|
ΑΛΚΗ ΖΕΗ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
|---|
ΑΛΚΗ ΖΕΗαποσπάσματα από το"Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο"«…Ούτε φτερά να είχαμε στα πόδια μας. Από τη Ζαίμη βρεθήκαμε στου Λουμίδη, στη Σταδίου. Πλάι στην τράπεζα του μπαμπά μας. Καλά που ήτανε Κυριακή.- Καλώς τες, καλώς τες, είπανε όλοι. Κι ύστερα ο Μάριος (Πλωρίτης) φώναξε το γκαρσόνι. - Τάκη, δύο εσπρέσο. Να μαστε λοιπόν καθισμένες στου Λουμίδη δίπλα δίπλα, να πίνουμε ένα θεόπικρο ζουμί που το λένε εσπρέσο κι η Λενούλα να μου μουρμουρίζει: «Πιες το». Γιατί είδε πως εγώ είχα βάλει κιόλας το φλιτζάνι στο πιατάκι. Κοίταζα τη Λενούλα που έπινε αυτό το εσπρέσο χωρίς μορφασμό και τα μάτια κολλημένα στον Γκάτσο. Τον κοίταξα κι εγώ. Δεν ήτανε ωραίος, ήτανε όμορφος. Πολύ ψηλός, μάτια σχιστά, αριστοκρατικά χέρια. Κατάμαυρα μαλλιά. Έμοιαζε με ισπανό ευγενή. Πώς να μην μείνει με ανοιχτό στόμα η αδελφή μου. Μια στιγμή εκείνος σηκώθηκε κι ήρθε και στάθηκε μπροστά μας. - Τι καθίσατε πλάι πλάι, εδώ δεν είναι σχολείο. Δεσποινίς μου, λέει στη Λενούλα και κάνει μια υπόκλιση σαν να ήθελε να τη ζητήσει σε χορό. Ελάτε να καθίσετε δίπλα μου, και της προτείνει το χέρι. Εκείνη χωρίς να τα χάσει άπλωσε το δικό της κι άφησε να την οδηγήσει σ' ένα τραπεζάκι πλάι στο παράθυρο. Μπορεί να είχε μεγάλα χέρια αλλά οι κινήσεις του ήτανε αρμονικές σαν κάποια μουσική να τον συνόδευε όταν κινιόταν. ........ και η ώρα περνούσε και τα μάτια του Γκάτσου δεν ξεκολλούσαν από τη Λενούλα που καθότανε με άνεση και τα πόδια απλωμένα. Μια στιγμή ο Εμπειρίκος γυρίζει, την κοιτάζει και λέει: «Μην νομίζετε πως μου διέφυγαν αι ωραιόταται κάλτσαι που φορείτε». Η Λενούλα φορούσε κάτι άσπρες ριγωτές βαμβακερές κάλτσες. Ήτανε η μεγάλη μόδα της Κατοχής. Τις έπλενε και τις άφηνε στον ήλιο ν' ασπρίζουν. Ήτανε πολύ περήφανη γι' αυτές. Δοκίμασα κι εγώ να φορέσω, μα σούρωναν στα αδύνατα πόδια μου και πάει όλη η γοητεία. Έτσι, πάλι σοσονάκι. Ύστερα από λίγο ο Εμπειρίκος βάλθηκε να πειράζει τον Γκάτσο. - Εσύ δεν πρόσεξες τας κάλτσας; - Εγώ, Ανδρέα μου, προσέχω τους οφθαλμούς, απάντησε ατάραχος ο Γκάτσος. Η Λενούλα εκστασιασμένη δεν έλεγε να κουνήσει. Εγώ κοίταζα απελπισμένη το μεγάλο ρολόι που ήτανε ακριβώς απέναντι μου στο χαμηλό τοιχάκι του παταριού. Πόσο θα λέγαμε στον μπαμπά πως κράτησε αυτή η παράσταση; - Πρέπει να φύγουμε, μουρμούρισα στον Μάριο κι εκείνος μπήκε αμέσως στο νόημα.... - Τα κορίτσια πρέπει να φύγουν, λέει και σηκώνεται μαζί μου κάνοντας νόημα στη Λενούλα να σηκωθεί. Ο Γκάτσος σηκώνεται κι αυτός. - Να τις συνοδέψω τουλάχιστον ως την έξοδο. Κατεβαίνει μαζί μας τις σκάλες και πριν φύγουμε λέει: - Αύριο θα σας περιμένουμε. - Εγώ έχω σχολείο, μουρμουρίζω. - Θα δω... αν μπορέσω, κάνει η Λενούλα. - Αν όχι αύριο, μεθαύριο, λέει ο Γκάτσος, αφού είχαμε βγει στον δρόμο κι αρχίσαμε να τρέχουμε σχεδόν. [...] Όταν πήγαμε στο δωμάτιο μας η Λενούλα κάθισε αμέσως στο γραφείο της και είδα πως έγραφε ένα γράμμα. - Πού γράφεις; ρωτάω. - Στον Ιωακείμ, να του πω πως όλα τέλειωσαν μεταξύ μας. - Καλά, εσύ μου είπες πως του το είπες από το καλοκαίρι. - Καλό είναι να το έχει και γραφτό. Δεν την αφήνω στην ησυχία της. - Γιατί είπες στον Γκάτσο πως δεν θα πας αύριο στου Λουμίδη; - Γιατί δεν θα πάω. - Ούτε μεθαύριο; - Ούτε. - Δεν σ' αρέσει; - Πάαααααρα πολύ. - Τότε; - Δεν ξέρω. Έχει τέτοια μεγαλοπρέπεια που με τρομάζει. Φοράει και ρεπούμπλικα. Ξέρεις κανέναν που να φοράει ρεπούμπλικα; - Όχι, δεν ξέρω. - Άσε με τώρα να τελειώσω το γράμμα για να το πας στον Ιωακείμ. - Γιατί να το πάω εγώ; - Δεν είναι ευγενικό να το στείλω με το ταχυδρομείο. Από ευγένειες η αδελφούλα μου ήτανε πρώτη. Δεν πήγε όμως την άλλη μέρα στου Λουμίδη. Ούτε την παράλλη, και την πάρα παράλλη κατέφθασε ένας νεαρός στο σπίτι μας κομίζοντας μια τεράστια ανθοδέσμη από κλωνάρια αμυγδαλιάς. Ακολουθούσε ένα σημείωμα: «Σε περιμένω. Ν.Γ.» Της μαμάς της άρεσαν πολύ τα λουλούδια, κυρίως οι αμυγδαλιές, μα δεν έβρισκε τίποτα που θα μπορούσε να τα δικαιολογήσει στον μπαμπά. Για κείνον οι κόρες του ήτανε πολύ μικρές για να έχουν θαυμαστές που στέλνουν κι από πάνω άνθη. - Να τα δώσουμε στην κυρία Μιράντα, πρότεινα. Η μαμά ανακουφίστηκε. [...] Η κυρία Μιράντα γέμισε λοιπόν τα βάζα της με αμυγδαλιές κι όταν έφτασαν ξανά την άλλη και την παράλλη μέρα και το σπίτι της κόντεψε να γίνει ανθοκήπιο, τότε η Λενούλα αποφάσισε να εμφανιστεί στου Λουμίδη. Το ναι όμως που της ζήταγε ο Γκάτσος δεν το έλεγε. Τότε άρχισε να της χαρίζει βιβλία, ακριβές εκδόσεις από του Κάουφμαν, που η μαμά τα έκρυβε μέσα στο μπουγαδοκόφινο. Η Λενούλα πήγαινε καθημερινά στου Λουμίδη, καθότανε δίπλα στον Γκάτσο κι έπινε τον πικρό εσπρέσο, έπιασε και φιλίες με τον Ελύτη, μα δεν αποφάσιζε να βγει μόνη μαζί του. Τέλος μια μέρα την πήρε απόμερα και της λέει πολύ σοβαρά: - Αύριο το πρωί στις δέκα και τέταρτο θα περάσω έξω από το σπίτι σου. Αν είναι να πεις το ναι, να κρεμάσεις στο μπαλκόνι μια άσπρη πετσέτα. Αν δεν δω την πετσέτα, θα φύγω με το τρένο που πάει εργάτες στη Γερμανία και μπορεί να το ανατινάξουν. Ήτανε τόσο πειστικός που εκείνη κατατρόμαξε. Ήρθε φουριόζα στο σπίτι και ζητούσε της μαμάς μια άσπρη πετσέτα. Η μαμά δεν είχε και της είπε να πάρει κάποια άλλη. Όχι, θέλω άσπρη, επέμενε η Λενούλα. - Ζήτα να σου δανείσει η κυρία Μιράντα, τη συμβούλεψα, παρόλο που δεν πίστεψα πως ο Γκάτσος... θα ανατιναζόταν. Πήγαμε μαζί στην κυρία Μιράντα που άνοιξε ένα ντουλάπι γεμάτο άσπρες πετσέτες. Είναι από την προίκα μου, μας είπε. Ακόμα αμεταχείριστες. Έχω ένα σωρό άλλες κι ώσπου να λιώσουν... Η Λενούλα άρπαξε την πετσέτα λέγοντας πως αύριο θα της τη δώσει πίσω. Η κυρία Μιράντα δεν ήταν καθόλου περίεργη κι ούτε ρώτησε τι τη θέλει, μόνο είπε: - Δεν βιάζει, Λενούλα μου. Δεν ήξερε πως έσωζε έναν άνθρωπο από τον... χαμό. Η Λενούλα κρέμασε αποβραδίς την πετσέτα στο μπαλκόνι. Το πρωί εγώ έφυγα για το σχολείο κι εκείνη έμεινε να παραφυλάει. Ο Γκάτσος πέρασε ακριβώς στις δέκα και τέταρτο. Από τότε τους έβλεπες χέρι χέρι, ένα πανέμορφο ζευγάρι που στον δρόμο γύριζαν οι περαστικοί και τους κοίταζαν. Όλη η Αθήνα τους καμάρωνε. Μόνο ο μπαμπάς μας δεν είχε πάρει είδηση. Δεν ήξερε πως κυριολεκτικά πλάι του, πλάι στην τράπεζα, στου Λουμίδη, η μεγάλη κόρη του κάθε μεσημέρι έπινε εσπρέσο με τον πιο όμορφο άντρα που κυκλοφορούσε στην Αθήνα, παρέα με ποιητές, ζωγράφους και καλλιτέχνες. Ο Γκάτσος είχε πάρει είδηση πως στην αδελφή μου άρεσαν τα παραμύθια κι έκανε ό,τι μπορούσε για να την κάνει να πιστεύει πως ζούσε ένα παραμύθι μαζί του. Παρ' όλη την Κατοχή εκείνος δεν είχε πρόβλημα οικονομικό. Είχε έναν θείο στον Καναδά που είχε βάλει στο όνομα του στην τράπεζα ένα ποσό σε δολάρια. Τότε, αν αποδείκνυες -δεν ξέρω με ποιο τρόπο - πως είχες λογαριασμό σε δολάρια, μπορούσες να δανειστείς σε δραχμές και να τα ξεπληρώσεις μετά τον πόλεμο. Η πράξη αυτή λεγότανε «αναγνώριση». Ο Γκάτσος, λοιπόν, είχε να ξοδεύει και όπως ήτανε γαλαντόμος καταξοδευότανε να κερνάει. Για να εντυπωσιάσει λοιπόν τη Λενούλα, νοίκιασε αμαξά κι με άλογο - δυο υπήρχαν σ' όλη την Αθήνα - για να την πάει βόλτα. Και μένα μαζί. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και του είχαμε δώσει ραντεβού στο Μουσείο. Πέρασε και μας πήρε, καμαρωτός καμαρωτός μέσα στο αμάξι, και μας έκανε βόλτα σ' όλη την Αθήνα που μας έμεινε αξέχαστη. Η Λενούλα μπορεί να έλεγε τα μυστικά της στον Γκάτσο αλλά κι εκείνος δεν πήγαινε πίσω. Και τι μυστικά! Εκείνη, όπως κι εγώ, είχαμε διαβάσει πολλή Δέλτα. Αλλά εγώ δεν περίμενα να μου πει ο Γιώργος πως έκανε ηρωικές πράξεις. Υποπτευόμουνα πως σε κάποια αντιστασιακή ομάδα θα ήτανε, αλλά ποτέ δεν ρωτούσα ούτε βέβαια και κείνος μου έλεγε τι έκανε. Εκείνη φαίνεται τον ζάλιζε τον Γκάτσο που τον φανταζότανε ήρωα σαν τον Αλέξιο στον Καιρό του Βουλγαροκτόνου. Μια μέρα της είπε πολύ εμπιστευτικά - και εκείνη πολύ... εμπιστευτικά μου το εξομολογήθηκε το ίδιο βράδυ - το φοβερό μυστικό και μούσκευε το μαξιλάρι της στο κλάμα. Νομίζω όμως πως της άρεσε. Της εμπιστεύτηκε πως θα έφευγε για δεκαπέντε μέρες σε μυστική αποστολή στην Αίγυπτο να συναντήσει τον Αλέκο Κανελλόπουλο. Θα έφευγε κρυφά από τη Ραφήνα με καΐκι. Από το BBC ακούγαμε πολλές φορές για μυστικές αποστολές στην Αίγυπτο κι ακούγαμε τα συνθηματικά μηνύματα αυτών που έφταναν στο Κάιρο. Τον Αλέκο Κανελλόπουλο ούτε τον είχαμε ξανακούσει, κι ούτε ξέρω αν υπήρχε κάποιος με τέτοιο όνομα. Της είπε λοιπόν ο Νίκος πως είχε αφήσει ένα γράμμα στον Ελύτη για κείνη με την εντολή πως αν δεν γυρνούσε σε δεκαπέντε μέρες να της το δώσει. Μια βδομάδα άντεξε η Λενούλα και πήγε να βρει τον Ελύτη που στο μεταξύ είχαν γίνει πολύ φίλοι. Εκείνος όταν είδε τα χάλια της, της είπε πως είχε το γράμμα και της πρότεινε να το ανοίξουν. «Αν δεν γυρίσω και χαθώ, να ξέρεις πως σε αγάπησα πολύ». Η Λενούλα έλιωσε. Ο Ελύτης την αγκάλιασε και της είπε: - Άντε, βρε, πουθενά δεν πήγε. Πες του ότι πιστεύεις πως σε λατρεύει να ησυχάσουμε όλοι. Τι να πιστέψει εκείνη που είχε φτιάξει τον ήρωα της! Τη δέκατη πέμπτη μέρα, όπως είχε πει, ο Γκάτσος παρουσιάστηκε σαν πολεμιστής που γύρισε νικητής. Της έφερε δώρο ένα άρωμα. Εμείς έξω από την κολόνια Μενούνου δεν ξέραμε άλλο άρωμα. Της έδωσε ακόμα και μια πολύχρωμη πλεχτή ζώνη που είπε πως τη φτιάχνουν οι φελάχοι. Τη ζώνη τη φόρεσε η Λενούλα καμαρωτή, το άρωμα όμως δεν τολμούσε να το ανοίξει, μόνο με τη σκέψη πως μπορούσε να το μυρίσει ο μπαμπάς και ν' άρχιζε τις ερωτήσεις. Μια μέρα το βρήκα εκεί που το είχε φυλαγμένο κι άρχισα να το πασπατεύω• Βλέπω στην ανάποδη μεριά του τυπωμένο με μικρά γράμματα. Φαρμακείον Γερολυμάτου, Βουκουρεστίου 4. Η Λενούλα τρελάθηκε, έτρεξε στον Γκάτσο κι εκείνος με απόλυτη ψυχραιμία της είπε πως ο Γερολυμάτος είχε μεγάλο στοκ αρωμάτων και τα είχε στείλει πριν από τον πόλεμο στην Αίγυπτο. Πάει κι αυτό. Έλα όμως που μια μέρα είδαμε τις πλεχτές ζώνες που φτιάχνουν οι φελάχοι κρεμασμένες σ' ένα μαγαζάκι στην Ομόνοια. Τότε ο Γκάτσος μόνο που δεν γονάτισε μπροστά της και της είπε πως όλα τα έκανε για να την εντυπωσιάσει. Τον συγχώρεσε βέβαια κι από τότε τον συγχωρούσε πολλές φορές για τα παραμύθια -ομολογουμένως πολύ όμορφα - που της έλεγε. Μα η αδελφούλα μου άλλα ήθελε. Μπορεί να πήγαιναν τα μεσημέρια στου Λουμίδη, στον κινηματογράφο, στο θέατρο και κάθε Πέμπτη στου Εμπειρίκου όπου μαζευόταν όλη η διανόηση, της έλειπαν όμως τα καθημερινά απλά πράγματα. Ένας περίπατος, μια βόλτα στον βασιλικό κήπο. Να χορέψουν σε πάρτι της Κατοχής ταγκό... Αυτά για τον Νίκο ήτανε μικρά κι ασήμαντα. Συζητούσαν για τη ζωή μετά την Απελευθέρωση. Μόνο λογοτεχνία και ποίηση. Η Λενούλα κοίταζε τα προπολεμικά περιοδικά μόδας που είχε φυλαγμένα η μαμά και με ανοιχτές τις σελίδες στα φορέματα με τις νύφες διάλεγε το δικό της νυφικό κι ονειρευότανε πως είναι νύφη στο μπράτσο του Γκάτσου που σίγουρα θα φορούσε σμόκιν. Ο καημένος όμως μόνο γαμπρό δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του. Βέβαια, εκείνη δεν του έλεγε τίποτα απ' αυτά τα όνειρα, την έτρωγε όμως ο καημός. |