οι λέξεις αυτές – ανησυχία, φόβος- πολλές φορές μέχρι τώρα ξέφυγαν απ’ τη γραφίδα μου. Αλλά για ποιο σκοπό να επιδείξω γενναιότητα, που δεν είχαμε, ούτε και μπορούσαμε να έχουμε; Και μη χαμογελάσεις, αναγνώστη, με τη σκέψη ότι είμαι από τη Χίο και ν’ αποδώσεις την ατολμία μου αυτή σε κάποια φυλετική ιδιοσυγκρασία. Ήθελα να σ’ έβλεπα τότε στη θέση μου, όσο γενναίος κι αν πιστεύεις ότι είσαι. Άοπλοι, απροστάτευτοι, ταπεινωμένοι από τη δουλειά, εκτεθειμένοι στην οργή ή και στη μάχαιρα του πρώτου εξαγριωμένου Τούρκου, χωρίς την ελάχιστη ελπίδα ότι θα είχαμε κάποτε την ευκαιρία για δικαιοσύνη ή για εκδίκηση, πώς ήταν δυνατόν εμείς, οι ταπεινοί έμποροι του χανιού της Σμύρνης, να διαθέτουμε γενναιότητα; Σε τι θα μπορούσε να μας χρησιμεύσει η γενναιότητα; Μόνο υπομονή είχαμε και μας χρειαζόταν πολλή υπομονή, γιατί από τότε η ζωή μας ήταν μια διαρκής αγωνία κι ένα παρατεταμένο μαρτύριο. Αλλά έχει κι η υπομονή τα όριά της. Ορισμένες φορές εξαντλούνταν και την διαδεχόταν τότε είτε η απόγνωση, είτε εκείνη η απελπισία που οδηγεί στον ηρωισμό. Πολλά παραδείγματα ηρωισμού, και κατά την ελληνική επανάσταση αλλά και γενικότερα στην ανθρώπινη ιστορία, τη γραπτή και την άγραφη, έχουν ίσως γεννηθεί από τέτοιου είδους απελπισία. Εμένα ο Θεός με φύλαξε από την απόγνωση κι η φύση δεν με προετοίμασε για την απελπισία του ηρωισμού. Αλλά όμως ποτέ δεν εξαντλήθηκαν η υπομονή κι η ελπίδα μου και πολλές φορές δόξασα γι’ αυτό τον Ύψιστο.

Λίγες μέρες μετά την Κυριακή εκείνη του αφορισμού πήγα ένα πρωί στο χάνι των Εβραίων, για να συγκεντρώσω (σ.σ. χρωστούμενα) χρήματα. Είχα εισπράξει κάποιο ποσό κι έβαζα το σακούλι με τα λεφτά που συγκεντρώθηκαν στον κόρφο μου, όταν ακούω ξαφνικά κραυγές και ποδοβολητό και βλέπω ένα χείμαρρο χριστιανών κι Εβραίων, να τρέχουν γρήγορα προς τη δική μας κατεύθυνση. Πριν ο Εβραίος μου προφτάσει να κλείσει την πόρτα, η σκοτεινή αποθήκη είχε γεμίσει από έντρομους ομόθρησκούς του. Οι κομμένες φράσεις που ψιθύριζαν στην ισπανική διάλεκτό τους, δεν με φώτισαν, ούτε με καθησύχασαν• δεν γνώριζαν κι αυτοί τι συνέβη και γιατί έφευγαν.

Αφού κόπασε ο θόρυβος και ξανάρθε έξω η ησυχία, ανοίξαμε με προσοχή την πόρτα. Σιγά – σιγά άνοιγαν κι οι υπόλοιπες αποθήκες κι αυτοί που είχαν καταφύγει μέσα σ’ αυτές, έβγαιναν έξω αναθαρρυμένοι• κι από στόμα σε στόμα έγινε γνωστή επιτέλους η πραγματική αιτία του τρόμου εκείνου.

Μια καμήλα, που κουβαλούσε ένα φορτίο βαμβάκι, γλίστρησε στο στενό δρόμο της αγοράς και πέφτοντας έσπασε την πόρτα ενός εργαστηρίου. Ο κρότος της γκρεμισμένης πόρτας, οι κραυγές που έβγαλαν οι αγωγιάτες κι οι Εβραίοι που ήταν μέσα στο εργαστήριο, η συγκέντρωση κόσμου γύρω από την πεσμένη καμήλα, όλ’ αυτά θεωρήθηκαν σε μια στιγμή σαν απαρχή οχλαγωγίας και προκλήθηκαν γενική παραζάλη, φυγή και τρόμος.

Όταν υπάρχει η απαιτούμενη δόση ψυχολογικής προδιάθεσης, δεν απαιτείται και πολύ για να σκορπιστεί φόβος, μέχρι σημείου πανικού. και δυστυχώς υπήρχε σπουδαίος λόγος για την ύπαρξη τέτοιας προδιάθεσης. Γιατί ο ερεθισμός των Τούρκων κάθε μέρα αυξανόταν κι ήταν γνωστές οι συγκεντρώσεις στη συνοικία τους, ενώ είχαν ακουστεί κι απειλές για επικείμενη επίθεση. Εγώ όμως δεν γνώριζα ακόμα τίποτα γι’ αυτά, ούτε και προέβλεπα νέες συγκινήσεις την ημέρα εκείνη.

Αποχαιρέτησα λοιπόν τους Εβραίους, δίπλωσα στο στήθος το φόρεμά μου, για μεγαλύτερη προφύλαξη του σακουλιού που βρισκόταν στον κόρφο μου, και κίνησα για να επιστρέψω στα δικά μου. Αλλά, μόλις μπήκα στην κεντρική οδό της αγοράς, ακούω ξανά κραυγές κι αλαλαγμούς και πριν ακόμα προλάβω να φύγω ή να προφυλαχτώ, βρίσκομαι μέσα σ’ ένα σμήνος από Τούρκους, που έτρεχαν με τα ξίφη γυμνά στα χέρια, Πώς δε με καταπάτησαν, πώς δε με σκότωσαν, δεν μπορώ ακόμα και τώρα να καταλάβω!

Το ρεύμα με παρέσυρε. Έτρεχα και εγώ μ’ αυτούς. Άρπαζα εδώ κι εκεί κλοτσιές και γροθιές, αλλά έτρεχα, έτρεχα κατατρομαγμένος, μη γνωρίζοντας ούτε πού πηγαίνω, ούτε τι θ’ απογίνω, αλλά ούτε και που σκεφτόμουν γι’ αυτό. Ήταν σαν ένα φριχτό όνειρο! Γνώριζα πολύ καλά τους δρόμους της Σμύρνης, αλλά δεν έβλεπα ποιους δρόμους περνούσα, ούτε και τώρα θυμάμαι.

Θυμάμαι μόνο ότι σε μια στροφή του δρόμου είδα αντίκρυ μου την πόρτα του χανιού μας και την αναγνώρισα. ήταν μισόκλειστη. Δεν ξέρω πώς βρέθηκα μέσα στο χάνι, στο δωμάτιό μου, κοντά στον πατέρα μου. Όλα αυτά έμειναν συγκεχυμένα στη μνήμη μου.

Θυμάμαι ότι βρέθηκα ανάσκελα πεσμένος στο στρώμα, ασθμαίνοντας, κι από πάνω μου, γέρνοντας το κεφάλι, ο πατέρας μου με ράντιζε με κρύο νερό.

Θυμάμαι ότι αισθάνθηκα μεγάλο βάρος στο στήθος, και τότε μόνο, αφού σκέφτηκα το σακούλι, έφερα το χέρι στον κόρφο μου και το σήκωσα απ’ το στήθος.

Θυμάμαι το χαμόγελο του πατέρα μου, όταν του παρέδωσα το σακούλι. Το χαμόγελο εκείνο το πέρασα τότε σαν έκφραση ευχαρίστησης για τη διάσωση των χρημάτων. Αλλά όταν απέκτησα κι εγώ παιδιά, τότε μόνο κατάλαβα την αληθινή του σημασία.

- Τι με μέλει τώρα για τα χρήματα; Για σένα, γιε μου, με μέλει!

Να η ουσία του πατρικού εκείνου χαμόγελου. Με αγαπούσε ο πατέρας μου, με αγαπούσε με πάθος. Ποτέ δεν μου το έδειξε με διαχύσεις ή μ ‘επιδείξεις τρυφερότητας. Μόνο όταν πέθανε και δεν τον είχα κοντά μου κι αναπολούσα τις περιπέτειες και τα μικρότερα περιστατικά της πολύχρονης συμβίωσής μας, τότε μόνο κατάλαβα κι εκτίμησα με ακρίβεια τον βαθμό της στοργής του για μένα. Γιατί να συμβαίνει έτσι; Γιατί, άραγε, απαιτείται να χάσουμε κάτι για να αισθανθούμε όλη του την αξία; μήπως γιατί οι συμφορές και τα δεινοπαθήματα μου άνοιξαν αργότερα τον νου και μου πλάτυναν την καρδιά;

Πού έτρεχαν, στο μεταξύ, εκείνοι οι Τούρκοι; Κατόπιν το ‘μαθα. Κατευθύνονταν στη συνοικία των Φράγκων, με κακούς σκοπούς για όσους κατοικούσαν εκεί. Ευτυχώς, ο πασάς τους πρόλαβε και κατόρθωσε να τους κατευνάσει και δεν συνέβη τη μέρα εκείνη τίποτα τραγικό. Δεν είχε όμως έρθει η απαρχή της αληθινής τρομοκρατίας. Κι όμως, η οχλαγωγία εκείνη, η πρώτη διαδήλωση των Τούρκων ενόπλων εναντίον χριστιανών, η πρώτη συναίσθηση του πραγματικού κινδύνου, έμεινε χαραγμένη στ μνήμη μου ζωηρότερα ίσως απ’ όσα είδα κι έπαθα αργότερα.

Από τη μέρα εκείνη οι Τούρκοι έγιναν επιθετικότεροι. Αίμα δε χυνόταν ακόμα, αλλά οι βρισιές, οι απειλές, τα βλοσυρά βλέμματα, η επίδειξη των όπλων, ήταν επίφοβα προοίμια της επερχόμενης καταιγίδας. Γιατί τα πράγματα χειροτέρευαν κι απλωνόταν η επανάσταση. Και σε κάθε κραυγή ελευθερίας των Ελλήνων, απαντούσε μια νέα έκρηξη του τουρκικού φανατισμού, μέχρι που στο τέλος έλειψε κάθε φραγμός κι οι Τούρκοι αφηνίασαν σαν μανιασμένοι, κι έσφαξαν και λεηλάτησαν κι εξανδραπόδισαν.

Οι ειδήσεις δεν έρχονταν μέχρις εμάς, ούτε τακτικά ούτε με ακρίβεια, αλλά οπωσδήποτε έφτανε μέχρι τα βάθη του χανιού μας ο αντίλαλος των πρώτων εκείνων σεισμών της εθνεγερσίας, Έτσι μαθαίναμε όσα συνέβαιναν στη Βλαχία, έτσι ακούσαμε μια μέρα ότι σηκώθηκε ο Μοριάς, ότι ο αρχιεπίσκοπος Πατρών κι οι προεστώντες της Πελοποννήσου μπήκαν επικεφαλής του κινήματος, ενώ ταυτόχρονα ήρθε κι η φήμη ότι η Ύδρα κι οι Σπέτσες επαναστάτησαν.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ όπως γράφτηκαν από τον συγγραφέα

Τὴν αὐγὴν τῆς Μεγάλης Πέμπτης ἠκούσαμεν τὴν λειτουργίαν καὶ ἐκοινωνήσαμεν τῶν θείων μυστηρίων. Ἦτο λαμπρὰ ἐαρινὴ πρωΐα καὶ ὅτε ἐπεστρέψαμεν ἐκ τῆς ἐκκλησίας, ἀντὶ νὰ μείνω ἐντὸς τῆς οἰκίας, λαβὼν εἰς χεῖρας τὴν νηστήσιμον τροφήν μου ὑπῆγα νὰ προγευθῶ ἐπὶ τοῦ ἐξώστου. Ἀλλ' ἅμα ἤνοιξα τὴν ἐπ' αὐτοῦ θύραν καὶ ὕψωσα τὸ βλέμμα πρὸς τὸ πέλαγος, εἶδα θέαμα, τὸ ὁποῖον μὲ κατέπληξε. Παρῄτησα τὸ πρόγευμα καὶ ἔδραμα πρὸς τὸν πατέρα μου. Μὲ ἠκολούθησεν ἐπὶ τοῦ ἐξώστου καὶ ἐβλέπομεν ἀμφότεροι πρὸς τὴν θάλασσαν.

Ἐβλέπομεν σειρὰν μακρὰν πλοίων μεγάλων πλεόντων πρὸς τὸν λιμένα μας. Ἀπεῖχον εἰσέτι πολύ, ἀλλ' ἦτο διαυγὴς ἡ ἀτμοσφαῖρα καὶ διεκρίνοντο τὰ ἱστία, καμπύλα ὑπὸ τοῦ ἀνέμου τὴν πνοήν, καὶ αἱ διπλαῖ καὶ αἱ τριπλαῖ λευκαὶ ζῶναι ἐπὶ τῶν μαύρων σκαφῶν. Ἐνῷ δὲ τὰ μεγάλα ταῦτα πλοῖα ἐφαίνοντο πλησιάζοντα, ἄλλη σειρὰ πλοιαρίων μικρῶν, δεχομένων ἐκ πλαγίου τὸν ἄνεμον εἰς τὰ τρίγωνα ἱστία των, ἔφευγε παρὰ τὴν παραλίαν πρὸς τῆς Σάμου τὴν διεύθυνσιν. Τὰ μεγάλα ἐν τούτοις πλοῖα, ὡσεὶ διστάζοντα, ἀντὶ νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸν πρὸς τὸν λιμένα πλοῦν, ἤλλαξαν αἴφνης δρόμον. Ἐνόμισα ἐπ' ὀλίγον ὅτι ἀνεχώρουν. Ἀλλ' ὄχι· δὲν ἀπεμακρύνοντο· ἐλοξοδρόμουν ἀπέναντι τῆς Χίου. Τὰ δὲ μικρὰ πλοιάρια, φεύγοντα πρὸς τὰ δεξιά μας, ἐχάνοντο τὸ ἕν μετὰ τὸ ἄλλο ὄπισθεν τῆς τελευταίας ἄκρας τῆς νήσου.

Δὲν ἦτο δύσκολον νὰ ἐννοήσωμεν τί συνέβαινεν. Ὁ Τουρκικὸς στόλος κατήρχετο ἰσχυρός, οἱ δ' ἐπαναστάται ἀνεχώρουν. Ἀλλ' οἱ Χῖοι τί ἔμελλον ν' ἀπογίνωσιν;

Ἀγνοῶ πόσην ὥραν ὁ πατήρ μου κ' ἐγὼ ἐμένομεν ἐπὶ τοῦ ἐξώστου σιωπηλοὶ καὶ ἀκίνητοι, μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὸ πέλαγος προσηλωμένους.

-Νὰ φύγωμεν, νὰ φύγωμεν, εἶπεν αἴφνης ὁ πατήρ μου, καὶ ἐστράφη πρὸς τὴν οἰκίαν. Ἐστράφην κ' ἐγὼ καὶ τότε εἶδα ὅτι ὄπισθεν ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ἐξώστου ἵσταντο ἡ μήτηρ καὶ αἱ δύο ἀδελφαί μου καὶ ἡ Ἀνδριάνα, βλέπουσαι κ' ἐκεῖναι ἐν σιωπῇ τὸ πρὸ ἡμῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης θέαμα.

Ὁ πατήρ μου ἐξῆλθεν ἀμέσως τῆς οἰκίας. Τὸν ἠκολούθησα κατὰ διαταγήν του. Ἤθελε νὰ συσκεφθῶμεν μετὰ τῶν συγγενῶν περὶ τοῦ πρακτέου. Ἐξηρχόμεθα μόλις τῆς ἔξω τοῦ περιβόλου μας θύρας, ὅτε εἴδομεν ἐρχόμενον πρὸς ἡμᾶς τὸν Καλάνην, ἐξάδελφον τῆς μητρός μου, κρατοῦντα ἐκ τῆς χειρὸς τὴν μικρὰν θυγατέρα του. Ἦτο πρὸ ὀλίγων μηνῶν χηρευμένος ὁ Καλάνης, ἡ δὲ ζωή του συνεκεντροῦτο εἰς τοῦ ὀρφανοῦ του τέκνου τὴν ἀγάπην. Ποτὲ δὲν τὸ ἀπεχωρίζετο· ἡ δὲ χαρίεσσα μορφὴ τοῦ ἐνδεκαετοῦς ἐκείνου κορασίου, καὶ ἡ τεθλιμμένη τοῦ τρυφεροῦ προσώπου του ἔκφρασις, εἶχον, ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς εἰς τὸν Πύργον ἀφίξεώς μας, ἑλκύσει πᾶσαν τῆς ψυχῆς μου τὴν συμπάθειαν.

Ἤρχετο ὁ Καλάνης πρὸς τὸν πατέρα μου μὲ τὸν ἴδιον σκοπόν, ὅστις καὶ ἡμᾶς ὡδήγει. Διηυθύνθημεν ὅλοι ὁμοῦ πρὸς τὸ παρεκκλήσιον· οἱ δὲ δύο ἐκεῖνοι προπορευόμενοι συνωμίλουν, ἐγὼ δὲ εἰς ὀλίγων βημάτων ἀπόστασιν τοὺς ἠκολούθουν, κρατῶν τὴν μικρὰν Δέσποιναν ἐκ τῆς χειρός. Ἔβλεπα τὰς ξανθὰς τρίχας τῆς ἀθώας ἐκείνης κεφαλῆς, καὶ ἀνελογιζόμην τὰ ἀπὸ τοῦ ἐξώστου μας φαινόμενα πλοῖα καὶ ἀνεπόλουν μετὰ φρίκης ὅσα ἤκουσα περὶ τῶν εἰς Σμύρνην καὶ εἰς τὰς Κυδωνίας ὑπό τῶν Τούρκων διαπραχθέντων.

Ἐβάδιζα σιωπῶν καὶ περίλυπος. Ἡ μικρὰ ἐσιώπα ἐπίσης, ἀλλ' ᾐσθανόμην τὰ δάκτυλά της ἀνήσυχα ἐντὸς τῆς χειρός μου. Ἐνόησα ὅτι ἦτο φοβισμένη, καὶ μὴ γνωρίζων τί νὰ εἴπω πρὸς ἐνθάρρυνσίν της ἔσκυψα καὶ ἐφίλησα τὴν μικρὰν χεῖρά της. Ἔστρεψε τότε πρὸς ἐμὲ τοὺς γαλανοὺς ὀφθαλμοὺς της καὶ μὲ ἠρώτησε μὲ φωνὴν τρέμουσαν, - Λουκῆ, θὰ μᾶς σκοτώσουν οἱ Τοῦρκοι;

- Ὄχι, Δέσποινά μου, θὰ φύγωμεν. Μὴ φοβῆσαι. Δὲν θὰ μᾶς πειράξῃ κανείς!

- Θὰ σκοτώσουν τὸν πατέρα μου. Ἐγὼ τὸ ἠξεύρω. Θὰ τὸν σκοτώσουν!

Καὶ ἤρχισε νὰ κλαίῃ πικρῶς ἀλλ' ἡσύχως, καὶ ἔρρεον τὰ δάκρυά της, καὶ ἐπαναλάμβανε:

- Θὰ τὸν σκοτώσουν! Σκοτώνουν οἱ Τοῦρκοι! Θὰ σκοτώσουν τὸν πατέρα μου!

- Μὴ κλαίῃς, Δέσποινα, μὴ φοβῆσαι.

Ἤθελα νὰ τὴν παρηγορήσω, ἀλλὰ δὲν εὕρισκα λέξεις, καὶ βλέπων τὸν ἥσυχον θρῆνόν της ᾐσθανόμην κ' ἐγὼ τὴν φωνήν μου ἐκλείπουσαν.

Εἰς τὸν νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας συνεκάθηντο ἤδη τῶν γειτόνων οἱ πλεῖστοι. Ἐκαθήσαμεν καὶ ἡμεῖς ἐπὶ τῶν μαρμαρίνων ἑδωλίων. Ὁ Καλάνης ἐπῆρεν ἐπὶ τῶν γονάτων τὴν κόρην του, καὶ ἔλαβον τὸν λόγον οἱ γέροντες.

Δὲν ἐβράδυνε νὰ ληφθῇ ἡ περὶ τοῦ πρακτέου ἀπόφασις. Ἦτο πρόδηλον ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἱκανὰ πρὸς ἀντίστασιν μέσα καὶ ὅτι θὰ γίνωσι κύριοι οἱ Τοῦρκοι τῆς νήσου, ἐγνωρίζομεν δ' ἐκ τῶν προτέρων πῶς φέρονται οἱ Τοῦρκοι εἰς κατακτηθείσας χώρας. Ἀπεφασίσθη λοιπὸν νὰ μεταβῶμεν εἰς τὰ δυτικώτερα τῆς νήσου καὶ νὰ σκορπισθῶμεν ὅπου ἕκαστος ἠδύνατο νὰ εὕρῃ καταφύγιον. Ἀπεμακρυνόμεθα οὕτω τῶν Τούρκων καὶ ἐπλησιάζομεν εἰς τὰ παράλια ἄντικρυ τῶν Ψαρῶν, ὅθεν ἠλπίζομεν σωτηρίαν.

Ἀπεχαιρετίσθημεν μετὰ πόνου ψυχῆς, εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἠσπάσθημεν τὰς εἰκόνας, καὶ ἀποχωρισθέντες ἐπεστρέψαμεν εἰς τὰ ἴδια ἕκαστος.

Δὲν ἐπανεῖδα ἔκτοτε τὸ παρεκκλήσιόν μας!

Καθ' ὁδὸν ὁ πατήρ μου μὲ εἶπεν, ὅτι ἀπεφάσισε νὰ ζητήσωμεν ἐπί τινας ἡμέρας τὴν φιλοξενίαν δύο γερόντων θείων του, κατοικούντων εἰς τὸ ἀγροκήπιόν των, ὅπισθεν τοῦ περικλείοντος τὸν Κάμπον βουνοῦ. Ὅτε δ' ἐφθάσαμεν εἰς τὴν οἰκίαν, διέταξεν ἀμέσως τὸν κηπουρὸν νὰ φορτώσῃ ἐπὶ δύο ἡμιόνων ἐφαπλώματα καὶ ζωοτροφίας καὶ νὰ ὑπάγῃ νὰ προειδοποιήσῃ τοὺς γέροντας περὶ τῆς ἐλεύσεώς μας, καὶ νὰ μᾶς περιμείνῃ μετὰ τῶν ζῴων ἐκεῖ.

Ἅμα ὁ κηπουρὸς ἀνεχώρησεν, ὁ πατήρ μου μ' ἔκραξεν ἐντὸς τοῦ κοιτῶνος, ὅπου εἶχε κλεισθῇ μετὰ τῆς μητρός μου. Τοὺς ηὗρα παραγεμίζοντας σάκκον μὲ σκεύη ἀργυρᾶ καὶ ἄλλα πολύτιμα. Ἄλλος σάκκος ἔκειτο ἤδη ἐπὶ τῆς κλίνης πλήρης καὶ ἕτοιμος. Ἀφοῦ καὶ ὁ δεύτερος ἐδέθη, τὸν ἐσήκωσεν ὁ πατήρ μου, μὲ διέταξε νὰ φέρω τὸν ἐπὶ τῆς κλίνης κείμενον, ἤνοιξεν ἡ μήτηρ μου τὴν θύραν καὶ ἐξήλθομεν τοῦ δωματίου.

Ἐκεῖνος ἐμπρός, ἐγὼ κατόπιν, φέροντες τοὺς σάκκους, ἐβαδίσαμεν πρὸς τὸ μᾶλλον ἀπόκεντρον μέρος τοῦ κήπου, ὅπου ἦσαν τὰ δέντρα πυκνότερα. Ἀπέθεσα κατὰ γῆς τὸν σάκκον καὶ ἔφερα δύο ἀξίνας. Ἐκεῖ ὑπὸ τὴν σκιὰν γηραιᾶς μηλέας, πλησίον τοῦ μαγγανοπηγάδου, εἰς θέσιν τὴν ὁποίαν κατὰ παραγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐσημείωσα καὶ ἐνετύπωσα ἀκριβῶς εἰς τὴν μνήμην μου, ἠρχίσαμεν οἱ δύο νὰ σκάπτωμεν, καὶ ἠνοίξαμεν λάκκον βαθύν. Ἐντὸς τοῦ λάκκου ἐθέσαμεν τοὺς σάκκους, τὸν ἕνα ἐπὶ τοῦ ἄλλου, τοὺς ἐκαλύψαμεν ἔπειτα, ἐπατήσαμεν τὸ χῶμα πρὸς ἰσοπέδωσιν τῆς σκαφείσης γῆς, καὶ βεβαιωθέντες ὅτι οὐδεὶς μᾶς παρετήρησεν, ἐπεστρέψαμεν πρὸς τὴν οἰκίαν.

- Μὴ λησμονήσῃς αὐτὴν τὴν παρακαταθήκην, μὲ εἶπεν ὁ πατήρ μου. Ἂν ἀποθάνω ἐγώ, σὺ εἶσαι ὁ προστάτης τῆς μητρὸς καὶ τῶν ἀδελφῶν σου.

Ἔμπροσθεν τῆς θύρας εὕρομεν τέσσαρα ζῶα ἕτοιμα καὶ τὴν Ἀνδριάναν ἐπισπεύδουσαν τὴν ἀναχώρησιν. Οἱ γονεῖς καὶ αἱ ἀδελφαί μου ἀνέβησαν ἐπὶ τῶν ὄνων καὶ ἐξεκινήσαμεν. Ἡ Ἀνδριάνα κ' ἐγὼ ἠκολουθήσαμεν πεζοί.

Κατ' ἑκείνην τὴν στιγμὴν ἠκούσθη αἴφνης μακρόθεν πυροβόλου κρότος. Πλησιέστεροι κανονοβολισμοὶ διὰ μιᾶς τὸν διεδέχθησαν. Ἐστράφημεν ἐν σιωπῇ ὁ εἷς πρὸς τὸν ἄλλον. Οἱ κρότοι τῶν πυροβόλων ἐπηκολούθουν συνεχεῖς. Ἀπὸ τοῦ στόλου καὶ ἀπὸ τοῦ φρουρίου οἱ Τοῦρκοι ἐτέλουν παταγωδῶς τοῦ φριχτοῦ θριάμβου των τὰ προεόρτια.

- Ἀλλοίμονον εἰς τὴν Χίον! ἀνέκραξεν ὁ πατήρ μου. Καὶ ἐξηκολουθήσαμεν τὸν δρόμον μας.

Δημήτριος Βικέλας, Λουκής Λάρας. 3η έκδοση, Αθήνα, Τυπογραφείο των Καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδη, 1891, σσ. 50-59

[……]

Ο κύριος των Τούρκων σκοπός ήτο η ανακάλυψις των κρυπτομένων φυγάδων. Τους άνδρας εφόνευον, τα δε γυναικόπαιδα ηχμαλώτιζον μεταφέροντες την άγραν των εις την πόλιν. Τους χωρικούς δεν έβλαπτον συνήθως, εκτός δι’ ύβρεων και ραβδισμών και λακτισμάτων και διά της καταναλώσεως των τροφίμων των. Δεν έμενον δε επί πολύ οι αυτοί Τούρκοι εις το χωρίον. Αφ’ εσπέρας ήρχετο μία συμμορία, έτρωγον, έπινον εκοιμώντο, την δεν πρωίαν ήρχιζεν η έρευνα προς σφαγήν και αιχμαλωσίαν• ανεχώρουν οι πρώτοι με αιχμαλώτους και λάφυρα, και τους διεδέχετο νέα την εσπέραν συμμορία, και ούτως εφεξής. Ημείς δ’ επεριμένομεν να κορεσθώσι και να παύση η εξάντλησις της λείας την διαδοχήν του διωγμού, παρακαλούντες τον Θεόν να μη ανακαλυφθώμεν μέχρι τέλους.

Πώς να περιγράψω την αγωνίαν των ατελεύτητων εκείνων ημερών! Εφοβούμεθα να λαλήσωμεν μη ο ελάχιστος θόρυβος μας προδώση. Η Ανδριάνα έκλαιεν, έκλαιεν ακαταπαύστως, και λυγμοί ενίοτε εξέφευγον από του στήθους της• ο πατήρ μου επέβαλλε τότε σιωπήν.

- Θέλεις να μας καταδώσης; έλεγε.

Και έκυπτεν η Ανδριάνα την κεφαλήν, και δεν ηκούετο ο θρήνος της.

Επλησίαζεν η μήτηρ μου να την παρηγόρηση.

- Μη μ’ εγγίζεις και λερώνεσαι!

Δυστυχής νέα! Η μαύρη απελπισία της εντός του σκοτεινού και δυσώδους εκείνου καταφυγίου ήτο η φοβερωτέρα ένδειξις της τύχης, η οποία επερίμενε τας λοιπάς εκεί γυναίκας, εάν οι Τούρκοι μάς ανεκάλυπτον!

Την τελευταίαν νύκτα εξημερώθημεν με τον φόβον ότι δεν θα σωθώμεν από τας χείρας των. Η θύρα μόνη του σταύλου μάς εχώριζεν απ’ αυτών.



Την αυγήν επανήλθεν εις την αυλήν η σιωπή, αλλ’ εξηκολούθει εντός του χωρίου ο θόρυβος. Πόσον βραδέως αι ώραι παρήρχοντο! Θα επανέλθωσιν οι Τούρκοι πλησίον μας; Θα τους έχωμεν και την νύκτα πάλιν; Ησθανόμεθα πάντες ότι δεν ηδυνάμεθα να ανθέξωμεν πλειότερον.

……………………………..

Ότε εφθάσαμεν προ της κατοικίας του Μεγάλου Αγά, οι δημογέροντες εισήλθον εντός αυτής, εγώ δ’ έμεινα εις τον δρόμον, καθώς και εις Καταρράκτην, περιμένων και αναλογιζόμενος όσα είδα, προ πάντων δε τα αίματα εκείνα επί του τοίχου υπό τον εξώστην.

Μετ’ ολίγον μ’ έκραξαν και ανέβην εις την αίθουσαν, όπου εκάθητο ο Αγάς. Αιστερόθεν και δεξιόθεν του παρεκάθηντο άλλοι Τούρκοι, σύμβουλοι και πάρεδροί του, εις δε τας άκρας του θαλάμου, παρά την θύραν ίσταντο όρθιοι οι δημογέροντες και άλλοι τινές Χριστιανοί.

Έκλινα ταπεινώς τον αυχένα ενώπιον του μεγαλείου του Αγά. Με ηρώτησε δια του διερμηνέως πόθεν έρχομαι;

-Από την Ικαρίαν.

-Πώς ήλθον;

-Με πλοιάριον.

-Πότε;

-Προ τεσσάρων ημερών.

-Τι θέλω;

-Άδειαν να πωλήσω εις τα χωρία την πραγματείαν μου.

Εκεί Αράπης οπλοφόρος πλησιάζει τον Αγάν με την χείραν επί του στήθους και την κεφαλήν προς το έδαφος.

-Αγά μου, λέγει, ο νέος αυτός φορεί υποδήματα φραγκικά και θα είναι κατάσκοπος.

Και δεικνύει δια της μαύρης χειρός του τους πόδας μου. Εστράφησαν προς αυτούς οι οφθαλμοί όλοι και τα ιδικά μου συγχρόνως βλέμματα. Πραγματικώς δεν ήσαν χωρικού υπόδησις αι εμβάδες μου. Τας ηγόρασα εις Τήνον και έκοψα τα πτερά όπου αι ταινίαι εδένοντο, νομίσας ότι ήρκει τοσαύτη προφύλαξις. Δεν προείδα ο άθλιος ότι το σχήμα των ηδύνατο να με προδώση, αλλ’ ουδέ μου είχεν έλθει εις τον νουν ότι ήθελα ποτέ εκληφθή ως κατάσκοπος.

-Βάλετέ τον εις την φυλακήν, διέταξεν ο Αγάς.

Με ήρπασεν αμέσως ο Αράπης από τον βραχίονα και προτού προφθάσω να είπω λέξιν, άνευ ουδεμιάς περαιτέρω εξετάσεως προς εξακρίβωσιν των υποψιών, τας οποίας τα κατηραμένα μου υποδήματα προεκάλεσαν, με οδηγεί εις στενόν δωμάτιον ημιφωτιζόμενον υπό μικρού φεγγίτου, με ωθεί βιαίως από των ώμων και με κλείει εντός αυτού.

Ταύτα πάντα έγειναν δια μιας, τοσούτον ταχέως, τοσούτον απροσδοκήτως, ώστε ήμην ως ζαλισμένος, ότε ευρέθην εντός της φυλακής. Δεν ήξευρα τι μου γίνεται. Ησθανόμην εισέτι επί των ώμων και του βραχίονος τας βαρείας του Αράπη χείρας, ήκουα την οργίλην προσταγήν του Αγά να με βάλωσιν εις την φυλακήν, ενθυμούμην το εργαστήριον και το πρόσωπον του Τηνίου υποδηματοποιού, εντός δε του σκότους της φυλακής ενόμισα κατά πρώτον ότι ονειρεύομαι.

Άμα οι οφθαλμοί μου συνείθισαν το σκότος, είδα ότι δεν ήμην μόνος εκεί. Δύο χωρικοί εκάθηντο επί του εδάφους. Με παρηγόρησεν η θέα των. Υπάρχουν στιγμαί καθ’ ας ο άνθρωπος επιζητεί την ερημίαν, αλλ’ ως επί το πολύ θέλει και επιθυμεί την κοινωνίαν των ομοίων του.

Ήσαν πατήρ και υιός οι δύο φυλακισμένοι, το δ’ έγκλημά των ήτο η πώλησις μαστίχης. Διότι το ήμισυ περίπου του όλου προϊόντος της νήσου εκρατείτο, ως γνωστόν, δια τα χαρέμια του Σουλτάνου, δεν επετρέπετο δε εις τους χωρικούς να πωλήσωσι το επίλοιπον ειμή εις μόνον τον Αγάν, όστις ώριζε μόνος του την τιμήν της μαστίχης και την επλήρωνεν όπως και οπότε ήθελεν.•

Ο γέρων με ωμίλησε πρώτος ερωτών τις είμαι και διατί εφυλακίσθην, και διηγήθη αυτόκλητος την ιστορίαν μου. Ο νέος δεν ελάλει, αλλ’ έκλαιε σιωπηλώς• έκλαιεν, ο δε γέρων, κρατών του υιού την χείρα, διέκοπτε συχνάκις την προς εμέ ομιλίαν, δια να αποτείνη προς εκείνον λόγους ενθαρρύνσεως και παρηγορίας.

Η θέα των δύο εκείνων εκλόνισε την καρδίαν μου. Ενθυμήθην τον πατέρα μου και τον έρημον εις Σπέτσας τάφον του, ενθυμήθην την μητέρα και τας αδελφάς μου περιμενούσας εις Τήνον την επιστροφήν μου, και ανήλθεν εις τους οφθαλμούς η πλημμύρα της λύπης μου, και με κατέλαβε θρήνος και κοπετός, και έχυσα πύρινα δάκρυα. Εφοβούμην τους Τούρκους! Καθώς μ’ εφυλάκισαν ανεξετάστως ως κατάσκοπον, ηδύναντο επίσης και να με καταδικάσωσι. Τι ήτο δι’ αυτούς ενός Χριστιανού η ζωή; Η δυστυχής μου μήτηρ είχε δίκαιον να με αποτρέπη. Διατί να έλθω εις Χίον;

Προς το εσπέρας μας έδωκαν ελαίας και άρτον, μετ’ ολίγον δε ο Αράπης ελθών μ’ εξήγαγε της φυλακής και μ’ έφερεν εις σκιάδα εντός του κήπου, όπου πέριξ τραπέζης χαμηλής, φορτωμένης από οπώρας ποικίλας, εκάθηντο επί ταπήτων τρεις Τούρκοι και δύο Χριστιανοί. Μεταξύ των πρώτων ανεγνώρισα τον Μουλά Μουσταφά, η δε θέα του μου έδωκε θάρρος, διότι ο άνθρωπος δεν μου εφάνη κακός κατά την τελευταίαν συνοδοιπορίαν μας.

Ήρχισαν εκ νέου να μ’ εξετάζωσι τις είμαι και πόθεν και τι θέλω; Επανελάμβανα δε τας αποκρίσεις της πρωίας. Προς επικύρωσιν των λόγων μου ηθέλησα να επικαλεσθώ του Μουλά την μαρτυρίαν.

-Αγά μου, δεν με είδες…

Ο Μουλάς έστρεψεν απ’ εμού το πρόσωπον, και εννόησα ότι δεν θέλει να με δώση γνωριμίαν. Ηθέλησα ν’ αλλάξω ομιλίαν, αλλά περιεπλέχθην, η δε σύγχυσίς μου επεσφράγισε την ιδέαν την οποίαν περί εμού συνέλαβε της νέας χωρικής ο προστάτης, αφ’ ης στιγμής δεν εξετέλεσα ως έπρεπε το περί του άνθους πρόσταγμά του.

-Φίλοι μου, είπε Τουρκιστί προς τους συνδαιτημόνας του. Δεν είναι δια κατάσκοπος το ανθρωπάριον τούτο. Δεν τα έχει σωστά. Είναι κουτός ο δυστυχής!

Και εξηκολούθησε ταπεινωτέρα τη φωνή μεταξύ των ο περί εμού λόγος, αλλά δεν ήκουα τι έλεγον.

Ο Αράπης μ’ έσυρεν έξω της σκιάδος και με ωδήγησε πάλιν εις την φυλακήν.

Δεν ήτο εκ των καλλιτέρων νυκτών μου εκείνη, ούτε η επομένη, αναγνώστα μου.

Την επιούσαν απήχθησαν της φυλακής οι δύο χωρικοί και δεν επέστρεψαν, έμεινα δ’ εντός αυτής μόνος και έρημος, μετρών τας ώρας και ελεεινολογών την τύχην μου, και συλλογιζόμενος τι άρα ν’ απέγεινεν ο Παντελής και ο όνος του.

Την επομένην πρωίαν με ωδήγησε πάλιν ο Αράπης ενώπιον του Αγά. Εβάδιζα περίλυπος και καταβεβλημένος. Μία μόνη μου έμεινεν ελπίς, η υπόληψίς μου ως πτωχού το πνεύμα, και ήμην αποφασισμένος να την εκμεταλλευθώ ως τελευταίαν σανίδα σωτηρίας. Ο Αγάς εκάθητο ροφών τον ναργιλέν του. Ο διερμηνεύς ίστατο πλησίον του με τα χείρας εσταυρωμένας επί του στήθους.

-Προσκύνησε τον Αγάν, είπε. Σου δίδει την ελευθερίαν, αλλ’ επί όρω να υπάγης προς την χώραν, όχι προς τα χωρία, όθεν ήλθες.

Έσκυψα και εφίλησα την άκραν του κρασπέδου του Αγά και υπεχώρησα βήματά τινα. Αλλ εσυλλογίσθην τον Παντελήν και τα βαρέλια μου και τον όρμον, όπου ήλπιζα να εύρω το μέσον της εις την Τήνον επιστροφής.

-Τι χάσκει εκεί; Ηρώτησεν ο Αγάς.

-Αγά μου, είπα, αφήκα το υποκάμισόν μου εις το χωρίον και πρέπει να υπάγω να το πάρω.

Δεν εννόησεν ο Τούρκος τι λέγω και ηρώτησε τον διερμηνέα. Εκάγχασεν, ότε τω εξηγήθη η αίτησίς μου.

-Καλά, είπε, καλά. Σου το φέρουν το υποκάμισόν σου, αλλά συ να υπάγης προς την χώραν.

Επροσκύνησα και απεσύρθην. Εις την θύραν μ’ επερίμενεν ο Αράπης, προτείνων αγερώχως την παλάμην.

Τα χαψιάτικα, είπεν!

Είχα λησμονήσει ότι οι φυλακισθέντες υπόκεινται εις του φόρου τούτου την απότισιν. Εξήγαγα του κόλπου μου το σακκούλιον εντός του οποίου είχα ολίγα γρόσια, το προϊόν της έως τότε πωλήσεως εκ του χαβιαρίου μου, και ήρχισα να λύω τους κόμβους μετά προφανούς δυσαρεσκείας. Αλλ’ οι κόμβοι ήσαν πολλοί και περιπεπλεγμένοι, οι δε δάκτυλοί μου δεν έσπευδον εις του εμπλέγματος την λύσιν. Έχασε την υπομονήν ο Αράπης, ή μ’ ελέησεν ίσως, και υψώσας την χείρα μου την κατεβίβασε ραγδαίαν επί του αυχένος, μου απηύθυνε δύο λέξεις όχι φιλόφρονος αποχαιρετισμού κι ανεχώρησεν.

Ήμην ελεύθερος, η δε θύρα ήτο ανοικτή. Εξήλθα άνευ χρονοτριβής και βάδισα κατ’ ευθείαν προς την έξοδον του χωρίου. Αλλ’ η πύλη ήτο κλειστή και ουδείς παρ’ αυτήν. Ήτο Κυριακή, και οι Χριστιανοί ελειτουργούντο εισέτι εις την εκκλησίαν. Η πρώτη μου ώθησις ήτο να υπάγω κ’ εγώ να ευχαριστήσω τον Θεόν δια την λύτρωσίν μου, αλλ’ υπερίσχυσεν η επιθυμία του να εξέλθω όσω το ταχύτερον από το Θολόν Ποτάμι και να τρέξω εις αναζήτησιν του Παντελή. Έκαμα τον σταυρόν μου εκεί εις το ύπαιθρον, ανέβην επί δένδρου, του οποίου ο κορμός υψούτο παρά την πύλην, επήδησα τον τοίχον και ευρέθην εκτός του χωρίου ελαφρός και αδέσμευτος. Έτρεξα δρομαίος προς την καλύβην όπου ο Παντελής υπεσχέθη να με περιμείνη.