| ΟΜΑΡ ΚΑΓΙΑΜ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ «Ρουμπαγιάτ», ονομάζονται τα τετράστιχά του Ομάρ Καγιάμ σταοποία ο τρίτος στίχος είναι ελεύθερος και οι άλλοι με ρίμα. |
|---|
ΟΜΑΡ ΚΑΓΙΑΜ(Τα παρακάτω ρουμπαγιάτ είναι από μτφΓεώργιου Κατσίμπαλη, Πέτρου Δήμα, Κλήτου Παγγαίου,δημοσιευμένα στα περιοδικά «Λέξη» και «Νέα Εστία»)Από πού ήρθαµε; Για ποια τραβούµε µέρη; Το νόηµα τής ζωής ποιο; Κανείς δεν το ξέρει. Πόσες ψυχές δε χάθηκαν, δε γίνανε στάχτη, Πείτε µου πού ’ν’ ο καπνός και πού τ’ αγέρι; Αφού κανείς μας δεν μπορεί το Αύριο να ορίζει Γλέντα τη δόλια σου καρδιά που αγάπη βασανίζει. Με το φεγγάρι πιες κρασί, γιατί κι αυτό το αστέρι Αύριο θα ψάχνει να μας βρει μα άδικα θα γυρίζει. Για φίλους περιόριζε τον ενθουσιασμό σου Και μην απομακρύνεσαι από τον εαυτό σου Κι αυτόν εδώ που νόμιζες πως είναι στήριγμά σου Μελέτα τον και πέρνα τον από το κόσκινό σου. Αν η ψυχή σου πόθησε να πάει μακριά, να φύγει, Παράτα όσους αγάπησες, κάθε δεσμό που πνίγει. Μη σκέφτεσαι τα εμπόδια που βρίσκονται μπροστά σου Σπρώχνε τα με τα πόδια σου, κι ο δρόμος σου θ’ ανοίγει. Ας περπατούν τα μυστικά μες στων τρελών τους τόπους Κι ας είναι τα μυστήρια για τους ονειροπόλους. Ζύγισε συ τα έργα σου και πρόσεχε τους άλλους. Και φύλαγε τους πόθους σου απ’ τους λεπτούς ανθρώπους. Σα να ‘τανε φτιαγμένος για το κέφι σου ο κόσμος ζήσε, λες και τον χουνε ξομπλιάσει για την αφεντιά σου μόνο. Μα μην το λησμονάς πώς δεν εισ’ άλλο από μια χούφτα χιόνι. στην αμμουδιά στρωμένο μια δύο μέρες, που θα λιώσει. Σύννεφο τις κακοκεφιάς να μην αφήνεις να σε σκιάζει κι ας μη χαθούν οι μέρες σου σ’ αναίτιας λύπης την ομίχλη. Μην απαρνιέσαι το λιβάδι, το φιλί, το ερωτικό τραγούδι. μέχρι με τον πηλό να ζυμωθεί, μια μέρα, ο πηλός σου. Το τι θα απογίνουμε είναι από πριν γραμμένο. Για αυτό καλό η κακό μην λογιάζεις , πένα μου, και γράψε ! Το μέλλον , από την πρώτη μέρα , όλων μας προδικασμένο. Όμοια γι’ αυτούς πού για το Σήμερα φροντίζουν, μα και γι’ αυτούς πού κάποιο Αύριο ατενίζουν κράζει ο μουεζίνης απ’ τό Σκοτεινό Πυργί : «Τρελοί ! η αμοιβή σας δεν είν’ ούτε Εδώ ούτ’ Εκεί». Η σημερινή την αυριανή δεν την εξουσιάζει, Γι αυτό τι θα ναι το αύριο δεν πρέπει να σε νοιάζει Ακόμη και τα τωρινά αν έχεις γνώση αψήφα, Γιατί που ξέρεις και για σένα η μοίρα τι ετοιμάζει. Το χθες την τρέλα αυτής της μέρας ετοιμάζει, την αυριανή σιωπή, απελπισία ή δόξα. Πιες, τι δεν ξέρεις από πού ήρθες και γιατί. Πιες, τι δεν ξέρεις γιατί φεύγεις και για πού. Στου αφανισμού την έρημο για μια στιγμή σταθείτε. Απ' της ζωής την Όαση λίγη δροσιά να πιείτε. Χαράματα ετοιμάστηκε το Μέγα καραβάνι. Και ξεκινάει για την Αυγή... του Τίποτε. Ω βιαστείτε! Ο φόβος του θανάτου -πίστεψέ µε- δεν μ αγγίζει. Πιο τρομερή είν’ η ζωή. Τί µου ετοιμάζει η μοίρα; Δανεικιά την ψυχή µου από κάπου την επήρα: Θα τη γυρίσω πίσω, σαν πίσω µου κλείσει κι η θύρα. Κι αν ήρθα δεν κέρδισε τίποτε η γη από μένα Κι αν φύγω δεν θα ζημιωθεί τίποτε η γη από μένα Μα ποιος μπορούσε να μου πει ποιο λόγο να χει ετούτος Ο πηγαιμός κι ο ερχομός, ο θάνατος κι η γέννα; Γιόρταζε, και τις λύπες σου αν θες να διώξεις, πίνε. Στην αδικία παράδειγμα δικαιοσύνης δίνε. Μια κι εδώ πέρα στο Μηδέν κατασταλάζουν όλα Πάρε το κρασοκάνατο και στα ποτήρια χύνε. Και τους αγίους και τους σοφούς με όλο τους το κόμμα Τους στρώσαν σε ολόψυχρο να κοιμηθούνε στρώμα Πουν' τώρα οι προφητείες τους; Και πως τα στοματά τους Που βγάζανε λόγια σοφά στουπώθηκαν με χώμα; Αυτός ο θόλος, π’ όλοι ζούμε κάτωθέ του ζαλισμένοι, είναι του Αλλάχ το μαγικό το θέατρο σκιών, ας πούμε. Λυχνάρι του ο ήλιος και πλατύ λευκό πανί του ο κόσμος κι αμέτρητες φιγούρες πίσω του σκοτεινές, που παραδέρνουν. Τη μέρα την αυριανή, φωνή καμιά δε σου την τάζει. Γι’ αυτό φεγγάρι μου θνητό με την ψυχή σου γλέντα, Μπορεί ένα μεσονύχτι να ψάχνει το φεγγάρι να μας βρει και να ‘μαστε φευγάτοι. Δεν πίνω το κρασί γιατί λατρεύω το κρασί. Δεν πίνω για να µπω στης έκλυτης ζωής το βούρκο. Πίνω για ν’ αναπνεύσω έξω από μένα μια στιγμή, Έξω από µένα να βρεθώ• για τούτο πίνω το κρασί Σήκω και δώσε μου κρασί, τα λόγια είναι χαμένα Απόψε το χειλάκι σου θα είναι το παν για μένα Κι όσο για τα ταξίματα και για τα κρίματά μου Τα βλέπω σαν τα κατσαρά μαλλιά σου μπερδεμένα. Τι θέλω; Μια σταλιά κρασί και στίχους να διαβάζω Κι όσο χρειάζεται ψωμί για να με ζήσει μόνο, Με την αγάπη μου μαζί, και στην ερημιά ακόμη, Δεν σου τα αλλάζω όλα αυτά και με Σουλτάνου θρόνο! |