ΒΙΚΤΩΡ ΟΥΓΚΩ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Ο Γιάννης Αγιάννης ένας πρώην καταδίκος που καταφέρνει να αλλάξει και να επανενταχθεί στην κοινωνία μετά τη καλοσύνη που του δείχνει ένας επίσκοπος, καταδιώκεται από τον αδίστακτο αστυνομικό Ιαβέρη και για να γλυτώσει έναν αθώο βρίσκεται και πάλι στα κάτεργα. Μετά από χρόνια γνωρίζει την ετοιμοθάνατη Φαντίν και τηρεί την υπόσχεση του, γλιτώνει την κόρη της από την εκμετάλευση μιας αισχρής οικογένειας και φροντίζει για την σωστή ανατροφή της. Συγχρόνως με την βασική ιστορία ο Ουγκώ περιγράφει τις μεγάλες ιστορικές στιγμές της εποχής του και εξετάζει διαχρονικά θέματα όπως τη φύση του καλού και του κακού, το νόμο, την ηθική, την θρησκεία, την πολιτική. Το μυθιστόρημα υπήρξε ένα απο τα δημοφιλέστερα του 19ου αιώνα και μέχρι σήμερα έχουν γίνει εκατοντάδες θεατρικές και κινηματογραφικές μεταφορές του, με διασημότερη ίσως το ομώνυμο μιούζικαλ,

ΒΙΚΤΩΡ ΟΥΓΚΩ

ΑΘΛΙΟΙ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

VI
Γιάννης Αγιάννης


Πριν ξημερώσει, ο Γιάννης Αγιάννης είχε ξυπνήσει.
Οι γονείς του ήταν φτωχοί χωρικοί από τα βορινά της Γαλλίας. Δεν είχε μάθει γράμματα. Κι όταν μεγάλωσε, έγινε κλαδευτής. Δε φαινόταν και τόσο έξυπνος. Ο χαρακτήρας του ήταν μάλλον μελαγχολικός. Έμεινε ορφανός από πολύ μικρός. Είχε μόνο μια χήρα αδελφή, μεγαλύτερή του, με εφτά παιδιά. Στο σπίτι της φιλοξενήθηκε όσο ζούσε ο άντρας της. Μα τον έχασε κάποια μέρα, κι από τότε ο Γιάννης Αγιάννης, που ήταν δεν ήταν είκοσι πέντε χρονών, ανέλαβε δυσφορώντας καθήκοντα εικόνα οικογενειάρχη. Δούλευε σκληρά κι έβγαζε ελάχιστα. Το βράδυ γύρις αμίλητος, ξεθεωμένος από την κούραση. Φυσικά, δούλευε και η αδερφή του. Μα πώς να τα βγάλουν πέρα με εφτά παιδιά;
Το χειμώνα έμεινε άνεργος. Πεινούσαν. Ήταν Κυριακή βράδυ κι ο φούρναρης της γειτονιάς ετοιμαζόταν να πέσει στο κρεβάτι του, όταν ακούει κρότο από τζάμια που σπάνε. Κάποιο χέρι χτύπησε τη γυάλινη βιτρίνα κι άρπαξε ένα ψωμί. Κυνήγησα τον κλέφτη και τον έπιασε. Την κλεψιά την έκανε ο Γιάννη Αγιάννης. Βρισκόμαστε στο 1795. Δικάστηκε ο κλέφτης και καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλακή. Του φόρτωσαν κλοπή, διάρρηξη και παράνομη οπλοφορία, γιατί έβγαινε κυνήγι, ενώ απαγορευόταν. Με την αλυσίδα στα πόδια, δεν καταλάβαινε τίποτα από' όσα γίνονταν γύρω του. Μετά έκλαψε. Τα δάκρυα κυλούσαν καυτά στα μάγουλά του. Η φωνή του μόλις ακουγόταν να λέει:
- Ήμουν κλαδευτής στη Φαβερόλ...
Κι έδειχνε με το χέρι πως δούλευε για εφτά ανήλικα. Το κάτεργο βρισκόταν στην Τουλόν. Είκοσι εφτά ολόκληρες μέρες ταξίδεψε με κάρο και με την αλυσίδα στο λαιμό. Τα περασμένο έσβησαν πια. Τώρα ήταν ο κατάδικος 24601 με την κόκκινη καζάκα. Τι θα γινόταν η αδερφή του με εφτά κουτσούβελα; Πώς θα τα βόλευε ολομόναχη; A , θα τους κατάπινε το σκοτάδι, όπως κάθε απροστάτευτο φτωχό.
Η οικογένεια του Γιάννη Αγιάννη βρέθηκε σε λίγο μακριά από τον τόπο της. Κι ο ίδιος άρχισε σιγά σιγά να τους ξεχνά. Μα ύστερα από τέσσερα χρόνια, έτυχε ν' ακούσει κάτι για τη δύστυχη αδερφή του. Ένας γνωστός τους την είδε, λέει, στο Παρίσι. Μαζί της είχε μονάχα το ένα παιδί. Τι απέγιναν τα άλλα; Δούλευε σε τυπογραφείο από τις έξι το πρωί. Και το παιδί, για να πάει στο σχολείο, που βρισκόταν στο ίδιο κτίριο με το τυπογραφείο, περίμενε, χειμώνα καιρό, μια ώρα στην αυλή, μέχρι να πάει εφτά, γιατί έφευγε με τη μητέρα του. Δεν ήθελαν το μικρό στο τυπογραφείο. Το έβρισκαν ενοχλητικό. Κι εκείνο, ξεπαγιασμένο, νυσταγμένο, καθόταν στις πέτρες κι αποκοιμιόταν πολλές φορές πάνω στο καλαθάκι του . Με τη βροχή ήταν πιο τυχερό. Το λυπόταν η γριά θυρωρός και το μάζευε στη γυμνή της καμαρούλα. Εκεί ζεσταινόταν λίγο δίπλα στη γάτα και το ’παιρνε ο ύπνος. Μόλις άνοιγε το σχολείο, στις 7, ο μικρούλης έμπαινε μέσα.
Ο Γιάννης Αγιάννης έμαθε τούτα τα θλιβερά νέα και του φάνηκε για μια στιγμή , αστραπιαία, σαν ν ' άνοιξε με ορμή κάποιo παράθυρο στη μοίρα των αγαπημένων του εκείνων ανθρώπων. Και μετά όλα ξανάκλεισαν μονομιάς. Έκτοτε δεν έμαθε τίποτα για τους δικούς του. Ούτε τους ξαναείδε ποτέ. Όταν κόντευε να συμπληρωθεί η τέταρτη χρονιά της φυλάκισής του, ο Γιάννης Αγιάννης, όπως και τόσοι άλλοι κατάδικοι, δραπέτευσε. Τον βοήθησαν σ' αυτό σύντροφοί του. Πώς μπορούσε να μείνει πιο πολύ στο μαρτυρικό εκείνο μέρος; Περπατούσε δυο μέρες στα χωράφια, όλο προφυλάξεις. . Υποπτευόταν το παραμικρό: τους λογής-λογής κρότους, τους καπνούς από τις καπνοδόχους των σπιτιών, τους περαστικούς διαβάτες, τα γαβγίσματα των σκύλων, τα άλογα, το χτύπο των ρολογιών, το σκοτάδι, τον ύπνο, τα μονοπάτια, τα δέντρα. Ήταν νηστικός κι τριάντα έξι ολόκληρες ώρες. Τον έπιασαν προς το βράδυ της δεύτερης μέρας. Τον καταδίκασαν για τη δραπέτευση αυτή άλλα τρία χρόνια. Μόλις έφτασε στον έκτο χρόνο, ήρθε η σειρά του να ξαναδραπετεύσει. Δεν το πέτυχε. Τον ανακάλυψαν νύχτα, κρυμμένο μέσα σ' ένα μισοτελειωμένο πλοίο. Θέλησε ν' αντισταθεί. Του έβαλαν άλλα πέντε χρόνια κάτεργο, για αντίσταση κατά της Αρχής και δραπέτευση. Δέθηκε με διπλή αλυσίδα. Τα χρόνια της καταδίκης έγιναν δεκατρία.
Η σειρά του ήρθε πάλι το δέκατο χρόνο . Ξανάκανε απόπειρα. Αποτυχία άλλη μια φορά. Καινούρια καταδίκη, τρία χρόνια τώρα. Δεκαέξι όλα μαζί. Όταν πλησίασε στο δέκατο τρίτο, θέλησε φαίνεται, να ξανακάνει τα ίδια Τον έπιασαν τέσσερις ώρες αργότερα και του φόρτωσαν άλλα τρία χρόνια Η καταδίκη του συνολικά , έφτασε τα δεκαεφτά χρόνια. Αποφυλακίστηκε τον Οκτώβριο του 1815.

.....
VIII
Η σκιά και το κύμα

Έπεσε άνθρωπος στη θάλασσα! Τι σημασία έχει! Δε σταματά το πλοίο. Φυσά ο αέρας, μα το σκοτεινό καράβι τραβά βιαστικό το δρόμο του. Το ταξίδι συνεχίζεται. Αυτός που έπεσε βγαίνει στην επιφάνεια του νερού, χάνεται στο βάθος του, φωνάζει. Κανένας δεν τον ακούει. Κοιτάει σαν τρελός το σκάφος που ολοένα ξεμακραίνει. Κι όμως ο ίδιος αυτός άνθρωπος ήταν κάποτε ένας από τους επιβάτες, ζωντανός σαν όλους, που απολάμβανε τον ήλιο. Τώρα τίποτα βέβαιο δεν υπάρχει γύρω του. Τραβάει για το σίγουρο χαμό. Ο αφρός τον πνίγει. Το ένα κύμα τον ρίχνει πάνω στο άλλο. Πικρή αρμύρα γεμίζει το στόμα του.
Τι άνανδρος ο ωκεανός που θέλει να τον πνίξει! Παίζει με την αγωνία του. Όλη εκείνη η υγρή έκταση λες και είναι μίσος. Αντιδρά όσο μπορεί, κρατιέται όσο αντέχει. Μια φτωχή δύναμη παλεύει με το απέραντο. Κολυμπά απεγνωσμένα. Γύρω του χορεύουν οι κερένιοι νεκροί. Λυσσομανάει το πέλαγος. Θόρυβοι που ακούει για πρώτη φορά έρχονται από τα μακρινά βασίλεια της φρίκης. Η άβυσσος χάσκει απειλητική από κάτω του, έτοιμη να τον καταπιεί. Ψηλά βλέπει πουλιά που πετάνε και κελαηδάνε ξένοιαστα, κι αυτός πεθαίνει. Τον θάβει ο ωκεανός και τον σαβανώνει, θαρρείς, ο ουρανός. Κολυμπάει, κολυμπάει ατέλειωτες ώρες. Η νύχτα άρχισε να τον τυλίγει στα μαύρα πέπλα της. Δεν βλέπει ανθρώπους, δε βλέπει Θεό.
Φωνάζει: Βοήθεια! Α! Φωνάζει πάλι, πάλι. Τίποτα. Όλα τα παρακαλεί: το κύμα, την απεραντοσύνη, τη θαλασσοταραχή. Τίποτα. Παγώνει. Μουδιάζουν τα χέρια του. Νιώθει πανικό κι εξάντληση. Σκέφτεται πως σε λίγο θα είναι πτώμα. Τον περιμένει η σκιά, το αιώνιο σκοτάδι. Όλα πια είναι ανώφελα. Παραλύει. Τι θα βγει με την απελπισία; Θα πεθάνει, το αποφάσισε, κι αφήνει τον εαυτό του να χαθεί στην άβυσσο της εκμηδένισης. Τι σκληρά που προχωρούν οι ανθρώπινες κοινωνίες! Στο δρόμο χάνονται άνθρωποι και ψυχές. Θάνατος ηθικός, γιατί δεν υπάρχει καμιά βοήθεια, καμιά προστασία. Η κοινωνική νύχτα είναι θάλασσα που τα καταπίνει όλα. Σ' αυτή οι νόμοι ρίχνουν τους καταδικασμένους τους. Θάλασσα είναι η μεγάλη φτώχεια. Έτσι καθώς βουλιάζει σε τούτη την άβυσσο η ψυχή, κινδυνεύει να πεθάνει. Ποιος θα της ξαναδώσει τη ζωή;..."


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
III
18 Ιουνίου 1815

Αν τη νύχτα της 17ης με 18η Ιουνίου 1815 δεν έβρεχε, θα άλλαζε το μέλλον της Ευρώπης. Ο Ναπολέοντας την έπαθε από μερικές στάλες βροχή , λιγότερες ή περισσότερες . Έτσι ανατράπηκε ένας ολόκληρος κόσμος. Η μάχη του Βατερλό άρχισε στις εντεκάμισι και πρόφτασε έτσι να έρθει ο Μπλίχερ. Γιατί το χώμα ήταν υγρό, λασπωμένο και χρειάστηκε να περιμένουν να στεγνώσει για να κινηθεί το πυροβολικό. Ως αξιωματικός του πυροβολικού ξεχώριζε ο Ναπολέοντας. Όποια μάχη κι αν σχεδίασε, τη σχεδίασε για το πυροβολικό. Με τα μυδραλιοβόλα έβαζε για στόχο το αδύνατο σημείο, μα με το κανόνι έδινε τις κύριες μάχες. Όλη η πολεμική διαδικασία γι' αυτόν ήταν βολή πυροβολικού. Έτσι δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια είχε τα πρωτεία στον πόλεμο και στις νίκες. Στην περίπτωση του Βατερλό, βασίστηκε πάλι στο πυροβολικό. Και είχε γι' αυτό έναν ακόμα λόγο: την υπεροχή στα κανόνια απέναντι στον αντίπαλο. Συγκέντρωσε διακόσια σαράντα, ενώ ο Ουέλινγκτον μόνο εκατόν πενήντα εννιά. Πόσο διαφορετικά α ήταν τα αποτελέσματα της σύγκρουσης αν η γη έμενε στεγνή στις 18 Ιουνίου 1815! Μήπως όμως φταίει και η πνευματική παρακμή του Ναπολέοντα για τούτη την ήττα; Μήπως, εκτιμώντας εσφαλμένα τις περιστάσεις, ανέλαβε αμελέτητα την προσπάθεια εκείνης Είχε, στα σαράντα έξι του κιόλας χρόνια, κυριευτεί από την τρέλα της αυτοκαταστροφής; Όχι, δεν είναι έτσι. Όλοι παραδέχονται πως είναι ανώτερο σε σύλληψη το στρατηγικό του σχέδιο για τη μάχη του Βατερλό. Σκόπευε να χτυπήσει τον κεντρικό στόχο της αντίπαλης γραμμής αποβλέποντας να την κόψει στα δυο. Έτσι θα έδιωχνε τους Άγγλους προς το Αλ και τους Πρώσους προς το Τονγκρ, θα έμπαινε στις Βρυξέλλες, θα απωθούσε τους Γερμανούς προς τον Ρήνο, τους Άγγλους προς τη θάλασσα. Ύστερα από αυτά θα έβλεπε τι θα έκανε.

Καθυστερημένα άρχισε η μάχη. Ο Ναπολέοντας περίμενε να ξημερώσει, να στεγνώσει το χώμα, για να μπορέσουν να τρέξουν ελευθέρα οι κινητές πυροβολαρχίες. Μα δε φάνηκε ο ήλιος, έντεκα και τριάντα πέντε έπεσε η πρώτη κανονιά. Το σύνθημα της μάχης το έδωσε η αριστερή γαλλική πτέρυγα. Η μάχη ήταν λυσσαλέα. Ταυτόχρονη και συνδυασμένη επίθεση έκαναν ο Ναπολέοντας κι ο Νέι. Αφού έπεσε το Εσέντ, η μάχη άρχισε να γίνεται αμφίρροπη.
Στις τέσσερις το απόγευμα βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση οι Άγγλοι. Από το γερμανικό σύνταγμα, σε λίγο, μόνο σαράντα δύο ζούσαν. Οι άλλοι αιχμαλωτίστηκαν και σκοτώθηκαν. Κινδύνευε τώρα και το Ουγκομόν. Απέμενε να χτυπηθεί ένα δύσκολο σημείο: το κέντρο του αντιπάλου. Μα το κέντρο αυτό κρατούσε γερά, γιατί βρισκόταν σε οχυρή θέση -στο οροπέδιο του Αγίου Ιωάννου, στηρίζοντας τα νώτα του στο φτιαγμένο από πέτρα δημόσιο κτίριο της Νιβέλ, που οι οβίδες δεν το έβλεπαν. Τριγύρω οι Άγγλοι οργάνωσαν μια πολύ γερή άμυνα. Τόσο καλά καμουφλαρισμένη ήταν η αγγλική κανονιοστοι χία, ώστε ο Αξό, όταν πήγε, κατά διαταγή του Ναπολέοντα, να ανιχνεύσει τις πυροβολαρχίες του εχθρού, στις εννιά το πρωί, δεν είδε τίποτα. Μέσα στα ψηλά στάχυα, έπειτα, ήταν κρυμμένη η 95η ίλη ιππικού της μεραρχίας του Κεμπ, οπλισμένη με καραμπίνες. Μόνο από το δάσος της Σουάνης κινδύνευε η θέση των Άγγλων. Αδύνατο να οπισθοχωρήσει από κει ο στρατός, γιατί το δάσος αυτό ενωνόταν με το πεδίο της μάχης και κοβόταν από τους βάλτους του Μπουατφόρ και του Γκρένενταλ. Οι θα ήταν καταστροφή για το στρατό, αφού υποχώρηση προς τα εκεί τα σήμαινε «ο σώζων ευατόν σωθήτω».