|
Λούντβιχ Φόιερμπαχ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Ο Φόιερμπαχ υποστηρίζει ότι η λαχτάρα του ανθρώπου για τις καλές πλευρές της ανθρωπότητας (αγάπη, συμπόνια, καλοσύνη, αλληλεγγύη) τον ώθησε να φανταστεί ένα ον που διαθέτει όλες αυτές τις αρετές και να το ονομάσει «θεό». Άρα η θεολογία (μελέτη του θεού) δεν είναι στην πραγματικότητα παρά ανθρωπολογία (μελέτη του ανθρώπου). Όχι μόνο δημιούργησε ο άνθρωπος την αυταπάτη του θεϊκού όντος, αλλά στην πορεία ξέχασε και απαρνήθηκε την πραγματική του φύση, λησμόνησε ότι οι αρετές ενυπάρχουν στους ανθρώπους και δεν χρειάζεται να ψάχνονται στους θεούς. Συμπεραίνει λοιπόν στο μεγαλειώδες έργο του ότι θα πρέπει να επικεντρωθούμε όχι στην επουράνια ηθική αλλά στην ανθρώπινη καλοσύνη και δικαιοσύνη, ο άνθρωπος αξίζει της προσοχής μας, σε αυτή τη ζωή σε αυτή τη γη. |
|---|
Λούντβιχ Φόιερμπαχ Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ (1841)Απόσπασμα από το ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΟ Θεός ως ον της διάνοιαςΗ θρησκεία είναι ο διχασμός του ανθρώπου με τον εαυτό του: θέτει το θεό ως ένα αντιτιθέμενο πpoς τον ίδιο ον. Ο θεός δεν είναι αυτό που είναι ο άνθρωπος, ο άνθρωπος δεν είναι αυτό που είναι ο θεός. Ο θεός είναι το άπειρο και ο άνθρωπος το περατό- ο θεός είναι τέλειος, ο άνθρωπος ατελής- ο θεός αιώνιος, ο άνθρωπος εν τω χρόνω· ο θεός παντοδύναμος, ο άνθρωπος αδύναμος- ο θεός ιερός, ο άνθρωπος αμαρτωλός. Ο θεός και ο άνθρωπος είναι [μεταξύ τους] άκρα: ο θεός το πολύ απλά θετικό, το σύνολο όλων των πραγματικοτήτων, ο άνθρωπος το πολύ απλά Αρνητικό, το σύνολο όλων των μηδαμινοτήτων. Αλλά ο άνθρωπος εξαντικειμενικεύει στη θρησκεία τη δική του μυστική ουσίαΠρέπει λοιπόν να αποδειχτεί ότι αυτή η αντίθεση, αυτός ο διχασμός θεού και ανθρώπου, με τον οποίο ξεκινά η θρησκεία, είναι ένας διχασμός του ανθρώπου με τη δική του ουσία. Η εσωτερική αναγκαιότητα αυτής της απόδειξης προκύπτει ήδη από το ότι, εάν πραγματικά το θείο ον, το οποίο είναι αντικείμενο της θρησκείας, ήταν ένα άλλο από το ον του ανθρώπου, τότε δεν θα μπορούσε διόλου να πραγματοποιηθεί μια διαίρεση, ένας διχασμός. Εάν ο θεός είναι πραγματικά ένα άλλο ον, τότε τι με νοιάζει η τελειότητά του; Ο διχασμός λαμβάνει χώρα μόνο μεταξύ δύο όντων τα οποία έχουν περιέλθει σε μεταξύ τους έριδα, αλλά πρέπει, και μπορούν, να είναι ένα, ώστε κατ' ουσίαν, κατ' αλήθειαν είναι ένα. Ήδη λοιπόν για αυτόν το γενικό λόγο πρέπει εκείνο το ον με το οποίο ο άνθρωπος αισθάνεται διχασμένος να είναι ένα ον εγγενές σε αυτόν, αλλά ταυτόχρονα ένα ον διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας από εκείνο το ον ή εκείνη τη δύναμη η οποία του παρέχει το αίσθημα, τη συνείδηση της συμφιλίωσης, της ενότητας με το θεό ή, πράγμα που είναι το αυτό, με τον ίδιο τον εαυτό του. Το ον αυτό δεν είναι άλλο από τη νόηση - το Λόγο ή τη διάνοια. Ο θεός ως άκρο του ανθρώπου, νοούμενος ως μη ανθρώπινο, δηλαδή ως εμπρόσωπο ανθρώπινο ον, είναι η εξαντικειμενικευμένη ουσία της διάνοιας. Το καθαρό, τέλειο, εντελές θείο ον είναι η αυτοσυνείδηση της διάνοιας, η συνείδηση της διάνοιας για τη δική της τελειότητα. Η διάνοια δεν γνωρίζει τίποτε για τα πάθη της καρδιάς· δεν έχει επιθυμίες, δεν έχει πάθη, δεν έχει ανάγκες και ακριβώς για αυτόν το λόγο δεν έχει ελλείψεις και αδυναμίες όπως η καρδιά. Καθαρά διανοητικοί άνθρωποι, άνθρωποι οι οποίοι απεικονίζουν και προσωποποιούν για εμάς την ουσία της διάνοιας, αν και με μονόπλευρη, αλλά ακριβώς για αυτόν το λόγο χαρακτηριστική προσδιοριστικότητα, είναι υπεράνω των θυμικών βασάνων, των παθών, των ακροτήτων των συναισθηματικών ανθρώπων- δεν είναι παθιασμένα συνεπαρμένοι για κανένα περατό, δηλαδή για κανένα συγκεκριμένο αντικείμενο- δεν «υποθηκεύονται»· είναι ελεύθεροι. «Να μη χρειάζομαι τίποτε, και μέσα από αυτή την έλλειψη ανάγκης να μοιάζω στους αθάνατους θεούς»· «να μην υποτάσσομαι στα πράγματα αλλά να υποτάσσω τα πράγματα»· «τα πάντα ματαιότης» - αυτές και παρόμοιες ρήσεις είναι συνθήματα αφηρημένων διανοητικών ανθρώπων. Η διάνοια είναι η ουδέτερη, η αδιάφορη, η αδιάφθορη, η ατύφλωτη ουσία εντός μας - το καθαρό, απαθές φως της νόησης. Είναι η κατηγορική, απροκατάληπτη συνείδηση του πράγματος ως πράγματος, διότι είναι η ίδια αντικειμενικής φύσης· η συνείδηση του πράγματος άνευ αντιφάσεων, διότι αυτή η ίδια είναι η άνευ αντιφάσεων ενότητα, η πηγή της λογικής ταυτότητας- η συνείδηση του νόμου, της αναγκαιότητας, του κανόνα, του μέτρου, διότι είναι αυτή η ίδια η δραστηριότητα του νόμου, η αναγκαιότητα τns φύσης των πραγμάτων ως αυτενέργεια, ο κανόνας των κανόνων, το απόλυτο μέτρο, το μέτρο των μέτρων. Μόνο μέσα από τη διάνοια μπορεί ο άνθρωπος να κρίνει και να πράττει σε αντίφαση με τα ακριβότερα ανθρώπινό του, δηλαδή τα προσωπικά αισθήματά του, όταν δηλαδή το απαιτεί ο θεός της διάνοιας, ο νόμος, η αναγκαιότητα, το δίκαιο. Ο πατέρας που κρίνει τον ίδιο το γιο του ένοχο και, ως δικαστής, τον καταδικάζει σε θάνατο μπορεί να το κάνει αυτό μόνο ως διανοητικός, όχι ως συναισθηματικός άνθρωπος. Η διάνοια μας δείχνει τα σφάλματα και τις αδυναμίες ακόμη και των αγαπημένων μας - ακόμη και τα δικά μας. Για αυτόν το λόγο μάς θέτει τόσο συχνά σε επώδυνη σύγκρουση με εμάς τους ίδιους, με την καρδιά μας. Δεν θέλουμε να δώσουμε δίκιο στη διάνοια: εξαιτίας της φειδούς, της επιείκειας, δεν θέλουμε να εκτελέσουμε την αληθινή, αλλά σκληρή, απροκατάληπτη κρίση της διάνοιας. Η διάνοια είναι η ιδιαίτερη δυνατότητα γένους· η καρδιά αντιπροσωπεύει τις ιδιαίτερες περιπτώσεις, τα άτομα, η διάνοια τις γενικές περιπτώσεις· είναι η υπεράνθρωπη, δηλαδή η υπερπρόσωπη και απρόσωπη δύναμη, η ουσιαστικότητα εντός του ανθρώπου. Μόνο μέσα από τη διάνοια και μέσα στη διάνοια έχει ο άνθρωπος τη δύναμη να αφαιρεί από τον εαυτό του, δηλαδή από την υποκειμενική, την προσωπική ουσία του, και να ανορθώνεται σε γενικές έννοιες και σχέσεις, να διαχωρίζει το αντικείμενο από τις εντυπώσεις που ασκεί στο θυμικό, να το θεωρεί καθ' εαυτό και δι' εαυτό, χωρίς τη σχέση προς τον άνθρωπο. Η φιλοσοφία, τα μαθηματικά, η αστρονομία, η φυσική, κοντολογίς η επιστήμη εν γένει είναι η πραγματική απόδειξη, επειδή είναι το προϊόν, αυτής της εν αληθεία άπειρης και θείας δραστηριότητας. Στη διάνοια αντιφάσκουν συνεπώς επίσης και οι θρησκευτικοί ανθρωπομορφισμοί, τους αρνείται στο θεό, τους απαρνείται. Αλλά αυτός ο ελεύθερος ανθρωπομορφισμών, ο απροκατάληπτος, ο απαθής θεός δεν είναι τίποτε άλλο από την ιδία, αντικειμενική ουσία τns διάνοιας. Ο θεός ως θεός, δηλαδή ως μη περατό, ως μη ανθρώπινο, ως μη υλικά προσδιορισμένο, μη αισθητηριακό ον, είναι απλώς αντικείμενο τns διάνοιας. |