Ουίλιαμ Φώκνερ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Γραμμένο σε μόλις 6 βδομάδες το 1929, το μυθιστόρημα που ο ίδιος ο Φώκνερ θεωρούσε «το αριστούργημά» του, αφηγείται το οδοιπορικό μιας αγροτικής οικογένειας, που παλεύει με τα στοιχεία της φύσης και του ασυνείδητου, για να φτάσει από την επαρχία που διαμένει στη μεγάλη πόλη του Τζέφερσον, προκειμένου να ενταφιάσει τη νεκρή μητέρα στον οικογενειακό τάφο. Μέσα από τα 59 κεφάλαια που αφηγούνται 15 διαφορετικοί χαρακτήρες με μορφή εσωτερικού μονολόγου (η νεκρή μητέρα, τα 5 παιδιά, ο σύζυγος, οι γείτονες), ο Φώκνερ πετυχαίνει να φιλοτεχνήσει μια μνημειώδη τοιχογραφία του αμερικανικού Νότου.

Ουίλιαμ Φώκνερ

Καθώς Ψυχορραγώ

Οι πρώτες σελίδες του βιβλίου:
Από ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ
Σε μτφ Μένη Κουμανταρέα

Νταρλ

Ο Τζιούελ κι εγώ επιστρέφουμε απ' το χωράφι, ακολουθώντας το μονοπάτι ο ένας ξοπίσω στον άλλον. Μολονότι προπορεύομαι δεκαπέντε πόδια, ένα μάτι που θα μας έπαιρνε απ' το μπαμπακόσπιτο θα μπόραγε να δει το ξεφτισμένο και στραπατσαρισμένο ψαθί του Τζιούελ να περισσεύει ένα ολάkερο κεφάλι απ' το δικό μου.

Το μονοπάτι τραβά ολόισο σαν αλφαδιασμένο, ελαφρά μεταχειρισμένο από πατήματα και ξεροψημένο σαν κεραμίδι μες στον Ιούλη, ανάμεσα από πράσινες αράδες σκαλισμένο μπαμπάκι, στο μπαμπακόσπιτο που βρίσκεται κέντρο στο χωράφι, απ' όπου στρίβοντας χυνει το μπαμπακόσπιτο σε τέσσερις ορθές, στρογγυλεμένες γωνιές και συνεχίζει μέσ απ' το χωράφι ξανά, μεταχειρισμένο καθώς είναι από τα πατήματα, με σιγουριά που ολοένα σβήνει.

Το μπαμπακόσπιτο είναι από χοντρό κομμένους κορμούς, απ' όπου ανάμεσα τα παραγεμίσματα έχουν από καιρό ξεφτίσει. Τετράγωνο, με ρημαγμένη μονόπαντη στέγη, γέρνει άδειο και στιλπνό μέσα στο ξεχαρβάλωμά του κάτω απ' τον ήλιο, με μοναδικό φαρδύ παράθυρο σε κάθε από τους αντι κριστούς τοίχους βλέποντας κατά το κοντινό μονοπάτι. Καθώς φτάνω κοντά, κάνω στροφή kι ακολουθώ το μονοπάτι που περιχαράζει το σπίτι. Ο Τζιούελ δεκαπέντε πόδια πίσω. θέ μου, κοιτώντας ίσια εμπρός του, καβαλάει με μια δρασκελιά μέσα' απ' το παράθυρο. Κοιτώντας πεισματικά ίσια εμπρός του, με ξεθωρα μάτια εβσωματωμένα ξύλινα πάνω σε ξύλινο πρόσωπο, διασχίζει με τέσσερις δρασκελιές το δάπεδο με την άτεγκτη αυστηρότητα μιας μορφής Ινδιάνου σε καπνοπωλείο' ντυμένος με την μπαλωμένη φόρμα του και ζωντανεμένος από τους γοφούς και κάτω καβαλάει με μια δρασκελιά μέσ' απ' το αντικριστό παράθυρο και βγαίνει ξανά στο μονοπάτι, την ίδια στιγμή που εγώ ξεμπουκάρω απ' τη γωνιά.

Ο ένας ξοπίσω στον άλλον και σε πέντε πόδια από σταση, με τον Τζιούελ επικεφαλής τώρα, συνεχίζουμε το μονοπάτι ανηφορικά, κατά τα ριζά του λόφου. Η σούστα του Ταλ στέκει δίπλα στην πηγή ζεμένη στο κάγκελο, τα γκέμια τυλιγμένα στο χερούλι απ' το κάθισμα. Μέσα στη σούστα υπάρχουν δυο καθίσματα. Ο Τζιούελ στα ματά στην πηγή, παίρνει το φλασκί απ' το χαρι της ιτιάς και πίνει. Τον προσπερνώ κι ανηφορίζω το μονοπάτι αρχι νώντας ν' ακούω το πριόνι του Κας.

Σα φτάνω στην κορφή έχει παρατήσει το πριόνισμα. Ορ θός μέσα σ' έναν αυχενα από πελεκούδι εφαρμόζει δυο σανίδες μαζι. Μέσα απ' το χώρισμα της σκιάς φαντάζουν κι ταινιες σαν το χρυσάφι, απαλό χρυσάφι, διατηρώντας στα πλευρά τους σε ανάλαφρους κυματισμούς τα σημάδια της λε πίδας του σκεπαρνιού: ένας άξιος μαραγκός, αυτός είναι ο Kας. Κρατά τις δυο σανίδες πάνω στο τρίποδο, με τις άκριες τους ενωμένες έτσι που να σχηματίζουν τελειωμένο το ένα τέταρτο απ' το κιβούρι. Γονατίζει και αλληθωρίζει για να δει και τις δυο κόψεις τους, έπειτα τις χαμηλώνει και πιάνει το σκεπάρνι, Άξιος ο μισθός του. Η Άντυ Μπάντοεν δε θα μπόραγε να βρει ποτέ καλύτερο κιβούρι για να την αναπάψει. Θα την κάνει να νιώθει εμπιστοσύνη και κουράγιο. Συνεχίζω κατά το σπίτι, καθώς με παρακολουθεί το γκαπ γκαπ γκαπ του σκεπαρνιού.

ΚΟΡΑ

Το λοιπόν, έβαλα τ' αυγά στην μπάντα και ζύμωσα ψες. Τα κέικ βγήκανε σπουδαία. Ζούμε απ' τις κότες μας. Κλω πάμε καλά, αυτές οι λίγες που μας αφήκαν οι νυφίτσες, και τα ρέστα. Χώρια τα φίδια, τα καλοκαίρια. Ένα φίδι, γοργότερα απ' το καθετί, ξεπαστρεύει ένα κοτέτσι. Το λοιπόν, καθώς ήταν να κοστίσουν πολλά περισσότερα απ' όσο νόμιζε ο κύριος Ταλι αφού είχα υποσχεθεί πως η ποσότητα σ αυγά θα ισοφάριζε τη διαφορά, χρειάστηκε να ρίξω όλη μου την τέχνη, δεδομένου πως για να τις αγοράσουμε εγώ ήμουν αυτή που είπε την τελευταία λέξη. Θα μπορούσαμε να 'χαμε προμηθευτεί φθηνότερα κοτόπουλα, μα έδωκα το λόγο μου, καθώς και η δεσποινίδα Λειγκτον μου είπε, σαν τη συμβουλεύτηκα, να πάρουμε μια καλή ράτσα, καθώς άλλωστε κι ο ίδιος ο κύριος Ταλ μόνος του παραδέχεται πως με μια καλή ράτσα γελάδια είτε γουρούνια βγαίνει κανείς τελικά κερδισμένος.

Το λοιπόν, σα χάσαμε τόσες πολλές από δαύτες, δε μας συμφέρει να κρατήσουμε τ' αυγά για λογαριασμό σας , γιατί δεν μπόραγα να χω τον κύριο Ταλ να με μέμφεται, δεδομένου πως για να τις πάρουμε εγώ ήμουν αυτή που είπε την τελευταία λέξη, Το λοιπόν, σαν η δεσποινίδα Λειγκτον μου 'έκανε λόγο για τα κέικ, σκέφτηκα πως θα μπόραγα να ζησω και να κερδίσω μονομιάς τόσα, όσο ν αυξήσω την καθαρή αξία απ' το κοπάδι μου κατά δυο κεφάλια. Κι ακόμα πως βάνοντας ένα ένα τα' αυγά στην μπάντα, αυγά τα ίδια δε θα μου κόστιζαν τίποτες απολύτως.

Και τούτη τη βδομάδα γεννοβολούσαν αράδα, έτσι που όχι μόνο έβαλα στην μπάντα αρκετά αυγά περισσότερα απ' όσα είχαμε αναλάβει υποχρέωση να πουλήσουμε, για να ζυ μώσω τα κέικ, αλλά κατάντησα να βάλω στην μπάντα τόσα ώστε το αλεύρι, η ζάχαρη και τα καυσόξυλα να μη μου κο στίσουν πεντάρα. Το λοιπόν, ζύμωσα ψες, βάνοντας όλη μου την τέχνη και τα κέικ βγήκαν σπουδαία. Όμως φτάνοντας σήμερα το πρωί στην πόλη η δεσποινίδα Λειγκτον μου λέει ότι η κυρία άλλαξε γνώμη και πως τελικά δε θα 'δινε τη γιορτή.

«Γιορτή ξεγιορτή όφειλε να τα πάρει τα κέικ», λέει η Καίτη.
«Να σε πω», της λέω, «φαντάζομαι τώρα πια αχρείαστα της είναι».
«Όφειλε να τα πάρει , λέει η Καίτη.
«Μα τούτες οι πλούσιες κυράδες της πόλης μποράν κι αλλάζουν για ψύλλου πήδημα γνώμη. Αλί στους φτωχούς».
Τα πλούτη καταπρόσωπο στο Θεό δεν πιάνουν μπάζα, γιατί Αυτός μοναχά μποράει και διαβάζει τις καρδιές.
«Ίσως και να μπορέσω να τα πουλήσω το Σάββατο στη λαϊκή», της λέω.
Και πραγματικά βγήκανε σπουδαία.
«Ούτε καν δυο δολάρια δε θα πιάσεις», μου κάνει η Καίτη,
«Να σε πω, ούτε να πεις πως μου κόστισαν τίποτες», της λέω,
Τα βαλα στην μπάντα κι άλλαξα μια ντουζίνα από δαύτα για φαρίνα και ζάχαρη. Είναι σαν να μη μου κόστισε τίποτες τα κέικ, καθώς κι ο ίδιος ο κύριος Ταλ μονάχος του το παραδέχτηκε πως τα αυγά που έβαλα στην μπάντα ήτανε πάνω και πέρα από όσα είχαμε υποχρέωση για πούληση, έτσι που ήταν το ίδιο σαν να τα είχαμε βρει τα αυγά ή να μας τα είχαν δώσει χάρισμα.



Καθισμένη πλάι στο δρόμο, η Λένα κοιτάει το κάρο που σκαρφαλώνει στο λόφο και συλλογιέται: "Έρχομ' από πέρα, απ' την Αλαμπάμα. Δεν είν' και λίγο. Από την Αλαμπάμα με τα πόδια - δεν είν' και λίγο." Και συλλογιέται, ούτ' ένα μήνα δεν έχω που 'φυγα και να 'μαι κιόλας στο Μισισιπή, μακρύτερα από ποτέ απ' το σπίτι μου. Από δώδεκα χρονώ παιδί, δεν έχω βρεθεί άλλη φορά τόσο μακριά από το Ντόανς Μιλ. Και στο Ντόανς Μιλ, μετά που πέθαναν οι γονείς της είχε πρωτοπάει, παρότι κατέβαινε στην πόλη έξι ή οκτώ Σάββατα το χρόνο, με το κάρο, φορώντας τα παραγγελμένα με το ταχυδρομείο φουστανάκια της, τα πόδια ξυπόλητα πάνω στο τραχύ ξύλο και τα παπούτσια της τυλιγμένα σ' ένα κομμάτι χαρτί, πλάι της στο κάθισμα. Φορούσε τα παπούτσια της μόλις προτού φτάσει το κάρο στην πόλη. Αφότου έγινε μεγάλο κορίτσι, ζητούσε από τον πατέρα της να κάνει μια στάση στα πρώτα σπίτια και να την αφήσει να κατέβει για να περπατήσει λίγο. Δεν του 'λεγε γιατί προτιμούσε το περπάτημα παρά να συνεχίσει με το κάρο. Εκείνος θαρρούσε πως ήταν εξαιτίας των καλοστρωμένων δρόμων, των πεζοδρομίων. Μα η Λένα το ήθελε επειδή λογάριαζε πως όσοι την έβλεπαν να πηγαίνει με τα πόδια θα νόμιζαν ότι έμενε κι αυτή στην πόλη.