,
Κοροβέσης

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Περικλης Κοροβέσης

Ανθρωποφύλακες

Αποσπάσματα

γνωριμία
Χτύπησε το κουδούνι. Δεν περιμέναμε κανένα. Ήταν τρεις το πρωί. Η γυναίκα μου κι εγώ μαζί με δυο φίλους, που μόλις είχαν σχολάσει από τη δουλειά τους στο θέατρο, τα λέγαμε κουτσοπίνοντας.
«Ασφάλεια».
«Ταυτότητες έχετε;»
«Ποιος είναι ο Κοροβέσης;»
«Εγώ»
Ήταν ο αστυνόμος Σπανός μαζί με μια ομάδα πέντε ανθρώπων. Ο αστυνόμος Σπανός είναι πολύ κοντός έκφραση λίγο μάγκικη, προσποιητή παλικαριά. Πρώτος βοηθός, ένας καλοθρεμμένος: κοιλιά προτεταμέ νη, μάτια μικρά και έκφραση χαμογελαστή. Το γέλιο του όμως δεν έδει χνε καμιά ευφορία. Δεύτερος βοηθός, ένας μάλλον συμπαθητικός κοινός άνθρωπος. Θα μπορούσε να τανε οτιδήποτε και μανάβης και ταξιτζής. Οι υπόλοιποι, απρόσωποι. Κρατούσαν πιστόλια στα χέρια.
«Κύριε Κοροβέση, θα ήθελα να σας πω κάτι ιδιαιτέρως. Είναι δυνατόν;» Πήγαμε στο μέσα δωμάτιο. Ο Σπανός έπαιρνε όλες τις προφυλάξεις, για κάθε ενδεχόμενο. Μ' άφησε και προχώρησα εγώ μπροστά. Άκου σα το κλικ που έκανε η κόπιτσα της θήκης του πιστολιού. Έκλεισε την πόρτα. Σιγουρεύτηκε πως δεν ήταν κανένας άλλος, και μπήκε στο θέμα. Μου ζητούσε το υλικό που ήτανε σίγουρος πως υπάρχει στο σπίτι.Σαν καλό παιδί που είμαι, να του τα δώσω όλα, γιατί θα τα βρει μόνος του και το σπίτι θα γίνει γυαλιά καρφιά, «Θα διατάξω θύελλα», μου είπε .

[….]
πολιτισμένη ανάκριση
«Άκουσε, παιδί μου. Η Ασφάλεια δεν βυζαίνει το δάχτυλό της. Δεν σε πιάσαμε αμέσως, για να δεις την καλοσύνη μας. Το τι έχεις κάνει από την ημέρα της Επαναστάσεως είναι γνωστό στας αρχάς. Δεν έχεις κάνει και λίγα πράγματα. Τα ξέρουμε όλα. Λοιπόν, σαν καλό παιδί, πες τα. Άντε, θα περάσεις καλά. Σκέψου ένα πράγμα μόνο: η Ασφάλεια για τους κακούς είναι Νταχάου και για τους ειλικρινείς Παράδεισος. Πρόσεξε, δεν εξετάζουμε την ενοχή σου, που είναι αποδεδειγμένη, αλλά την ειλικρίνειά σου, που θα καθορίσει τη δική μας συμπεριφορά. Σκέψου: Νταχάου ή Παράδεισος. Εγώ, παρόλο που δεν ξηγήθηκες εντάξει στο σπίτι, είμαι έτοιμος να σε συγχωρήσω».
Φοβόμουνα. Αισθανόμουνα τον ιδρώτα να τρέχει στην πλάτη μου. Είχα ακούσει καθαρά τη λέξη «Νταχάου» δυο φορές. Βρισκόμουνα στην Ασφάλεια, σ' αυτόν τον μυθικό τόπο, που τόσα και τόσα είχανε γίνει Όμως, ακόμα κι αυτή την ύστατη στιγμή, είχα μια κρυφή ελπίδα πως ίσως να γλίτωνα. 'ναι λόγια. Πιο καθαρά, σκέφτηκα πως μπορούσε και να την γλίτωνα.
Απάντησα πως, έτσι γενικά που ρωτάει, δεν με διευκολύνει καθόλου, Του δήλωσα πως δεν έχω κανένα λόγο να κρύψω τίποτα και, αν μπορούσα να κάνω κάτι, θα το έκανα. Μόλις τέλειωσα αυτή τη φράση, ζεματίστηκα. Ωραία τα κατάφερα. Μέσα στα πρώτα τρία λεπτά ε χα αρχίσει τις δικαιολογίες. Ντράπηκα, σιχάθηκα. Το καλό που βγήκε ήτανε πως τα είχα αρχίσει να ηρεμώ. Φάνηκε ικανοποιημένος.
Ναι, παιδί μου, καλά έκανες. Μια που παραδέχτηκες, λοιπόν, πως ανήκεις στο Πατριωτικό Μέτωπό... και καλά έκανες που δεν το αρνήθηκες γιατί ξέρεις τι έγινε;-η ηγεσία του Μετώπου μάς έχει δώσει πλήρη σχεδιαγράμματα, βέβαια, και η όλη διάρθρωση έχει διαλυθεί. Λοιπόν, θέλω να μου πεις όχι την καθοδήγηση -την ξέρουμε - αλλά τα ονόματα των ανθρώπων που είχες επαφή. Κατάλαβες; Αυτούς που βλέπεις. Άντε, λοιπόν, να τελειώνουμε γρήγορα».
Διευκρίνισα πως δεν έχω παραδεχτεί τίποτα. Αυτές είναι δικές του εικασίες, που δεν πρέπει να γίνουν υποχρεωτικά δεκτές. Τσαντίστηκε και άρχισε ένας διάλογος. Τον παραθέτω αυτούσιο.
«Τι ξέρεις για το Πατριωτικό Μέτωπο «Είναι μια οργάνωση που έγινε μετά την 21η Απριλίου και "θέτει εμπόδια εις το έργον της Κυβερνήσεως"», «Από πού τα ξέρεις αυτά;» «Από τον Κωνσταντόπουλο».
«Πού κάθεται;» «Τον Σάββα Κωνσταντόπουλο, τον διευθυντή του Ελεύθερου Κόσμου. Η φράση που χρησιμοποίησα είναι δικιά του
«Αι Σιχτίρι, πουσταράδες, όλοι τα ίδια λέτε. Βλέπω το χεις μάθει το μάθημα καλά»,
«Δεν καταλαβαίνω».
«Μην κάνεις τον μαλάκα τώρα. Ποιοι άλλοι ήτανε στην εφημερίδα;»
«Ποια εφημερίδα «Ξέρεις, οι μαλάκες εδώ δεν περνάνε καλά. Εννοώ την εφημερίδα του Μετώπου».
«Δεν την είδα ποτέ».
«Εγώ δούλεμα δεν σηκώνω. Που την δίνεις την εφημερίδα;»
Δεν καταλαβαίνω τι με ρωτάτε», «Ποιος έμενε σπίτι σου;» «Η γυναίκα μου .
«Εκτός από τη γυναίκα σου».
«Εγώ φυσικω.
«Κοίταξε, ρε πουσταριό... για τις βόμβες που έβαζες δεν σου λέω τίποτα. Για να δεις πόσο εντάξει είμαι. Σ' τη χαρίζω εδώ, για να μην σε ντουφεκίσουν, Διαλέγω τα πιο ελαφριά. Άσε, λοιπόν, τις εξυπνάδες και πες μου. Ποιοι δουλεύουν, για σας στο θέατρο». «Νομίζω πως κάνετε λάθος, δεν καταλαβαίνω για τι με ρωτάτε..»

[….]
επιστημονική ανάκριση [….]

Είχα σφιχτεί και περίμενα. Κοίταζα τον Κώστα. Ο Κώστας έφτυσε στα χέρια του, πήρε το ξύλο. Άρχισε.
Ο φάλαγγας είναι μια υπερβολικά μεγάλη δύναμη που ενεργεί πάνω σου. Σου δίνει την εντύπωση πως γλιστράς σε μια μεγάλη, επικλινή, γυαλιστερή επιφάνεια και πέφτεις πάνω σ' έναν σκληρό, γρανιτένιο τοίχο. Αν δεν ήξερες πως σε χτυπάνε στα πόδια, θα σου ήτανε αδύνατον να προσδιορίσεις από πού έρχεται. Τις κινήσεις του βασανιστή τις βλέπεις. Τα χτυπήματα είναι ο γρανιτένιος τοίχος. Η επικλινής επιφάνεια είναι τα διαστήματα ανάμεσα στα χτυπήματα. Όταν ο ρυθμός είναι κανονικός, είναι λιγότερο επώδυνος από τον ακανόνιστο ρυθμό.
Τη λεπτομέρεια αυτή την ξέρουνε και σε χτυπάνε μια γρήγορα μια αργά. Αρχίζουν να σε χτυπούν από κάτω προς τα πάνω και αντίστροφα. Ξέρουνε πως η πρώτη σου αντίδραση είναι να μαζέψεις λίγο τα πέλματα. Αυτό τους αφήνει αδιάφορους, γιατί ξέρουνε πως ύστερα από δέκα χτυπήματα το πόδι πρήζεται τόσο πολύ, που γεμίζει το παπούτσι.
Άρχισα να φωνάζω. Δεν ήξερα πόσο δυνατή είναι μια ανθρώπινη φωνή, Φώναξα τ' όνομά μου. Άκουγα τη φωνή μου, που ήταν αφύσικα δυνατή. Σταματήσανε. Μα θα ταν δεν θα ταν δέκα χτυπήματα, Δεν τόλμησα να κάνω καμιά σκέψη. Ο Σπανός με ρώτησε αν άλλαξα γνώμη. Δεν τον κοίταξα. Ο Κώστας ξανάρχισε, Φώναζα. Κάποιος φεύγει και πηγαίνει στο αποχωρητήριο και παίρνει το σφουγγαρόπανο. Κολλάει το σφουγγαρόπανο πάνω στο στόμα μου. Όλη εκείνη η αηδία κολλάει στον οισοφάγο μου. Το βαστάει σφιχτά και το πανί στραγγίζεται στο στόμα μου. Δεν μπορώ πια ν' αναπνεύσω.
Σκέφτηκα να κάνω γιόγκα, να κόψω τη μεταβίβαση του πόνου. Μάταιο. Σαν να θέλεις να βάλεις ένα χάρτινο φράγμα σ' έναν καταρράκτη. Τινάχτηκε στον αέρα η γιόγκα μου.
Δεν τελείωνε. Περίμενα να λιποθυμήσω. Είχα μια κτηνώδη αντοχή. Περίεργο, εγώ πού για να βάλω τροχό στο δόντι μου κάνανε ένεση, άντεχα. Δεν λέγανε να τελειώσουν. Πρέπει να σκέφτομαι κάτι άλλο. Ίσως αυτό ανακουφίζει. Αδύνατον. Τώρα το ξύλο δημιουργεί κι έναν ήχο. Σαν μια μεγάλη ξύλινη καμπάνα. Σαν να σαι μέσα στην καμπάνα. Ύστερα γλιστράς. Σκοτάδι, ησυχία, ανακούφιση Μον ρίχνουν νερά. Λιποθύμησα. Συνέρχομαι. Σχεδόν ήμουνα περήφανος που λιποθύμησα. Άμεση συνειδητοποίηση του χώρου. Η ελπίδα, ίσως σταματήσουν τώρα
Μπορεί να με λύσουν. Ο φάλαγγας κανονικά πρέπει να 'χει ένα τέλος. Έγινε πια ολόκληρος κύκλος, Τι θέλουνε; Ο Σπανός ρωτάει αν άλλαξα γνώμη. Δεν τον προσέχω. Ο Κώστας ξαναρχίζει. Μα μέχρι πότε; Αν έλεγα κάτι, θα μου έδινε την ευκαιρία να ξεφύγω για λίγο. Ο Κώστας συνέχιζε. Το πανί ξαναμπήκε στο στόμα μου. Αέρας, δεν υπήρχε αέρας. Πόσο μπορεί να ζήσεις χωρίς αέρας Περίμενα να ακούσω τον ήχο της καμπάνας. Πουθενά μόνο αυτά τα κύματα που ανεβαίνουν. Φαίνεται άρχισαν κάτι τινάγματα νευρικά στο κεφάλι. Ο Σπανός λέει:
«Σταμάτα, κάτι θέλει να πει».
Οι άλλοι το επιβεβαιώνουν. Ναι, θα μιλήσει. Ωρίμασε το πράγμα.Η καλή δουλειά φαίνεται. Κάποιος λέει στον Σπανό «Μην πας κοντά, κύριε προϊστάμενε, θα σε φτύσει»,
Μα τι γίνεται εδώ; Τους βασανίζουνε κι όχι μονάχα δεν μιλάνε, αλλά τους φτύνουν κι από πάνω. Μακάρι να μπορούσα να το κάνω κι εγώ.
Ο Σπανός αλλάζει γνώμη. Ο Κώστας ξαναρχίζει.
Πρέπει η ανθρώπινη αντοχή να 'χει όρια. Μια εφιαλτική υπερδιέγερση μου έδινε εκπληκτική διαύγεια. Τους παρατηρούσα. Ήτανε μα ζεμένοι γύρω γύρω, όπως μαζεύονται και κοιτάνε μια οικοδομή που κατεδαφίζεται. Ο Κώστας δεν χτύπαγε πια. Τώρα ήτανε κάποιος άλλος.
Είδα έναν που είχε φύγει από τον κύκλο και κοίταζε έξω από την πόρ τα. Ίσως φρουρός, για να μην ανέβει κανείς απάνω. Ίσως δεν άντεχε να βλέπει. Πίστεψα το δεύτερο. Νέο κουράγιο. Κι εδώ ακόμα, κάποιος που δεν συμφωνεί. Αισθάνομαι φιλικά. Βλέπω γυρισμένη την πλάτη του. Το στομάχι μου πόναγε. Τ' αυτιά βουίζανε. Ένας ήχος διαπεραστικός, οξύς.
Μεγάλωνε. Ένα αίσθημα σαν να γκρεμίζομαι. Μια ταχύτητα, Στυφός ήχος, στριγκός, έτσι όπως σπάει το αεροπλάνο το φράγμα του ήχου. Κά που θα πέσω. Λιβάδια.
Κάτω από τα νερά. Ένα αίσθημα ξεγνοιασιάς. Συνειδητοποίηση του χρόνου, Πάλι είχα λιποθυμήσει. Σαν να είχα σηκωθεί από αρρώστια. Μου φάνηκε πως ήμουν πολύ αδύνατος, διάφανος. Τους κοιτάζω. Αξύριστοι, άγρυπνοι, κουρασμένοι. Δεν ρωτάνε τίποτα πια. Όταν βλέπουνε πως μπορώ και στρέφω τα μάτια μου, ξαναρχίζουν. Δεν ξέρω πια τίποτε. Σκέφτομαι ένα σκυλί λεπριασμένο που του πετάνε πέτρες. Τα παιδιά στη γειτονιά μου του πετάνε πέτρες. Το σκυλί μου μοιάζει. Τρομάζω. Μπορεί να τρελαθώ, λέω. Ξέρω πως στην Μακρόνησο από τα βασανιστήρια είχανε γίνει τρελοί….