ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΥΠΟΘΕΣΗ
Ο Αγαμέμνων κατά την επιστροφή του από την Τροία δολοφονήθηκε από τη σύζυγό του Κλυταιμνήστρα και τον εξάδελφό του και εραστή της Αίγισθο. Στην Ηλέκτρα, ο Σοφοκλής εξιστορεί την εκδίκηση της Ηλέκτρας για τον φόνο του πατέρα τους.

Σοφοκλής

ΗΛΕΚΤΡΑ

(Απόσπασμα σε μετάφραση Κ. Χ. Μύρης)

ΗΛΕΚΤΡΑ (μονόλογος):

Καθάριο φως
κι αγέρα, της γης αδελφέ,
πόσες ακούς θρήνων κραυγές,
πόσα ακούς βροντερά χτυπήματα
στέρνων καταματωμένων, κάθε φορά
που η ζοφερή νύχτα στερεύει.
Όσο για τα νυχτέρια μου, το μισερό
το ξέρει στρώμα του θλιβερού σπιτιού
πόσο θρηνώ για το δυστυχισμένο
τον πατέρα μου που σε βάρβαρη γη
δεν του χάρισε θάνατο ο Άρης,
η μάνα μου όμως κι ο εραστής ο Αίγισθος,
καθώς οι ξυλοκόποι πελεκούν βελανιδιά,
με φονικό τσεκούρι το κεφάλι τού σκίζουν.
Κι άλλος από μένα κανένας
δε σε πόνεσε, πατέρα, που τέτοιο
φριχτό, πικρό θάνατο βρήκες.
α ποτέ δε θα πάψω να θρηνώ,
να βογκώ γοερά,
όσο θα βλέπω των άστρων το φέγγος
να τρέμει κι όσο της μέρας το φως·
να σκούζω σαν αηδόνα που τα παιδιά της έχασε
και στα πατρικά πεζούλια ο λάλος
να πηγαινοφέρνει τον αντίλαλο.
Της Περσεφόνης και του Χάρου κατοικία,
του Κάτω Κόσμου Ερμή, Αρά-κατάρα,
κόρες θεών, Ερινύες σεμνές
που βλέπετε τους αδικοχαμένους,
αλλά κι όσους τρυπώνουν σε κρεβάτια ξένα,
ελάτε, συντρέξτε, πληρώστε του δικού μου
πατέρα το φόνο
και στείλτε μου τον αδερφό·
γιατί μόνη μου πια δεν μπορώ, δε βαστάω
το βαρύ το αντιζύγι της λύπης.
Απόσπασμα σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα

ΗΛΕΚΤΡΑ (στην αδερφή της)

Άκου, λοιπόν, τι σκέφτομαι να κάνω.
Καταλαβαίνεις πως δεν μπορούμε πια
να ελπίζουμε πως θα’ ρθει
κανένας να μας σώσει.
Φρόντισε ο Άδης
να έχουμε μόνο η μια την άλλη.
Όσο ήξερα πως είναι καλά ο αδελφός μας
και μεγαλώνει, είχα στηρίξει όλες
τις ελπίδες μου στη μέρα
όπου θα ερχόταν εκδικητής.
Τώρα, μόνο σε σένα μπορώ να ελπίζω.
Μόνο εσύ μπορείς να με βοηθήσεις
να πάρουμε εκδίκηση.
Οι δυο μας θα σκοτώσουμε τον Αίγισθο.
Αυτό θέλω να πω, αδελφή.
Έτσι πρέπει. Μην διστάσεις.
Τι έχεις να περιμένεις
απ’ τη ζωή που σου άφησαν;
Τον πατέρα σού τον στέρησαν,
το σπίτι σού το πήραν.
Και τι κάνεις;
Κάθεσαι εκεί και κλαις κρυφά
μην καταλάβουν πως υποφέρεις.
Ναι, το ξέρω: υποφέρεις,
μαραζώνεις και περνούν τα χρόνια
κι είναι άδειες οι μέρες σου από παιδιά
κι οι νύχτες σου από άντρα.
Μια αιώνια παρθένα
που κοιτάζει τη ζωή
απ’ το παράθυρο της.
Αυτή είναι η μοίρα σου.
Κι αν θέλεις
δοκίμασε να βγεις
από τη φυλακή σου.