|
Αλμπέρτο Μοράβια ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Το έργο αφηγείται τις περιπέτειες μιας γυναίκας λαϊκής καταγωγής και της κόρης της στη Ρώμη και στην ιταλική επαρχία από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και μετά. Μέσω αυτών περιγράφεται η πορεία από το φασισμό και το ναζισμό μέχρι τον νεοκαπιταλισμό και τις αρχές της οικονομικής ανάπτυξης κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’50 |
|---|
Αλμπέρτο Μοράβια
[...]
Τώρα που ανέφερα τον άνδρα μου, ξέχασα να πω πως ήταν κιόλας σχεδόν γέρος όταν τον παντρεύτηκα. Ήταν μερικοί που είπαν πως τον είχα παντρευτεί από συμφέρον. Βέβαια, μπορεί να μην τον ερωτεύτηκα ποτέ, αλλά, μα την αλήθεια του θεού, του στάθηκα πάντα πιστή, μόλο που εκείνος, αντίθετα, δεν ήταν ποτέ πιστός σε μένα. Ο άντρας μου καθώς περνούσαν τα χρόνια δεν έβρισκε πια γυναίκες να του δίνουν σημασία, ούτε και με χρήματα. Έτσι, είχε καταντήσει πραγματικά ανυπόφορος. Κάποτε σταμάτησα να κάνω έρωτα μαζί του.
[...] Του είπα πως δεν ήθελα πια να κάνω έρωτα μαζί του, ούτε με τον τρόπο που κάνουν οι παντρεμένες ούτε μ ‘εκείνον που κάνουν οι πόρνες. Εκείνος την πρώτη φορά με χτύπησε και μου έβγαλε αίμα από τη μύτη, μετά, βλέποντας πως ήμουν πραγματικά αποφασισμένη, σταμάτησε να με πιέζει, αλλά άρχισε να με μισεί και να με κυνηγάει με κάθε τρόπο. Έκανα υπομονή, αλλά στο βάθος τον μισούσα και δεν μπορούσα πια να τον βλέπω μπροστά μου. [...] Όταν αρρώστησε σοβαρά, πρέπει να το ομολογήσω ένιωσα σχεδόν ανακούφιση. Παρ 'όλα αυτά τον φρόντισα με αγάπη, όπως πρέπει να φροντίζει η κάθε γυναίκα τον άντρα της όταν είναι άρρωστος. Όλοι πια το ξέρουν πως δεν καταπιανόμουν πια με το μαγαζί και στεκόμουν πάντα κοντά του• είχα χάσει μέχρι και τον ύπνο μου. Στο τέλος πέθανε και τότε ένιωσα ξανά σχεδόν ευτυχισμένη . [….] Το 1943 έκανα μια σπουδαία δουλειά: Έπρεπε να μεταφέρω πολλά χοιρομέρια, καμιά δεκαριά, από τη Σερμονέτα στη Ρώμη. Κατάφερα να συμφωνήσω μ’ ένα φορτηγατζή που κουβαλούσε τσιμέντο έβαλε τα χοιρομέρια κάτω από τα δικά του τα τσουβάλια κι έτσι έφτασαν και αυτά σώα και αβλαβή στη Ρώμη κι εγώ κέρδισα αρκετά, μια και όλοι τα ήθελαν. Ίσως αυτή η δουλειά με τα χοιρομέρια να μ ‘εμπόδισε να αντιληφτώ αυτό που είχε συμβεί: Στην επιστροφή από τη Σερμονέτα μου είχαν πει πως ο Μουσσολίνι το είχε σκάσει και πως ο πόλεμος τέλειωνε. «Για το Μουσσολίνι για τον Μπαντόλιο ή για όποιον άλλο λίγο με νοιάζει, αρκεί να γίνεται εμπόριο» αποκρίθηκα. Κατά τ ‘άλλα, για το Μουσσολίνι δε μ' ένοιαζε καθόλου μου ήταν αντιπαθητικός μ ‘εκείνα τα άσχημα μάτια, τα προτεταμένα χείλια και εκείνο το στόμα που δε σταματούσε ποτέ να μιλάει. Πάντα έλεγα πως τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν κατά διαόλου από την ημέρα που έμπλεξε με την Πετάτσι, γιατί, βέβαια, ο έρωτας ξεμωραίνει τους ηλικιωμένους άντρες κι ο Μουσολίνι ήταν πια παππούς όταν γνώρισε εκείνη την κοπέλα. Το μοναδικό όφελος εκείνης της νύχτας. στις 25 του Ιούλη, ήταν ότι έκαναν άνω κάτω ένα μαγαζάκι της επιμελητείας, στην οδό Γκαριμπάλντι, και πήγαμε εκεί όλοι μαζί εγώ κουβάλησα στο κεφάλι μου ένα κεφάλι παρμεζάνα. [….] Σώπασε για λίγο κι ύστερα είπε: «Μα για να γυρίσουμε στο σπίτι, ποιος πρέπει να νικήσει: οι Γερμανοί ή οι Άγγλοι;» Εγώ σ ‘αυτήν την ερώτηση ένιωσα άσχημα γιατί, όπως έχω πει, εφημερίδες δε διάβαζα κι ούτε ενδιαφέρθηκα ποτέ να μάθω πώς πήγαινε ο πόλεμος [….] Την είχα αναθρέψει μ ‘αγάπη και, όπως όλες οι μανάδες αυτού του κόσμου, είχα φροντίσει να μη μάθει τίποτα από τα άσχημα πράγματα της ζωής σκεφτόμουν πως μόλις θα 'φευγε από το σπίτι και θα παντρευόταν, αυτά τα πράγματα θα τα γνώριζε και μάλιστα πολύ γρήγορα. Δεν είχα, όμως, λογαριάσει ότι με τον πόλεμο υποχρεώνεσαι αυτά τα πράγματα να τα γνωρίσεις ακόμα κι αν δε θα 'θελες, αναγκάζεσαι ν ‘αποκτάς εμπειρίες πριν της ώρας σου, με τρόπο αφύσικο και σκληρό |