Τζορτζ Έλιοτ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Κεντρικό πρόσωπο στο μυθιστόρημα είναι η Μάγκι (πολλές ομοιότητες με την Έλιοτ) η οποία με τον έντονο συναισθηματικότης κόσμο και με τις πνευματικές ανησυχίες έρχεται σε σύγκρουσημε τον καθωσπρεπισμό και τις στενές αντιλήψεις της κοινωνίας.

Τζορτζ Έλιοτ

Ο νερόμυλος στον Φλος

(απόσπασμα από κεφάλαιο 2,
Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ,
ΑΘΗΝΑ 1988, Μτφ Έλλη Φιλοκύπρου)

«Ναι, αυτό είναι αλήθεια», είπε η κυρία Τάλιβερ κρατώντας μόνοτην τελευταία φράση, «είναι καταπληκτικό πως του αρέσει τοαλάτι στη σούπα, όπως κι ο αδερφός μου κι ο πατέρας μου, ίδιοςείναι.»
«Είναι λίγο κρίμα όμως που πήρε το αγόρι από τη μεριά της μάναςτου, αντί για τ’ αραπάκι μας. Αυτό είναι το άσχημο όταν μπλέκονται δύο οικογένειες: ποτέ δεν μπορείς να υπολογίσεις τιθα βγει. Η μικρή έχει πάρει από την δικιά μου μεριά, έχει διπλάσιομυαλό από τον Τομ. Φοβάμαι πως είναι υπερβολικά έξυπνη γιαγυναίκα» συνέχισε ο κύριος Τάλιβερ κουνώντας το κεφάλι του.«Δεν πειράζει και πολύ όσο είναι μικρούλα, αλλά μια υπερβολικά έξυπνη γυναίκα είναι όπως το πρόβατο με την μακριά ουρά.: δεντο πουλάς ακριβότερα για την ουρά του».

«Πώς, πειράζει κι όσο είναι μικρή», κύριε Τάλιβερ, «γιατί όλο τηςτο μυαλό το έχει στις αταξίες. Της βάζω καθαρό φόρεμα και σεδύο ώρες μου το έχει κάνει χάλια. Και καλά που μου το θύμισες»συνέχισε η κυρία Τάλιβερ, καθώς σηκωνόταν και πλησίαζε τοπαράθυρο, δεν ξέρω που τριγυρνάει τώρα και κοντεύει η ώρα γιατσάι. Α, Βέβαια, το περίμενα, τρέχει πάνω-κάτω σαν αγρίμι εκείκοντά στο νερό. Θα βρεθεί μέσα καμιά μέρα»
Η κυρία Τάλιβερ χτύπησε το τζάμι, έκανε κάποιο νόημα καικούνησε το κεφάλι της, μια διαδικασία που επανέλαβε αρκετέςφορές μέχρι να ξαναγυρίσει στην θέση της.

«Μιλάς για εξυπνάδα, κύριε Τάλιβερ», παρατήρησε καθώςκαθόταν, «αλά εγώ είμαι σίγουρη πως σε μερικά πράγματα είναιχαζή, γιατί τη στέλνω πάνω να μου φέρει κάτι και ξεχνάει γιατίανέβηκε, και κάθεται χάμω στο πάτωμα και χαζεύει τη λιακάδα καιπλέκει τα μαλλιά της και τραγουδάει μόνη της, σαν εκείνες τιςτρελές του φρενοκομείου, ενώ εγώ την περιμένων κάτω. Τέτοιαποτέ δεν είχαμε στην οικογένεια μου, δόξα τω Θεό, ούτε τέτοιαούτε αυτό το μελαχρινό δέρμα που την κάνει να μοιάζει με μιγάδα.Δεν θέλω να παραπονιέμαι στο Θεό, αλλά είναι σκληρό να έχω έναμόνο κορίτσι κι αυτό τόσο παράξενο».
«Σαχλαμάρες! Είναι ένα θαυμάσιο μαυρομάτικο αραπάκι, και δενβλέπω σε τι είναι χειρότερη από τα παιδιά των άλλων. Διαβάζειτο ίδιο καλά με τον παπά σχεδόν.»

«Τα μαλλιά της όμως δεν λένε να κάνουν μπούκλες, όσο κι ανπροσπαθώ, κι εκείνη δεν κάθεται να της τα τυλίξω κι ιδρώνω γιανα την κάνω να σταθεί και τα της τα φτιάξω».
«Κοψ’ της τα, κοψ’ της τα κοντά», αποκρίθηκε ασυλλόγιστα οπατέρας.
«Πως μπορείς να μιλάς έτσι, κύριε Τάλιβερ; Είναι μεγάλο κορίτσιπια, μπήκε στα εννιά, κι είναι και ψηλή για την ηλικία της: πώςγίνεται να έχει κοντά μαλλιά; Δες την ξαδέρφη της τη Λούσι, όλομπουκλάκια κι ούτε μια τρίχα δεν ξεφεύγει από τη θέση της. Είναιάδικο να έχει η αδερφή μου η Ντιν αυτό το χαριτωμένο κοριτσάκι..είμαι σίγουρη πως η Λούσι μου μοιάζει πολύ περισσότερο από όσοη δικιά μου κόρη. Μάγκι, Μάγκι», συνέχισε η μητέρα μ’ ένανοργισμένο, αλλά και καλοπιαστικό τόνο, καθώς αυτό το μικρόλάθος της φύσης έμπαινε στο δωμάτιο, «πόσες φορές θα σου πωνα μην πλησιάζεις το νερό; Κάποια μέρα θα πέσεις μέσα και θαπνιγείς, κι έπειτα θα το μετανιώσεις που δεν άκουγες την μητέρασου.»Τα μαλλιά της Μάγκι, καθώς πέταξε το καπέλο τη, επιβεβαίωνανοδυνηρά τις κατηγόριες της μητέρα της· Η κυρία Τάλιβερθέλοντας να έχει η κόρη της μπούκλες «σαν τα παιδιά όλου τουκόσμου», τα είχε κόψει μπροστά τόσο κοντά που δεν έφταναν πίσωαπό τα αυτιά της και καθώς μια ώρα αφού της τα ξετύλιγε ίσιωνανκαι πάλι, η Μάγκι τίναζε συνέχεια το κεφάλι της για να διώξει ταμαύρα, βαριά τσουλούφια που έπεφταν μπροστά στα μάτια της –μιακίνηση που την έκανε να θυμίζει μικρό πόνι.
«Για το Θεό, Μάγκι, γιατί πέταξες εδώ το καπέλο σου; Παρ τοπάνω, έλα καλό μου κορίτσι, και βούρτσισε τα μαλλιάς ου, καιάλαξε φόρεμα και παπούτσια, ντροπή πια. Κι έλα να κάτσεις με τοεργόχειρό σου σαν μια μικρή κυρία».

«Ω μαμά» έκανε η Μάγκι απότομα, «δεν θέλω να κάνω τοεργόχειρό μου».
«Τι; Δεν θες να κάνεις το ωραίο εργόχειρο, να φτιάξεις ένα ωραίοκάλυμμα για το κρεβάτι της θεία σου της Κλεγκ»«Είναι χαζή δουλειά» είπε η Μάγκι τινάζοντας τη χαίτη της,«σχίζω ρούχα και ξαναράβω τα κομμάτια. Και δεν θέλω να φτιάξωτίποτε για τη θεία μου την Κλεγκ, δεν την αγαπάω».Και η Μάγκι αποχωρεί, σέρνοντας το καπέλο της απ την κορδέλα,ενώ ακούγεται το ηχηρό γέλιο του κυρίου Τάλιβερ.
«Απορώ μαζί σου που κάθεσαι και γελάς, κύριε Τάλιβερ» είπε ημητέρα σε οργίλο τόνο». Την ενθαρρύνεις να φέρεται έτσι . Κι οιθείες της εμένα θα κατηγορήσουν ότι την παραχαϊδεύω».

Η κυρία Τάλιβερ ήταν αυτό που λέμε καλόβολος άνθρωπος –ποτέδεν έκλαιγε όταν ήταν μωρό για τίποτε λιγότερο σοβαρό από τηνπείνα κι από τον πόνο, και σ’ όλη της τη ζωή ήταν γεμάτη υγεία,όμορφη, στρουμπουλή και χαζούλα. Με δυο λόγια, το καμάρι τηςοικογένεια της για την ομορφιά τηςκαι την γλυκύτητα τουχαρακτήρα της. Ωστόσο η γλυκύτητα είναι όπως το γάλα –δενδιατηρούνται εύκολα και λίγο να ξινίσουν, μπορεί να σου χαλάσουντο στομάχι. Έχω αναρωτηθεί κάμποσες φορές κατά πόσο εκείνεςοι Μαντόνες του Ραφαήλ με τα ξανθά μαλλιά και την κάπως χαζήέκφρασηκατάφερναν να διατηρούν τη μακαριότητά τους, όταν ταγερά πεισματάρικα αγοράκια του μεγάλωναν λίγο. Πρέπειφαντάζομαι ν’ άρχιζαν την γκρίνια και να γίνονταν όλο και πιοδύστροπες, καθώς τα παράπονα κι οι διαμαρτυρίες τους θαέφερναν όλο και λιγότερα αποτελέσματα.