|
ΠΕΡΛ ΜΠΑΚ
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
|---|
ΠΕΡΛ ΜΠΑΚΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ ΑΝΕΜΟΣ ΔΥΤΙΚΟΣ ΑΝΕΜΟΣαπόσπασμαI ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΘΑ ΤΥΧΕΙ να σου πω, Αδερφή Μου, δε θα μπορούσα να τα μιλήσω έτσι, ούτε σε μια από το δικό μου λαό, γιατί δε θα μπορούσε να καταλάβει τις μακρινές χώρες εκεί που έζησε ο άντρας μου δώδεκα χρόνια. Ούτε θα μπορούσα να κουβεντιάσω ελεύθερα σε μια από τις αλλοδαπές γυναίκες που δε γνωρίζουν το δικό μου λαό και τον τρόπο της ζωής που είχαμε από τον καιρό της παλιάς αυτοκρατορίας. Εσύ όμως; Έχεις ζήσει ανάμεσά μας όλα σου τα χρόνια. Μόλο που ανήκεις σ΄ αυτές τις άλλες χώρες όπου σπούδασε ο άντρας μου τα βιβλία του της Δύσης, εσύ θα καταλάβεις. Μιλώ την αλήθεια. Σ’ έχω αποκαλέσει Αδερφή Μου. Σ' εσένα θα πω το καθετί. Ξέρεις πως για πεντακόσια χρόνια οι σεβαστοί πρόγονοί μου έζησαν σ' αυτή την πανάρχαια πόλη του Κεντρικού Βασίλειου. Ούτε ένας από τους σεβάσμιους ήταν μοντέρνος• ούτε είχε την επιθυμία ν' αλλάξει. Όλοι έζησαν με γαλήνη και αξιοπρέπεια, έχοντας πίστη στην ορθότητα των αρχών τους. Έτσι και οι γονείς μου με ανάθρεψαν σύμφωνα με όλες τις τιμημένες παραδόσεις. Ποτέ δεν ονειρεύτηκα πως θα μπορούσα να επιθυμήσω να 'μαι διαφορετική. Χωρίς να σκεφτώ πάνω σ' αυτό το ζήτημα μου φαινόταν πως όπως ήμουν εγώ, έτσι ήταν και όλοι όσοι ήταν πραγματικά του λαού μου. Αν άκουγα αόριστα, σαν από την έκταση έξω από τους τοίχους της αυλής, για γυναίκες όχι όπως είμ΄ εγώ, για γυναίκες που πηγαινοέρχονταν ελεύθερα όπως οι άντρες, δεν τις είχα σε υπόληψη. Ακολούθησα, όπως διδάχτηκα, τον παραδεγμένο δρόμο των προγόνων μου. Τίποτα από τον έξω κόσμο δε με άγγιξε ποτέ. Δεν επιθυμούσα τίποτα. Μα τώρα ήρθε η μέρα να παρακολουθώ με λαχτάρα αυτά τα παράξενα πλάσματα —αυτές τις μοντέρνες γυναίκες— αναζητώντας πως θα μπορούσα να γίνω σαν αυτές. Όχι, Αδερφή Μου, για δική μου ευχαρίστηση, μα για χατίρι του άντρα μου. Δε με βρίσκει αρκετά καλή! Είναι γιατί πέρασε τις τέσσερις θάλασσες και πήγε στις άλλες έξω χώρες, κι έμαθε σ' αυτά τα μακρινά μέρη ν' αγαπά καινούργια πράγματα και έθιμα καινούργια. Η μητέρα μου είναι γυναίκα με φρόνηση. Όταν σε ηλικία δέκα χρόνων έπαψα να 'μαι παιδί και έγινα κοπέλα, μου είπε αυτά τα λόγια: —Μια γυναίκα μπροστά στους άντρες πρέπει να κρατά μια σιωπή σαν του λουλουδιού και ν' αποτραβιέται μόλις αυτό μπορεί να γίνει αθόρυβα. Θυμήθηκα, λοιπόν, αυτό που είπε όταν στάθηκα μπροστά στον άντρα μου. Έσκυψα το κεφάλι μου κι έβαλα τα δυο μου χέρια μπροστά μου. Δεν του αποκρίθηκα τίποτα όταν μου μίλησε. Όμως, αχ, φοβάμαι πως βρίσκει τη σιωπή μου βαρετή. Όταν ψάχνω το μυαλό μου για κάτι που να του κινήσει το ενδιαφέρον, είναι ξαφνικά τόσο άγονο, όπως τα ρυζοχώραφα ύστερ' από το θερισμό. Όταν είμαι μονάχη με το κέντημά μου, μου έρχονται στο νου πολλά πράγματα με λεπτή ομορφιά για να του πω. Θέλω να του εξηγήσω πως τον αγαπώ. Όχι, καταλαβαίνεις, με αναίσχυντα λόγια αντιγραμμένα από την αρπακτική Δύση. Αλλά με λόγια που έχουν ένα νόημα, κρυφό καθώς αυτά: «Αφέντη μου, πρόσεξες σήμερα πώς άρχισε η αυγή; Ήταν σαν να αναπήδησε η σκοτεινιασμένη γη ν' ανταμώσει τον ήλιο. Σκοτάδι. Έπειτα μια ακάθεκτη ανάταση από φως σαν ένα ξέσπασμα μουσικής! Αγαπημένε μου αφέντη, είμαι η σκοτεινιασμένη γη σου, καρτερώντας». ‘Η αυτό, όταν πηγαίνει με τη βάρκα το βραδάκι πάνω στη λίμνη του Λωτού: «Τι θα γινόταν αν τα χλομά ξέθωρα νερά δε θα 'νιωθαν ποτέ να τα τραβά η σελήνη, Τι θα γινόταν αν το κύμα ποτέ ξανά δε θα ζωντάνευε από το φωτεινό της άγγιγμα; Ω, αφέντη μου, πρόσεχε τον εαυτό σου, και με το καλό να μου ξανά `ρθεις, μη γίνω σαν αυτό το χλομό ξέθωρο πράγμα δίχως εσένα!» Μα σαν παρουσιάζεται, φορώντας την παράξενη ξενική φορεσιά, δεν μπορώ να τα πω αυτά τα πράγματα. Είναι δυνατό να χω παντρευτεί μ' έναν ξένο; Τα λόγια του είναι λιγοστά και ειπωμένα με ανέμελο τρόπο, και τα μάτια του γλιστρούν πάνω μου πάρα πολὺ βιαστικά, μόλο που φορώ το βερυκοκί σατέν μου κι έχω μαργαριτάρια πάνω στα φρεσκοχτενισμένα μου μαλλιά. Αυτό είναι η θλίψη μου. Βρίσκομαι παντρεμένη ένα γεμάτο μήνα, και δεν είμαι όμορφη στα μάτια του. ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ τώρα καθόμουνα και συλλογιόμουν, Αδερφή Μου. Πρέπει να μεταχειριστώ πονηριά και να βρω έναν τρόπο να γυρίσω τα μάτια του άντρα μου πάνω μου. Μη δε βαστώ από πολλές γενιές γυναίκες που βρήκαν χάρη μπρος στα μάτια του αφέντη τους; Για εκατό χρόνια δεν έλειψε από καμιά η ομορφιά εκτός από μια μονάχα, κι αυτή ήταν η Κβάι-μάι στην εποχή του Σουγκ, που το πρόσωπό της το 'σκαψε η ευλογιά σε ηλικία τριών χρόνων. Ωστόσο είναι γραμμένο πως κι έτσι ακόμα είχε μάτια ίδια μαύρα διαμάντια και μια φωνή που συντάραζε τις καρδιές των αντρών όπως ο άνεμος τα μπαμπού την άνοιξη. Ο άντρας της την είχε τόσο μέσα στην καρδιά του που μ' όλες τις έξι του παλλακίδες, όπως ταίριαζε στο πλούτος του και στην κοινωνική του θέση, δεν αγάπησε καμιά απ' αυτές τόσο πολύ όσο εκείνη. Και η προγονή μου Γιαγκ Κβάι-φάι —αυτή με το λευκό πουλί πάνω στον καρπό του χεριού της—κράτησε την ίδια την αυτοκρατορία μέσα στις αρωματισμένες της παλάμες, μια και ο αυτοκράτορας, ο Γιος του Ουρανού, ήταν ξετρελαμένος με την ομορφιά της. Κι εγώ λοιπόν, η έσχατη απ' όλες αυτές τις τιμημένες, πρέπει ωστόσο να 'χω το αίμα τους μέσα στο αίμα μου, και τα οστά τους είναι δικά μου οστά. Περιεργάστηκα το πρόσωπό μου μέσα στον μπρούντζινο καθρέφτη μου. Όταν σου λέω πως βλέπω να υπάρχουν άλλες λιγότερο όμορφες από μένα, δεν το λέω καθόλου για δικό μου καμάρι, μα για κείνον. Κοιτάζω πως τα μάτια μου δικό μου καμάρι, μα για κείνον. Κοιτάζω πως τα μάτια μου είναι καθαροχωρισμένα, το ασπράδι απ' το μαυράδι• κοιτά. ζω πως τ' αυτιά μου είναι μικρά, ανάλαφρα συμπιεσμένα πάνω στο κεφάλι μου, έτσι που τα ιχάδινα και χρυσά σκουλαρίκια να εφαρμόζουν καλά• κοιτάζω πως και το στόμα μου είναι μικρό, και πως κάνει την παραδεγμένη καμπύλη πάνω στο αυγουλωτό μου πρόσωπο. Θα 'θελα μόνο να μην ήμουν τόσο χλομή, και η γραμμή των φρυδιών μου να τραβούσε ως ένα όγδοο της ίντσας πέρα προς τα μηνίγγια μου. Διορθώνω τη χλομάδα μου με λίγο τριανταφυλλί πάνω στις παλάμες μου που έπειτα τρίβω μ΄ αυτές τα μάγουλά μου. Ένα πινέλο βουτηγμένο σε μαύρο κάνει τα φρύδια μου τέλεια. Είμαι τότε αρκετά όμορφη, κι ετοιμασμένη για κείνον. Μα μόλις πέσουν πάνω μου τα μάτια του καταλαβαίνω πως δεν προσέχει τίποτα, ούτε χείλια ούτε φρύδια. Η σκέψη του τριγυρνά πάνω στη γη, πάνω στη θάλασσα, παντού εκτός από κει που στέκομαι προσμένοντάς τον! ΟΤΑΝ Ο ΓΕΩΜΑΝΤΗΣ όρισε τη μέρα του γάμου μου, όταν οι κόκκινες λακαρισμένες κασέλες ήταν πια ξέχειλα γεμάτες, όταν τα σατινένια παπλώματα, πλουμισμένα με κόκκινα λουλούδια, είχαν στοιβαχτεί σε ψηλές στοίβες πάνω στα τραπέζια, και τα γλυκίσματα του γάμου σε σωρούς ίδιες παγόδες, η μητέρα μου με κάλεσε να πάω στην κάμαρά της. Ένιψα τα χέρια μου και φρεσκάρισα τα μαλλιά μου και μπήκα στο διαμέρισμά της. Ήταν καθισμένη πάνω στη μαύρη σκαλιστή πολυθρόνα της και σιγόπινε το τσάι της. Η μακριά ασημοδεμένη πίπα της από μπαμπού ακουμπούσε γυρτή στον τοίχο πλάι της. Στάθηκα μπροστά της με το κεφάλι σκυφτό, μη τολμώντας ν’ ανταμώσω τα μάτια της. Ωστόσο ένιωσα την αυστηρή ματιά της να με σκεπάζει ολόκληρη, το πρόσωπό μου, το κορμί μου, τα πόδια μου. Η διαπεραστική της ζεστασιά εισχωρούσε ως μέσα στην καρδιά μου με τη σιωπή. Επιτέλους με κάλεσε να καθίσω. Έπαιζε με καρπουζόσπορους που ήταν σ’ ένα πιάτο πάνω στο τραπέζι, πλάι της, το πρόσωπό της ηρεμισμένο στη συνηθισμένη του έκφραση μιας ανεξιχνίαστης θλίψης. Η μητέρα μου είχε φρόνηση. «Κβάι-λαν, θυγατέρα μου», είπε, «ήρθε η ώρα να πα ντρευτείς τον άντρα που ήσουν αρραβωνιασμένη μαζί του πριν ακόμα γεννηθείς. Ο πατέρας σου και ο δικός του ήταν αδερφικοί φίλοι. Ορκίστηκαν να ενωθούν μέσο των παιδιών τους. Ο αρραβωνιαστικός σου ήταν τότε έξι χρόνων. Εσύ γεννήθηκες μέσα στον ίδιο χρόνο. Αυτός ήταν ο προορισμός σου. Ανατράφηκες μ’ αυτό τον τελικό σκοπό. Όλο το διάστημα των δεκαεφτά χρόνων της ζωής σου, αυτή την ώρα του γάμου σου είχα στο νου μου. Για το καθετί που σε δίδαξα είχα υπόψη μου δυο πρόσωπα —τη μητέρα του άντρα σου και τον άντρα σου. Για χατίρι της σε δίδαξα πώς να ετοιμάζεις και πώς να σερβίρεις το τσάι σ’ ένα γεροντότερο• πώς να στέκεσαι μπροστά σ' ένα γεροντότερο• πώς ν' ακούς σιωπηλή όσο μιλά ένας γεροντότερος, είτε έπαινος είναι τα λόγια του είτε ψεγάδι σε όλα σε δίδαξα να 'χεις υποταγή όπως ένα λουλούδι υποτάσσεται όμοια και στον ήλιο και στη βροχή. »Για τον άντρα σου σε δίδαξα πώς να στολίζεσαι, πώς να του μιλάς με τα μάτια και με την έκφραση, μα δίχως λόγια, πώς να... —μα τούτα θα τα καταλάβεις όταν θα ΄ρθει η ώρα να μείνεις μονάχη μαζί του. »Είσαι, λοιπόν, καλά ενημερωμένη σε όλα τα καθήκοντα μιας κυρίας. Ξέρεις να φτιάνεις γλυκίσματα και φαγητά με λεπτή γεύση ώστε να μπορείς να κεντάς την όρεξη του άντρα σου και να τον κάνεις να συλλογιέται την αξία σου. Μην πάψεις ποτέ να τον πλανεύεις, εφευρίσκοντας όλο και διαφορετικά φαγητά. »Τους τρόπους και την εθιμοτυπία της αριστοκρατικής ζωής —πώς να παρουσιάζεσαι και πώς να αποσύρεσαι μπροστά στους ανωτέρους σου, πώς να μιλάς στους κατωτέρους σου, πώς να μπαίνεις στο φορείο σου, πώς να χαιρετάς τη μητέρα του όταν είναι μπροστά άλλοι— αυτά όλα τα ξέρεις. Το πώς πρέπει να φέρνεται μια οικοδέσποινα, τις λεπτές αποχρώσεις του χαμόγελου, την τέχνη να στολίζεις τα μαλλιά σου με διαμαντικά και λουλούδια, το βάψιμο των χειλιών και των νυχιών σου, το πώς να αρωματίζεσαι, τη γοητεία των παπουτσιών πάνω στα μικρά σου ποδαράκια —αχ, <>καημενούλα, αυτά τα πόδια σου πόσα δάκρυα δε στοίχισαν! Μα δεν ξέρω άλλα τόσο μικρά στη δική σου γενιά. Τα δικά μου μόλις ήταν μια ιδέα μικρότερα σαν ήμουν στην ηλικία σου. Ελπίζω μονάχα πως η οικογένεια του Λη θα 'δωσε προσοχή σε όσα τους παράγγειλα και πως θα 'δεσαν κι αυτοί τόσο σφιχτά τα πόδια της θυγατέρας τους, της αρραβωνιαστικιάς του αδερφού σου και γιου μου. Φοβάμαι όμως πάνω σ΄ αυτό γιατί ακούω πως είναι σπουδασμένη με τα Τέσσερα Βιβλία και ποτέ η σπουδή δε συνταιριάστηκε με την ομορφιά σε μια γυναίκα. Πρέπει να τους ξαναστείλω μήνυμα σχετικά μ' αυτό το ζήτημα. Όσο για σένα, παιδί μου, αν η νύφη μου είναι σαν εσένα δε θα πολυπαραπονεθώ. Διδάχτηκες να παίζεις εκείνη την αρχαία άρπα που πολλές γενιές γυναίκες δικές μας χάιδεψαν τις χορδές της ευφραίνοντας έτσι τους αφέντες τους. Τα δάχτυλά σου είναι επιτήδεια και τα νύχια σου μακριά. Διδάχτηκες ακόμα και τους πιο περίφημους στίχους των παλιών ποιητών, και μπορείς να τους γλυκοτραγουδάς με τη συνοδεία της άρπας σου. Δε βλέπω ούτε και η πεθερά σου πώς θα μπορέσει να βρει καμιά παράλειψη στο έργο μου. Εκτός αν δε θα `φερνες γιο! Μα θα πάω στο ναό να προσφέρω στη θεά ένα δώρο, αν θα τύχαινε να περάσεις τον πρώτο χρόνο δίχως σύλληψη». Το αίμα μου ανέβηκε στο πρόσωπό μου. Δεν μπορώ να θυμηθώ ποιο καιρό δεν ήξερα τι θα πει γέννα και μητρότητα. Σ' ένα σπιτικό σαν το δικό μας, που ο πατέρας μου είχε τρεις παλλακίδες που το μόνο τους ενδιαφέρον ήταν η σύλληψη και να δώσουν παιδιά, η λαχτάρα για τους γιους ήταν κάτι πάρα πολύ συνηθισμένο ώστε να κρύβει το παραμικρό μυστήριο. Η σκέψη ωστόσο πως κι εγώ —μα η μητέρα μου ούτε καν πρόσεξε τ΄ αναμμένα μου μάγουλα. Καθόταν βυθισμένη σε συλλογή κι έπιασε πάλι να παίζει με τους καρπουζόσπορους. |