|
Τζαίημς Τζόυς ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Ο Οδυσσέας αφηγείται τις περιπλανητικές συναντήσεις του Λέοπολντ Μπλουμ στο Δουβλίνο κατά τη διάρκεια μιας συνηθισμένης ημέρας, της 16ης Ιουνίου 1904. Το μυθιστόρημα θέτει μια σειρά από παραλληλισμούς με την Οδύσσεια του Ομήρου, με δομικές αντιστοιχίες μεταξύ των χαρακτήρων του Λέοπολντ Μπλουμ και του Οδυσσέα, της Μόλι Μπλουμ και της Πηνελόπης, του Στίβεν Δαίδαλου και του Τηλέμαχου αντίστοιχα. Τα κεφάλαια παίρνουν ονομασίες απο την Οδύσσεια του Ομήρου, το έργο τελιεώνει με το επισόδειο 18: Πηνελόπη, το οποίο αποτελείται από τις σκέψεις της Μόλι Μπλουμ ενώ βρίσκεται στο κρεβάτι δίπλα στο σύζυγό της |
|---|
Τζαίημς Τζόυς
αποσπάσματαΜε μετρημένο βήμα, ανάμεσα από φορτηγά, ο κ. Μπλουμ διέσχισε την αποβάθρα σερ Τζων Ρότζερσον, την οδό Γουίντμιλ, πέρασε μπροστά από τα λινοτριβείο Λισκ, το γραφείου Ταχυδρομείου και Τηλεγραφείου. Μπορούσε να είχε δώσει και αυτήν εδώ σαν διεύθυνσή του. Ύστερα πέρασε από τον Οίκο του αύτη. Απέφυγε τους πρωινούς θορύβους της αποβάθρας και προτίμησε την οδό Λάιμ. Κοντά στα παραπήγματα Μπρέιντυ ένας μαθητευόμενος βυρσοδέψης περιφερόταν άσκοπα, μ’ έναν κουβά γεμάτο πατσές περασμένον στο μπράτσο του, καπνίζοντας μια μασημένη γόπα. Ένα μικρότερο κορίτσι, με το μέτωπο σημαδεμένο από έκζεμα, τον παρατηρούσε, κρατώντας αδιάφορα το στραβωμένο τσέρκι το. Πες του πως αν καπνίζει δεν θε μεγαλώσει. Ουφ, ας’ τονε! Η ζωή του δεν είναι δα στρωμένη με τριαντάφυλλα. Εκείνη τη στιγμή είναι που το αισθάνεσαι. Εκείνη η στιγμή πρέπει να είναι φοβερά δυσάρεστη. Στην αρχή δεν μπορείς να το πιστέψεις. Πρέπει να έγινε λάθος· να πρόκειται για κάποιον άλλον. Για ρίχτε μια ματιά στο σπίτι απέναντι. Περιμένετε, θα ήθελα να, δεν τα κατάφερα ακόμα να. Ύστερα το σκοτεινιασμένο νεκρικό δωμάτιο. Ζητάνε φως. Τα ψιθυρύσματα ολόγυρά τους. Θέλεις να φέρουμε τον παπά; Κατόπιν το παραμιλητό και οι ασυναρτησίες. Μέσα σε παραλήρημα ξεστομίζει όλα όσα έκρυβε σ' όλη του τη ζωή. Ο αγώνας με το θάνατο. Ο ύπνος του δεν είναι φυσιολογικός. Πίεσε τα κάτω βλέφαρά του. Παρακολουθώντας αν η μύτη του μακραίνει, αν το σαγόνι του πέφτει, αν οι πατούσες του κιτρινίζουν. Παρ' του το μαξιλάρι και αφού είναι καταδικασμένος άφησέ τον να τελειώσει κατάχαμα. Ο σατανάς στον πίνακα Ο θάνατος του Αμαρτωλού του δείχνει μια γυναίκα. Ο ετοιμοθάνατος με νυχτικό προσπαθεί να την αγκαλιάσει. Η τελευταία πράξη στη Λουτσία. Δε θα σε αγκαλιάσω πια; Μπλουμ, εκπνέει. Επιτέλους, έφυγε. Μιλάνε λίγον καιρό για σένα· σε ξεχνάνε. Μην ξεχνάτε να προσευχηθείτε γι' αυτόν. Να τον θυμάστε στις προσευχές σας. Ακόμα και τον Παρνέλλ. Επέτειος που λησμονιέται. Ύστερα ακολουθούν και οι άλλοι· ένας ένας πέφτουν μέσα στην τρύπα. Το τέλος του βιβλίουΚύριε τί τρελά πράματα μού περνάνε κάποτε από το νου θα ήταν μεγάλη πλάκα αν ερχόταν να μείνει μαζί μας γιατί όχι υπάρχει το πάνω δωμάτιο άδειο και το κρεβάτι της Μίλλυ στο πίσω δωμάτιο θα μπορούσε να γράφει και να διαβάζει εκεί μέσα στο τραπέζι και να μουντζουρώνει τα χαρτιά του και αν θέλει να διαβάζει το πρωί στο κρεβάτι σαν κι εμένα έτσι πού ετοιμάζει το πρόγευμα για έναν μπορεί να το ετοιμάζει για δύο είμαι βέβαιη ότι δεν πρόκειται να δεχτώ οικότροφους από το δρόμο για χάρη του αν πιάσει ένα σπίτι παλιατζούρα σαν κι αυτό θα μού άρεσε να έχω μεγάλες συζητήσεις μ’ ένα έξυπνο μορφωμένο άτομο πρέπει ν’ αγοράσω ένα ζευγάρι κόκκινες παντόφλες σαν κι αυτές πού πούλαγαν εκείνοι οι Τούρκοι με τα φέσια ή κίτρινες και μια ωραία μισοδιάφανη πρωινή ρόμπα πού γουστάρω τόσο πολύ ή μια ζακέτα δωματίου σε χρώμα ανθισμένης ροδακινιάς σαν κι αύτη πού είδα πριν λίγο καιρό στου Γουώλπολ μόνο οχτώ σελίνια και έξι πέννες ή δεκαοχτώ σελίνια και έξι πέννες θα τού δώσω ακόμα μιά ευκαιρία θα σηκωθώ πολύ πρωί όπως και να ’ναι βαρέθηκα το παλιοκρέβατο τού Κοέν θα κατέβω μάλλον στην αγορά να ρίξω μια ματιά σ’ όλα τα σαλατικά και τα λάχανα και τις τομάτες και τα καρότα και όλων των ειδών τα εκλεκτά φρούτα καθώς έρχονται όλα όμορφα και φρέσκα ποιός ξέρει ποιος θα είναι ό πρώτος άντρας πού θα συναντήσω εκεί κάτω βγαίνουν πρωί-πρωί και ψάχνουν για δαύτο καθώς έλεγε ή Μάμυ Ντίλλον το ίδιο κάνουν και τη νύχτα κι αυτός ήταν ό λόγος πού πήγαινε στη λειτουργία θα μού άρεσε τώρα ένα μεγάλο ζουμερό αχλάδι να λιώσει μέσα στο στόμα μου όπως και τότε πού ήμουν έγκυος τότε θα τού πετάξω τα αύγά του και το τσάι του μές στή φλυτζάνα του για τούς μουστακοφόρους πού τού χάρισε για να κάνει το στόμα του ακόμα πιο μεγάλο φαντάζουμαι πώς θα τού άρέσει το ωραίο μου άφρόγαλα ξέρω τί θα κάμω θα το παίξω λίγο χαρούμενη αλλά όχι και υπερβολικά θα τραγουδάω πότε-πότε για λίγο μί φά πιετά Μαζέττουστέρα θ’ αρχίσω να ντύνομαι για να βγώ πρέστο νόν σόν πιού φόρτε θα βάλω το καλύτερό μου μεσοφόρι και την καλύτερή μου κυλότα άσ’ τονε να χορτάσει τα μάτια του και να κάνει το πράμα του να σηκωθεί δεν θα τού το κρύψω διόλου ότι αυτό πού γύρευε έγινε ότι ή γυναίκα του γαμήθηκε ναι και μάλιστα γαμήθηκε πολύ καλά σχεδόν μέχρι το λαρύγγι και μάλιστα όχι άπ’ αυτόν πέντε ή έξι φορές να και τα σημάδια από τα χύσια του στά καθαρά σεντόνια δεν θα μ’ έμελλε ούτε να τα εξαφανίσω με το σιδέρωμα αυτό έπρεπε να τον ικανοποιήσει αν δενπιστεύεις άγγιξε την κοιλιά μου εκτός κι αν τον έβανα να σταθεί εκεί και να βάλω το δικό του μέσα μου σκέπτομαι να του περιγράψω κάθε λεπτομέρεια και να τον αναγκάσω να το κάμει μπροστά μου έτσι τού αξίζει γιατί είναι δικό του λάθος αν είμαι μοιχαλίδα όπως φώναζε εκείνος ό τύπος από τον εξώστη αν αυτό ήταν όλο κι όλο το κακό πού κάνουμε σ’ αύτη την κοιλάδα των δακρύων ό Θεός ξέρει ότι δεν εχει και τόση σημασία όλοι το κάνουν μόνο πού το κρύβουν φαντάζομαι πώς γι’ αυτό το λόγο υπάρχουν οι γυναίκες αλλιώτικα Αυτός δεν θα μάς έκανε έτσι πού μάς έφτιασε τόσο ελκυστικές για τούς άντρες τότε αν ήθελε να φιλήσει τον κώλο μου θα τραβήξω στο πλάι την κυλόττα μου και θα τού το πετάξω εξω μπροστά στή μούρη του τόσο μεγάλο σαν τη ζωή μπορεί να χώσει μέσα τη γλώσσα του εφτά μίλια μέσα στην τρύπα μου και βρίσκεται εκεί για να δίνει ικανοποίηση τότε θα τού πω ότι θέλω μία λίρα ή μπορεί και τριάντα σελίνια θα τού πω ότι θέλω ν’ αγοράσω εσώρουχα τότε αν μού τα δώσει δεν θα τού έρθει και τόσο άκριβά δεν θέλω να τον ξετινάξω όπως κάνουν οι άλλες θα μπορούσα κάπου-κάπου να γράφω μιαν όμορφη επιταγή για πάρτη μου και να υπογράφω με τ’ όνομά του για κάνα δυο λίρες κάποτε ξέχασε να κλειδώσει το στέλεχος έξ άλλου δεν θα τα ξοδέψει θα τον αφήσω να χύσει πάνω μου από πίσω με τον όρο να μή λερώσει την καλή μου κυλότα Ώ φαντάζομαι πώς αυτό δεν μπορώ να το αποφύγω θα κάμω την αδιάφορη μια ή δύο ερωτήσεις θα καταλάβω από τίς απαντήσεις του όταν βρίσκεται σ’ αύτη την κατάσταση δεν μπορεί να κρύψει τίποτα ξέρω όλα του τα κόλπα θα σφιχτώ και θα πω μερικές βρωμοκουβέντες μύρισε τον κώλο μου ή γλείψε τα σκατά μου ή το πρώτο τρελό πράμα πού θα μού κατέβει στο κεφάλι κι υστέρα θα τού ζητήσω ναι ναι ’Ώ περίμενε τώρα αγόρι μου θα ’ρθει κι ή δίκιά μου σειρά θα γίνω παιχνιδιάρα και φιλική όταν το κάμω Ω όμως ξεχνάω αυτό το βρωμόπραμα φτού φτού δεν ξέρεις τί πρέπει να κάνεις να γελάσεις ή να κλάψεις ήταν σαν μαρμελάδα ανάμικτη ροδάκινο’ και μήλο όχι θα συνεχίσω να φοράω τα παλιά μου εσώρουχα έτσι θα είναι καλύτερα θα είναι πιο τονισμένα στο διάολο έτσι δεν θα ξέρει ποτέ αν είναι αυτός πού το έκανε ή κάποιος άλλος εσένα σού φτάνει και σού περισσεύει κάθε κουρέλι υστέρα θα σκουπίσω μηχανικά από πάνω μου την εκκένωσή του θα βγω έξω και θα τον αφήσω μόνο του να κοιτάζει το ταβάνι και ν’ αναρωτιέται αυτή πού βρίσκεται τώρα θα τον κάμω να μ’ επιθυμήσει αυτός είναι ό μόνος τρόπος χτύπησε και τέταρτο τί αφύσικη ώρα φαντάζουμαι πώς τώρα θα ξυπνάνε στήν Κίνα και θα χτενίζουν τις κοτσίδες τους για την καινούργια ημέρα οπού να ’ναι οι καλόγριες θα χτυπήσουν την καμπάνα για την πρωινή προσευχή δεν έχουν κανένα να τούς ταράζει τον ύπνο εκτός από κάνα δυο παπάδες για τη νυχτερινή λειτουργία το ξυπνητήρι στο διπλανό σπίτι σαν λάλημα κόκορα πετώντας έξω τα μυαλά του με τον ήχο του ας δω μήπως μπορέσω και αρπάξω μια στάλα ύπνο μία δύο τρεις τέσσερις πέντε τί είδος λουλούδια είναι αυτά πού ανακάλυψαν σαν άστρα ή ταπετσαρία στην οδό Λόμπαρντ ήταν πολύ ομορφότερη ή ποδιά πού μού χάρισε έμοιαζε λίγο με αυτή μόνο πού εγώ τη φόρεσα μόνο δυο φορές καλύτερα να χαμηλώσω τη λάμπα και να προσπαθήσω πάλι έτσι μήπως μπορέσω να ξυπνήσω αύριο νωρίς θα πάω στου Λάμπες δίπλα στου Φάιντλεητερ και θα τούς παραγγείλω να μάς στείλουν μερικά λουλούδια για να βάλω εδώ μέσα σε περίπτωση πού θα τον φέρει στο σπίτι αύριο σήμερα θέλω να πω όχι όχι ή Παρασκευή είναι γρουσούζικη μέρα πρέπει πρώτα να συγυρίσω κάπως εδώ μέσα νομίζω πώς ή σκόνη μαζεύεται την ώρα πού κοιμάμαι υστέρα θα παίξουμε μουσική και θα καπνίσουμε μπορώ να τον συνοδεύσω πρέπει πρώτα να καθαρίσω τα πλήκτρα τού πιάνου με γάλα τί θα φορέσω θα φορέσω ένα μεγάλο τριαντάφυλλο ή αυτά τα γλυκίσματα από τού Λίπτονς μού αρέσει ή μυρωδιά ενός πλούσιου μεγάλου μαγαζιού εφτάμισι πέννες τη λίμπρα ή τα άλλα με τα κεράσια πάνω τους και την τριανταφυλλιά ζάχαρη έντεκα πέννες βέβαια μια ωραία γλάστρα στη μέση τού τραπεζιού θα την πάρω φτηνότερα στου να δεις πώς τον λένε δεν πάει πολύς καιρός πού τις είδα μού αρέσουν τα λουλούδια θα ήθελα να είχα όλο το δωμάτιο να κολυμπάει στα τριαντάφυλλα επουράνιε Θεέ δεν υπάρχει τίποτα σαν τη φύση τα άγρια βουνά ύστερα ή θάλασσα και τα ορμητικά κύματα ύστερα ή όμορφη έξοχή με τα χωράφια με βρώμη στάρι και όλα τα είδη των πραγμάτων και όλα τα όμορφα κοπάδια από βόδια να τριγυρίζουν θα ’κανε καλό στην καρδιά σου να έβλεπες ποτάμια και λίμνες και λουλούδια όλα τα είδη σχήματα μυρουδιές και χρώματα να ξεπετάγονται ακόμα και από τα χαντάκια πασχαλούδες και βιολέτες αυτό είναι ή φύση και όσο γι’ αυτούς πού λένε πώς δεν υπάρχει Θεός δεν δίνω δεκάρα για όλη τους τη μόρφωση γιατί δεν πάνε να δημιουργήσουν κάτι συχνά τον ρώτησα αθεϊστές ή ό,τι άλλο ονομάζουν τούς εαυτούς τους γιατί δεν πάνε πρώτα να ξεπλύνουν τη βρώμα από πάνω τους υστέρα στριγγλίζουν για τον παπά όταν έρθει ή ώρα για να πεθάνουν και γιατί γιατί επειδή φοβούνται την κόλαση έξ αιτίας της κακής τους συνείδησης άχ ναι τούς ξέρω καλά ποιός ήταν ό πρώτος στο σύμπαν πριν να υπάρξει κάποιος πού το έφτιαξε όλο αυτό ποιος ποιός άχ αυτό δεν το ξέρουν ούτε κι εγώ έτσι λοιπόν ας δοκιμάσουν να σταματήσουν τον ήλιο να ανατείλει αύριο ό ήλιος λάμπει για σένα είπε την ημέρα πού ήμαστε ξαπλωμένοι ανάμεσα στα ροδόδενδρα στο Χάουθ με το κεφάλι στο γκρίζο μάλλινο κουστούμι του και το ψάθινο καπέλο του την ημέρα πού τον έσπρωξα να με ζητήσει σε γάμο ναι πρώτα του έδωσα το κομμάτι από το κέικ με ηλιόσπορους μέσα από το στόμα μου και ήταν δίσεχτος χρόνος όπως τώρα ναι δεκαέξι χρόνια Θεέ μου υστέρα από το μακρύ φιλί κόντεψα να χάσω την αναπνέου μου ναι είπε πώς ήμουν ένα άνθος των βουνών ναι έτσι ήμαστε όλες άνθη το κορμί της γυναίκας ναι αυτό ήταν ένα αληθινό πράγμα πού είπε στή ζωή του κι ό ήλιος λάμπει για σένα σήμερα ναι γι’ αυτό τον συμπάθησα γιατί είδα ότι καταλάβαινε και αισθανόταν τί είναι ή γυναίκα κι ήξερα πώς θα μπορούσα πάντα να τον καταφέρω και τού έδωσα όλη την ευχαρίστηση πού μπορούσα φέρνοντάς τον μόνο κοίταξα πέρα πάνω από τη θαλασσα και τον ουρανό σκεφτόμουνα τόσα πολλά πράγματα πού εκείνος δεν ήξερε για τον Μάλβεύ και τον κ. Στάνχοπ και την ’Έστερ και τον πατέρα και το γέρο λοχαγό Γκρόβ και τούς ναύτες πού παίζανε πετάει πετάει το πουλί και τίς καβάλλες και το πλύνε τα πιάτα οπως το λέγανε στο μώλο κι ό φρουρός μπροστά από το σπίτι τού κυβερνήτη με το πράμα γύρω από το άσπρο του κράνος φτωχοδιάβολος να σιγοψήνεται στον ήλιο και τα σπανιόλικα κορίτσια να γελάνε μέσα στις μαντήλες τους και τα ψηλά τους χτένια και οι δημοπρασίες το πρωί οι Έλληνες και οι Εβραίοι και οι ’Άραβες κι ό διάολος ξέρει από πού άλλού άπ’ ολα τα πέρατα τής Ευρώπηςκι ή όδός Ντιούκ και ή όρνιθαγορά κακαρίζοντας εξω από το Λάρμπυ Σάρονς και τα καημένα τα γαϊδούρια να γλιστράνε μισοκοιμισμένα και οι αινιγματικοί τύποι μέσα στις κελεμπίες τους να κοιμούνται στή σκιά πάνω στα σκαλοπάτια κι οι μεγάλοι τροχοί των βοιδαμαξιών και το παλιόκάστρο χιλιάδες χρόνια γέρικο ναι κι αυτοί οι όμορφοι Μαυριτανοί όλοι ντυμένοι στα λευκά και τα τουρμπάνια τους σαν βασιλιάδες να σού ζητάνε να κάτσεις στα μικρά μαγαζιά τους και ή Ρόντα με τα παλιά παράθυρα των Ποσαντας μάτια πού έριχναν βλέμματα πίσω από τις σιδερένιες γρίλιες στον εραστή της για να φιλήσει το σίδερο κι οι ταβέρνες μισάνοιχτες τη νύχτα και οι καστανιέτες τη βραδιά πού χάσαμε το καράβι στο Άλγκεσίρας ό φύλακας να κάνει τις βόλτες του ατάραχος με την λάμπα του και ’Ώ αυτός ό φοβερός χείμαρρος πού κατεβαίνει ’Ώ ή θάλασσα ή θάλασσα κατακόκκινη μερικές φορές σαν τη φωτιά και τα υπέροχα ηλιοβασιλέματα και οι συκιές στους κήπους της Άλαμέδας ναι και όλα τα παράξενα δρομάκια και τα τριανταφυλλιά και τα γαλάζια και τα κίτρινα σπιτάκια και οι κήποι με τα τριαντάφυλλα και τα γιασεμιά και τα γεράνια και τούς κάκτους και το Γιβραλτάρ ένα κορίτσι πού ήμουνα τότε ένα ’Άνθος των βουνών ναι όταν έβαλα το τριαντάφυλλο στα μαλλιά μου όπως συνήθιζαν τα κορίτσια της Ανδαλουσίας ή θα φορέσω ένα κόκκινο ναι πώς με φίλησε κάτω από το Μαυριτάνικο κάστρο και σκέφτηκα λοιπόν αυτός ή όποιος άλλος το ίδιο κάνει κι υστέρα τον κάρφωσα με τα μάτια μου για να μού κάνει πάλι την πρόταση ναι κι υστέρα μού ζήτησε αν θα ήθελα ναι να πω ναι το άνθος μου των βουνών και στήν άρχή τον αγκάλιασα ναι και τον τράβηξα κάτω πάνω μου έτσι πού μπορούσε να νιώσει τα στήθη μου όλο άρωμα ναι κι ή καρδιά του πήγαινε να σπάσει και ναι είπα ναι θέλω.Ναι. Τεργέστη-Ζυρίχη-Παρίσι, 1914-1921 |