Πηνελόπη Δέλτα

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Εκδόθηκε το 1910 και διαδραματίζετα σε μια φανταστική χώρα, που ονομάζεται «Χώρα των Μοιρολάτρων». Βασιλιάς της χώρας αυτής είναι ο Αστόχαστος και βασίλισσα η Παλάβω. Ο γιος τους ονομάζεται Συνετός και οι κόρες τους Ζήλιω, Πικρόχολη και Ειρηνούλα. Η ιστορία αρχίζει όταν ο Αστόχαστος έχει οδηγήσει τη χώρα του στην απόλυτη κατάρρευση και οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να εγκαταλείπουν τον τόπο τους.

Πηνελόπη Δέλτα

Παραμύθι χωρίς όνομα

(απόσπασμα στο οποίο μιλάει η Γνώση με το βασιλόπουλο)
- Θέλω να πω πως τους περιφρονείς αυτούς τους ανθρώπους που είναι λαός σου, γιατί είναι κλέφτες ή δειλοί, ή μόνο και μόνο γιατί δεν έχουν ζωή αρκετή, ώστε να παλέψουν εναντίον της δυστυχίας και της γενικής αποχαυνώσεως. Και θέλεις λοιπόν κι εσύ να γίνεις ένα μαζί τους, να παρατήσεις την πάλη, από τις πρώτες δυσκολίες, ν’ αφήσεις τη θέση σου, να δειλιάσεις μπρος στον κόπο και στην ευθύνη; Ο λαός σου είναι σαν όλους τους λαούς, ούτε καλύτερος ούτε χειρότερος. Μα έχει ανάγκη από διοίκηση. Μήπως λοιπόν δεν είσαι αρκετά δυνατός να γίνεις εσύ αρχηγός;
Και τον κοίταξε η Γνώση με μάτια γεμάτα σκέψη.
-Στη θέση όπου μας έβαλε η μοίρα, εξακολούθησε, εκεί πρέπει να μείνομε. Εσένα σ’ έβαλε η μοίρα αρχηγό. Στη θέση σου πρέπει να μείνεις, και, αν είναι ανάγκη, εκεί να πεθάνεις υπερήφανα. Και τότε, μα μόνο τότε, θα έχεις γίνει ανώτερος από κείνους που περιφρονείς. Να φύγεις όμως, όχι! Θα ήταν λιποταξία!
Το Βασιλόπουλο ανατινάχθηκε….
…Το βασιλόπουλο και η αδερφή του Ειρηνούλα πέρασαν από μια μικρή χώρα, με δρόμους στραβούς και βρώμικους και σπίτια μισορημαγμένα.
Πάνω από μια πόρτα παρατήρησαν κάτι μαύρα γράμματα. Μα δεν ήξεραν να τα διαβάσουν.
-Ας χτυπήσουμε, να ρωτήσουμε τι είναι εδω, είπε το Βασιλόπουλο.
Χτύπησαν την πόρτα και τους άνοιξε ένας άνθρωπος χλωμός και αδύνατος, που βαστούσε ένα βιβλίο στο χέρι.
-Τι θέλετε, παιδιά μου; ρώτησε με καλοσύνη.
-Θέλουμε να μάθουμε τι είναι τούτο το σπίτι, απολογήθηκε το Βασιλόπουλο.
-Τούτο το σπίτι; Μα το γράφει απέξω, παιδιά μου! είπε με απορία ο άνθρωπος, δείχνοντας με απορία τα μαύρα γράμματα πάνω από την πόρτα.
-Δεν ξέρουμε να διαβάζουμε, είπε ντροπιασμένη η Ειρηνούλα.
-Α…; έκανε ο άνθρωπος. Ωστόσο, σε όλο το βασίλειο είναι τα ίδια χάλια και κανένας νέος δεν ξέρει να διαβάζει.
Και τους εξήγησε πως απέξω έγραφε : “Σχολείο κράτους”
-Σχολείο! αναφώνησε με χαρά το Βασιλόπουλο.
Ποτέ μου δεν είχα δει σχολείο και ήθελα τόσο να ξέρω πως είναι! Μα που είναι τα παιδιά;
Ο άνθρωπος έξυσε το αυτί του, κοντοστάθηκε και στο τέλος είπε:
-Λείπουν αυτή την ώρα.
-Και τι ώρα θα γυρίσουν για το μάθημα; Θα ήθελα να τα δω, είπε το Βασιλόπουλο
-Μα…δεν κάνουν μάθημα…αποκρίθηκε διστακτικά ο άνθρωπος και βλέποντας την απορία στα μάτια του αγοριού:
-Ε, ναι! δεν τους κάνω μάθημα! ξέσπασε και του είπε με πίκρα. Σα να είναι εύκολο να κάνει κανείς εκείνο που πρέπει σε τούτο τον τόπο! Μ΄έβαλε το κράτος δάσκαλο και μου παραδίνει τα παιδιά του να τους μάθω γράμματα. Μα ξεχνά να με πληρώσει , ξεχνά πως έχω ανάγκες κι εγώ, πως πρέπει να φάω και να ντυθώ. Τα βάζω στο περιβόλι να σκάβουν , για να βγάλω το ψωμί μου και τα στέλνω στο δάσος, να μου μαζέψουν πότε φράουλες, πότε κούμαρα ή άλλα φρούτα της εποχής. Είμαι άνθρωπος και γω! Και γω πρέπει να ζήσω!
Τα έλεγε αυτά ο δάσκαλος με παράπονο και βούρκωναν τα μάτια του. Το Βασιλόπουλο τον κοίταζε συλλογισμένο. Το πρόσωπό του ήταν σοβαρό.
-Και ποιος σε υποχρεώνεις να μείνεις δάσκαλος; ρώτησε.
-Αμ’ αλλιώς θα πεθάνω από το κρύο. Εδώ τουλάχιστον έχω σπίτι.
-Το σπίτι λοιπόν το δέχεσαι, είπε με αναμμένα μάτια το Βασιλόπουλο, μα το χρέος σου δεν το κάνεις!
Ο δάσκαλος χαμογέλασε!
-Σα να είναι και εύκολο! είπε σιγανά. Είσαι παιδί!
Δεν ξέρεις τι θα πει ζωή και το νομίζεις απλό και εύκολο να κάνεις το χρέος σου, όταν είναι να δουλεύεις χωρίς απολαβή, για ξένο όφελος! Μα για να κάνεις το καθήκον σου, παιδί μου, χρειάζεται κάποτε ηρωική αυτοθυσία. Και όλοι δεν είναι ήρωες στον κόσμο.
Βγήκε έξω το Βασιλόπουλο χωρίς να αποκριθεί. Σκέψεις και άλλες σκέψεις σκουντουφλιόνταν στο μυαλό του. Του φαινόταν πως αντίκριζε καινούργιους κόσμους. Κάμποση ώρα πήγαινε σιωπηλά, βαστώντας το χέρι της αδελφής του.
-Η αυτοθυσία! μουρμούρισε. το άκουσες, Ειρηνούλα; Χρειάζεται ηρωική αυτοθυσία και όλοι δεν είναι ήρωες…Θυμάσαι τα λόγια της Γνώσης, πως δουλεύοντας για το γενικό καλό ωφελούμε τον εαυτό μας στο τέλος; Φοβούμαι πως στον τόπο μας κανένας δεν το έμαθε αυτό. Ο καθένας μας γυρεύει μόνο το δικό του το συμφέρον ή τουλάχιστον την δική του ησυχία