Ντύλαν Τόμας

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Ντύλαν Τόμας

ΤΟ ΦΟΡΕΜΑ

Μετάφραση: Στέφανος Ροζάνης
Πρώτη δημοσίευση: ΕΥΘΥΝΗ |τεύχος 42ο, Ιούνιος 1975

ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ τον είχαν ακολουθήσει σ’ ολόκληρη τη χώρα, όμως τους είχε χάσει στους πρόποδες των λόφων, και, κρυμμένος μέσα σ’ ένα χρυσαφένιο θάμνο, τους είχε ακούσει να φωνάζουν καθώς σκόνταφταν κατεβαίνοντας την πεδιάδα. Πίσω από ένα δένδρο πάνω στην κορφή των λόφων τους είχε δει μέχρι κάτω στα χωράφια να γυροφέρνουν σα σκυλιά, να ψαχουλεύουν τους φράχτες με τα μπαστούνια τους και να βγάζουν ένα ασθενικό ουρλιαχτό καθώς η ομίχλη ήρθε ξαφνικά απ’ τον ανοιξιάτικο ουρανό και τους έκρυψε απ’ τα μάτια του.

Όμως η ομίχλη ήτανε μάνα γι’ αυτόν έτσι που τύλιγε τους ώμους του μ’ ένα πανωφόρι, κει που το πουκάμισο είχε σκιστεί και ο αίμα ξεραίνονταν πάνω στις πλάτες του. Η ομίχλη του κράταγε ζεστασιά· είχε το φαΐ και το πιοτό της ομίχλης στα χείλια του· και χαμογελούσε ανάμεσα στα ράφια της σα γάτα. Απομακρύνθηκε απ’ την πεδινή μεριά του λόφου μέσα στα πυκνά δέντρα που θα μπορούσαν να τον φέρουν κοντά στο φως και στην φωτιά και σ’ ένα πιάτο σούπα. Σκέφτηκε τα κάρβουνα που θα ’τριζαν κάτω απ’ τη σκάρα και τη μικρή μάνα να στέκεται μονάχη. Σκέφτηκε τα μαλλιά της. Μια τέτοια φωλιά θα έκαναν για τα χέρια του. Έτρεξε ανάμεσα στα δέντρα και βρέθηκε σ’ ένα στενό μονοπάτι. Ποιο δρόμο να περπατήσει: κοντά ή μακριά στο φεγγάρι; Η ομίχλη είχε κάνει μυστική τη θέση του φεγγαριού, όμως σε μια γωνιά του ουρανού, εκεί που η ομίχλη χώριζε, μπορούσε να δει τις άκρες των αστεριών. Περπάτησε κατά το νότο όπου ήταν τ’ αστέρια, μουρμουρίζοντας ένα τραγούδι χωρίς σκοπό, ακούγοντας τα πόδια του να βυζαίνουν το άγονο χώμα.

Τώρα ήταν καιρός να μαζέψει τις σκέψεις του, όμως μόλις είχε αρχίσει να τις βάζει στη σειρά μια κουκουβάγια έσκουξε ανάμεσα στα δέντρα που κρέμονταν πάνω στο δρόμο, και κείνος σταμάτησε και της έριξε μια ματιά, ανακαλύπτοντας μιαν αμοιβαία μελαγχολία στους ήχους της. Γρήγορα θα χυμούσε και θα γράπωνε ένα ποντίκι. Την είδε για μια στιγμή να κάθεται σκούζοντας πάνω στο κλαρί της. Έπειτα, φοβισμένος, έτρεξε και δεν είχε κάνει περισσότερα από λίγα μέτρα μέσα στη σκοτεινιά όταν εκείνη, βγάζοντας μια καινούργια κραυγή, πέταξε. Να λυπάσαι τον λαγό, σκέφτηκε, γιατί η νυφίτσα θα τον καταπιεί. Ο δρόμος γλιστρούσε στ’ αστέρια, και τα δέντρα και η πεδιάδα και η θύμηση των όπλων ψεύτιζαν πίσω.
Άκουσε βήματα. Ένας γέρος, λάμποντας απ’ τη βροχή, βγήκε απ’ την ομίχλη.
«Καληνύχτα, κύριε» είπε ο γέρος.
«Δεν υπάρχει νύχτα για τον γιο της γυναίκας» είπε ο τρελός. Ο γέρος σφύριξε και προσπέρασε, μισοτρέχοντας, πηγαίνοντας προς τα κει που ήταν τα δέντρα του δρόμου.
«Άσε τα σκυλιά να ξέρουν», κακάρισε ο τρελό καθώς σκαρφάλωνε το λόφο, «άσε τα σκυλιά να ξέρουν…». Και, επιδέξιος σαν αλεπού, ξέφυγε πίσω εκεί που ο συννεφιασμένος δρόμος γίνονταν τρία κομμάτια. «Στο διάβολο τ’ αστέρια», είπε και περπάτησε προς το σκοτάδι.
Ο κόσμος ήταν μια μπάλα κάτω απ’ τα πόδια του· την κλωτσούσε καθώς έτρεχε· εκείνη έπεφτε· ψηλά έρχονταν τα δέντρα. Μακριά το σκυλί κάποιου κλέφτη ούρλιαζε με την παγίδα στο πόδι του, και το άκουσε κι έτρεξε γρηγορότερα και σκεφτότανε πως ο εχθρός ήταν στο κατόπι του. «Σκύφτε, παιδιά, σκύφτε» φώναξε, όμως η φωνή του έμοιαζε με τη φωνή κάποιου που έδειχνε έναν διάττοντα.
Ξαφνικά θυμήθηκε πως δεν είχε κοιμηθεί από τότε που το ’σκασε, κι έπαψε να τρέχει. Τώρα τα νερά της βροχής, κουρασμένα χτυπούν τη γη, έσπαγαν καθώς έπεφταν και σκορπίζονταν στον αγέρα όπως το χώμα του σκαφτιά. Αν συναντούσε τον ύπνο, ο ύπνος θα ’ταν κορίτσι. Γιατί τις δυο τελευταίες νύχτες, ενώ περπατούσε ή έτρεχε πάνω στην έρημη χώρα, είχε ονειρευτεί τη συνάντησή τους. «Ξάπλωσε» θα ’λεγε κείνη και θα του έδινε το φόρεμά της να ξαπλώσει πάνω και θα ’πεφτε στο πλευρό του. Ακόμη καθώς είχε ονειρευτεί, και τα κλαριά κάτω απ’ τα πόδια του που ’τρεχαν έκαναν έναν θόρυβο όπως το θρόισμα απ’ το φόρεμά της, ο εχθρός είχε φωνάξει στα χωράφια. Δεν είχε πάψει να τρέχει αφήνοντας τον ύπνο μακριά πίσω του. Κάποτε ήταν ένας ήλιος, ένα φεγγάρι και κάποτε κάτω από έναν μαύρο ουρανό τάραξε και πέταξε τον άνεμο προτού να αποκάμει. «Πού είναι ο Τζακ;» ρωτούσανε στους κήπους απ’ όπου είχε περάσει. «Πάνω στους λόφους μ’ ένα χασαπομάχαιρο» είπαν, χαμογελώντας. Όμως το μαχαίρι ήταν χαμένο, πεταμένο σ’ ένα δέντρο και τρεμουλιάζοντας ακόμα εκειδά. Καμιά ζεστασιά στο κεφάλι του. Έτρεχε πάνω κάτω, ουρλιάζοντας για ύπνο. Και κείνη μόνη στο σπίτι έραβε το καινούργιο της φόρεμα. Ήταν ένα όμορφο χωριάτικο φόρεμα με λουλούδια στο μπούστο. Ακόμα λίγες βελονιές και θα ’ταν έτοιμο να φορεθεί. Θα ’πεφτε ωραία πάνω στους ώμους της και δυο απ’ τα λουλούδια θ ξεφύτρωναν μέσα στο στήθος της. Σαν θα περπατούσε με τον άντρα της τα κυριακάτικα πρωινά πάνω απ’ τα χωράφια και ίσα κάτω στο χωριό, τ’ αγόρια θα της χαμογελούσαν πίσω απ’ τα χέρια τους και το σχήμα που θα είχε το φόρεμα γύρω απ’ την κοιλιά της θα ’κανε τις χήρες να μιλάνε. Γλίστρησε μέσα στο καινούργιο της φόρεμα, και, κοιτάζοντας στον καθρέφτη πάνω απ’ το τζάκι, είδε πως ήταν πολύ πιο όμορφο απ’ ό,τι το είχε φανταστεί. Έκανε το πρόσωπό της πιο ωχρό και τα μακριά μαλλιά της πιο μαύρα. Το είχε κάνει κοντό. Ένας σκύλος έξω στη νύχτα σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και ούρλιαξε. Απομακρύνθηκε με βιασύνη απ’ το είδωλό της κι έκλεισε πιο σφιχτά τις κουρτίνες.
Έξω στη νύχτα έψαχναν για τον τρελό. Είχε πράσινα μάτια, έλεγαν, κι ήτανε παντρεμένος με μια κυρά. Λέγαν πως της είχε κόψει τα χείλια γιατί χαμογέλαγε στους άντρες. Τον πήραν μακριά, μα έκλεψε ένα μαχαίρι απ’ την κουζίνα και μαχαίρωσε τον φύλακα και το ’σκασε μέσα στις άγριες κοιλάδες. Από πέρα είδε το φως στο σπίτι και σκουντούφλησε μέχρι την άκρη του κήπου. Ένιωσε, δεν είδε, το μικρό φράχτη γύρω του. Το σκουριασμένο σύρμα έγδαρε τα χέρια του, και το βρεγμένο, γλιστερό χορτάρι σύρθηκε πάνω στα γόνατά του. Και κάποτε που πέρασε το φράχτη, οι αφέντες του κήπου ήρθαν ορμητικά να τον συναντήσουν, οι παγωνιές απ’ τα κεφάλια των λουλουδιών κι από τα σώματα. Είχε σκίσει τα δάχτυλά του ενώ οι παλιές πληγές ακόμα στάζανε. Σαν καταματωμένος βγήκε από τη σκοτεινιά του εχθρού μέχρι τα σκαλιά. Είπε ψιθυρίζοντας: «Μην τους αφήσεις να με πυροβολήσουν». Και άνοιξε την πόρτα.
Ήταν ακόμα στη μέση της κάμαρας. Άλυτα τα μαλλιά της είχαν πέσει και τρία κουμπιά στο λαιμό ήταν ακούμπωτα. Τι να ’κανε το σκυλί να ουρλιάζει έτσι; Φοβισμένη απ’ τα ουρλιαχτά, θυμώντας τα παραμύθια που είχε ακούσει κουλουριάστηκε στην καρέκλα της. Τι να ’γινε η γυναίκα; Αναρωτιόταν κουλουριασμένη. Τι να γίνονται οι γυναίκες χωρίς χείλια; Αναρωτιόταν.

Η πόρτα δεν έκανε θόρυβο. Προχώρησε στο δωμάτιο, προσπαθώντας να χαμογελάσει και κρατώντας μπροστά τα χέρια του.
«Γύρισες» είπε εκείνη.
Έπειτα στράφηκε μες στην καρέκλα της και τον είδε. Έτρεχε αίμα ακόμα κι απ’ τα πράσινα μάτια του. Έβαλε τα δάχτυλά της στο στόμα της. «Μην πυροβολείς» είπε αυτός.
Όμως η κίνηση του χεριού της χώρισε το λαιμό του ρούχου της, κι εκείνος κοίταξε απόμακρα το πλατύ της, άσπρο μέτωπο, τα τρομαγμένα της μάτια και το στόμα και κάτω μέχρι τα λουλούδια πάνω στο φόρεμά της. Με την κίνηση του χεριού της, το φόρεμά της χόρευε μέσα στο φως. Κάθισε μπροστά του, σκεπασμένη με λουλούδια. «Κοιμήσου» είπε ο τρελός. Και γονατίζοντας ακούμπησε το συγχυσμένο του κεφάλι πάνω στα γόνατά της.