|
Αισχύλος ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Η τραγωδία "Αγαμέμνων" γράφτηκε από τον Αισχύλο το 458 π.Χ και αποτελεί το πρώτο μέρος της τριλογίας «Ορέστεια». Στο έργο περιγράφεται η επιστροφή στην πατρίδα του βασιλιά Αγαμέμνων μετά την άλωση της Τροίας και η δολοφονία του από την γυναίκα του Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αιγισθο. Η Κλυταιμνήστρας εκδηλώνει μια έξαλλη ικανοποίηση για το ότι σκότωσε εκείνον που είχε θυσιάσει την κόρη της και ο Αίγισθος θα πάρει πίσω το θρόνο τον οποίο πιστεύει ότι δικαιούται. Ο χορός ωστόσο διαμηνύει ότι τίποτα δεν μένει ατιμώρητο.. |
|---|
Αισχύλος
Αποσπάσματα σεΜετάφραση: Γιάννη Γρυπάρη Στ. 177: ΧΟΡΟΣ: Αυτός, ο Ζεύς, το δρόμο χάραξε Της φρονιμάδας μέσα από τη νομοτέλεια. Το πάθος, μάθος. Αυτός σταλάζει στην καρδιά πικρό στον ύπνο μας τον πόνο Και στανικά μας συνετίζει. Είναι σκληρό και τέλειο το δώρημα που στέλνουν οι θεοί Από το σεμνό τους θρόνο. Στ. 248: ΧΟΡΟΣ: Πέρα από τούτα, άλλα δεν είδα και δεν θα πω. Ο Κάλχας έχει τις αλάθευτες τις τέχνες, όμως η Δίκη καθορίζει την οδό: όποιος παθαίνει να μαθαίνει. Τα μέλλοντα στο πλήρωμα του χρόνου θα τ’ακούσεις. Μη βιάζεσαι να μάθεις πριν. Θα ‘ρθει δριμύ το μέλλον με την αυγή της μέρας. Στ 343: ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ: Για να γυρίσουν ζωντανοί στα σπίτια τους με το καλό Πρέπει να κάνουν ανάστροφη πορεία. Αν στων θεών το δίχτυ δεν μπλεχτούνε και γυρίσουν Κι αν δεν σκοντάψουν σε άλλες συμφορές καινούργιες Θα τους προσμένει το ξάγρυπνο το αίμα των νεκρών. Είμαι γυναίκα και τέτοια θα ακούς από μένα Στ.368: ΧΟΡΟΣ: Λένε πως του Διός η πληγή ίχνος αφήνει φανερό. Ό,τι σκεφτεί θα γίνει. Ποιος θα το πει πως αψηφούνε οι θεοί όσους μολύνουν τα αμόλυντα; Όποιος το πει δε σέβεται. Φως φανερό: όσοι τολμούν και ξεπερνούν το δίκιο, όσοι μανίζουν πνέοντας πόλεμο, όσοι γεμίζουν ξέχειλα τ άμπάρια τους, πιο πάνω απ’την ανάγκη, τοκίζουν συμφορές. Μα ο φρόνιμος που μετρημένο βιος του αρκεί ζωή με δίχως βάσανα θα ζήσει. Κάστρο της σωτηρίας δε θα βρει αυτός που δε χορταίνει πλούτη, αυτός που μ’ένα λάκτισμα γκρεμίζει το μέγα βωμό της Δίκης. Στ 457: ΧΟΡΟΣ: Φωνή λαού, οργή λαού, Βαρύ το χρέος ξεπληρώνει της λαϊκής χαράς. Η μέριμνά μου περιμένει ν’ακούσει ό,τι το σκότος εγκυμονεί. Απ΄των θεών τον οφθαλμό δεν γλιτώνουν, Όσοι στο χώμα ξάπλωσαν πλήθος νεκρών. Στης τύχης τα γυρίσματα, στον ώριμο καιρό Οι Ερινύες μελανές θα στείλουν στη μαυρίλα Αυτόν που θρόνιασε την ευτυχία του στην αδικία Στ 483: ΧΟΡΟΣ: Της γυναικός η φύση Πιστεύει τις χάρες προτού φανούνε Ο θηλυκός ο νους ευκολοπίστευτος, αλλά Και αχαλίνωτος γοργά πετάει, γοργά πεθαίνει Στ 570: ΧΟΡΟΣ: όσοι ξόδεψαν τη ζωή τους, γιατί να λογαριάζονται; Αξίζει να θρηνούν οι ζωντανοί τις περασμένες δυστυχίες; Ας πάνε στην ευχή λοιπόν οι συμφορές. Στ. 756 ΧΟΡΟΣ: Διαφωνώ με τους παλιούς εγώ. Τα έργα της ασέβειας θαρρώ γεννούν παιδιά, κι άλλα παιδιά, εικόνα του γονιού τους. Στα σπίτια των Δικαίων όμως η τύχη σπέρνει πάντα ωραία παιδιά. Μες τις γενιές της ανομίας, η Ύβρις η παλαιά Το συνηθίζει να γεννά την νέαν Ύβριν. Αργά ή νωρίς, την πεπρωμένη μέρα θα γεννηθεί μαζί με το δαιμόνιο σύντροφό της το θράσος, το ακατάβλητο, το αδάμαστο, το ανίερο, τη μαύρη Τύφλα του Σπιτιού, εικόνα του γονιού κι ομοίωσή του. […] Η Δίκη κατοικεί λαμπρή στην καπνισμένη κάμαρη της φτώχειας τιμά την ταπεινή ζωή της αρετής. Παίρνει των ομματιών και φεύγει από τα μέγαρα που χέρια βρώμικα τα φόρτωσαν χρυσάφι. Κοπιάζει στα χαμόσπιτα τα αγνά. Σιχαίνεται του πλούτου την ισχύ, την κούφια φήμη κι όλα στο πεπρωμένο τέρμα κατευθύνει. Στ 852: ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ: Τώρα θα μπω στο παλάτι και μες το δώμα Θα προσκυνήσω πρώτα τους θεούς της εστίας Όπως με ξεπροβόδισαν, με φέραν πάλι πίσω. Η νίκη με ακολούθησε παντού. Μακάρι να ριζώσει. Στ 1095: ΚΑΣΑΝΔΡΑ: Έχω σημάδια αλάθευτα για να πιστέψω: Σπαράζουν και θρηνούν Σφάζονται βρέφη Ψημένες σάρκες, του πατέρα τους τροφή. Στ 1137: ΚΑΣΑΝΔΡΑ: Αλιά μου η δόλια κι η μαύρη μου μοίρα! Και τη δική μου συμφορά μοιρολογάω Που μ’έφερες εδώ τη δύστυχη; Για να θανατωθώ μαζί σου; Τι άλλο; Στ1164: ΧΟΡΟΣ: Τι λόγο καθαρό ξεστόμισες; Κι ένα μωρό παιδί το νιώθει δαγκωματιά με πλήγωσε βαθιά και φονική και σπάραξα να ακούω το σιγανό της μαύρης μοίρας σου τερέτισμα Στ 1190: ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ: Ο γλεντοκόπος θίασος, οι Ερινύες της γενιάς στο δώμα κάθονται και ψέλνουν τον ψαλμό της πρώτης Ύβρεως. Μια μια με φρίκη φτύνουν και καταριούνται αυτόν που πάτησε την κλίνη του αδερφού. ΚΑΣΑΝΔΡΑ: Αλλοί μου! ω ποια φωτιά χυμίζει και μ' αδράχνει! Οτοτοτοί, Απόλλων Λύκειε, αλλοίμονό μου! Αυτή, λιόντισσα με δυο πόδια, που κοιμάται με λύκο, ενώ το αρχοντικό λιοντάρι λείπει θα με σκοτώση τη φτωχιά, κι ως να ετοιμάζη φάρμακο, θε να χύση μέσα στην οργή της και τη δικιά μου πλερωμή κ' ενώ ακονίζει το σπαθί για τον άντρα της, θε να εγκωμιάζη πως γιατί μ' έφερε μαζί τον εκδικιέται. Και τι λοιπόν τα θέλω αυτά σα να μ' εμπαίζουν τα σκήπτρα και τα μαντικά στεφάνια εμπρός μου; Εσένα πριν του τέλους μου θα σε χαλάσω· και στην οργή και σεις, κ' εγώ ταχιά ακλουθώ σας, στολίσετε άλλη συμφορά αντίς για μένα. Νά! με τα χέρια του ο Απόλλωνας μου βγάζει το μαντικό το φόρεμα· κι αφού είδε πρώτα, και μ' όλη αυτή μου τη στολή, τα περιγέλοια που φίλοι εχθροί μου κάνανε, βέβαια του κάκου, κ' υπόφερα σα μια ζητιάνα γυρολόγα να με λένε φτωχιά, στρίγγλα και λιμασμένη — και τώρα ο μάντης μάντισσα που μ' έχει κάμη, μ' ωδήγησε σ' αυτές τις θανάσιμες τύχες! Κι αντίς ο πατρικός βωμός, με περιμένει ζεστό το κρεατοσάνιδο που θα με κόψουν. Μα ακδίκητο οι θεοί το αίμα μου δε θαφήσουν, γιατί άλλος πάλι εκδικητής θαρθή δικός μας να πάρη από τη μάννα που τον γέννα πίσω του πατέρα το γαίμα· κ' έρχεται διωγμένος πλανημένος κι απόξενος αυτής της χώρας, κορώνα στου σπιτιού τις συμφορές να βάλη. Κ' εστέριωσε από τους θεούς μεγάλος όρκος νάρθη του ξαπλωμένου ανάγερμα πατέρα. Μα γιατί τάχα εδώ πονετικά να κλαίω μια που είδα με τα μάτια μου του Ιλίου την πόλη να πάθη ό,τι έπαθε; και κείνοι που την πήραν έτσι με των θεών την κρίση ξεμπερδεύουν; Πηγαίνω στο γραφτό μου και στο θάνατό μου και χαιρετάω αυτές εδώ του Άδη τις πόρτες. Μόνου άμποτε μια και καλή πληγή να λάβω που να μπορέσω ασφάδαστη και με χυμένο το γαίμα ευκολοθάνατη να ξεψυχήσω. Στ 1280: ΚΑΣΑΝΔΡΑ: Μα δε θ’αφήσουν οι θεοί το θάνατό μου απλήρωτο. Άλλος θα’ρθει να πάρει πάλι εκδίκηση, ο βλαστός, Ο μητροκτόνος, ο τιμωρός των πατρικών αιμάτων. Πλάνης, απόξενος κι εξόριστος από την χώρα του Θα ρθει τις συμφορές των εδικών του να στεγάσει. Στ. 1331-1342: ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ: Οι άνθρωποι δεν την χορταίνουν την ευτυχία κανείς δε σηκώνει το δάχτυλο και κανείς δεν της φράζει την πόρτα φωνάζοντας: μην μπαίνεις πια στο σπίτι μου. Έδωσαν οι Θεοί και κούρσεψεν αυτός την πόλη του Πριάμου. Με τιμές θεικές επιστρέφει στο σπίτι. Αν τώρα πληρώσει το αίμα που χύθηκε πριν κι αν άλλους νεκρούς θα πληρώσει πεθαίνοντας κι αν άλλων θανάτων το χρέος πίσω του σέρνει ποιος άνθρωπος αυτά θ’ακούσει και θα πει πως δε γεννήθηκε σημαδεμένος. ΣΤ. 1389-1395. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ: Πεσμένος κάτω την ψυχή ξερνά Και πετιέται ψηλά το αίμα σκοτωμένο Με βρέχει με μαύρες ψιχάλες δροσιάς και ευφραίνομαι. Δε χαίρεται λιγότερον ο σπόρος του σταριού καθώς με τη βροχούλα του θεού φουσκώνει. Αργείτες σεβαστοίχαρείτε δε χαρείτε, έτσι το πράμα γίνηκε. Το καμαρώνω. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ: Μ' άκου τώρα κι αυτό τον όρκο που σου ομόνω Έτσι ναι, μα της κόρης μου την τέλεια Δίκη, πόσφαξα και της πρόσφερα θυσία ετούτον, ούτε σκιά στο σπίτι μου φόβου δε θάμπη όσο που της γωνιάς μου τη φωτιά θανάβη ο Αίγισθος, σαν πάντα καλοθελητής μου· γιατί ναι αυτός του θάρρους μας μεγάλη ασπίδα. Νά τον! νεκρός, ο ατιμαστής της γυναικός του και των Χρυσηίδων ο καλός κάτου στην Τροία. νά την! και τούτη εδώ η αιχμάλωτη, η μαγίστρα η χρησμολόγα και παρακοιμάμενή του πιστή γυναίκα, πότριβαν μαζί το ίδιο σκαμνί του καραβιού — μα ότι άξιζαν το βρήκαν· αυτός από τη μια μεριά· κι αύτη αφού είπε σαν κύκνος το στερνό θανάτου μοιρολόι κείται στο πλάι του αγαπητού, που είχε τη φέρη προσφάγι γλιχουδιάρικο του κοιμηθιού μας. ΑΙΓΙΣΘΟΣ: Ω φως φαιδρόν ημέρας, που έφερε τη Δίκη! τώρα μπορώ να πω, πως δεν αφίνουν έτσι απλέρωτα οι θεοί και γνοιάζονται σταλήθεια τα κακουργήματα της γης από κει πάνω, αφού είδα, μες στων Ερινύων τα πλεχτά βρόχια να κοίτεται αυτός εδώ — χαρά, χαρά μου, και να πλερώνη του πατέρα του το κρίμα. Γιατί ο Ατρέας, βασιλιάς αυτής της χώρας, πατέρας αυτουνού, το δικό μου πατέρα Θυέστη, κι αδελφό του — για να καταλάβης — εξ αφορμής του θρόνου εξώρισε απ' τη χώρα. Κι όταν εξαναγύρισε κ' έπεσε ικέτης στην εστία, την γλύτωσε, αλήθεια, ο ίδιος ο άθλιος Θυέστης μη σφαχτή κ' αιματοβρέξη το πατρικό του χώμα· μ' αυτουνού ο πατέρας, πώς τάχα, ο άθεος, ήθελε το γυρισμό του μ' ένα πλούσιο χαράς τραπέζι να γιορτάση, δείπνο του ετοίμασε τα κρέατα των παιδιών του· τα πόδια και τα χτένια των χεριώ είχε κόψη παράμερα, που να μην καταλάβουν και οι άλλοι, καθώς καθόταν χωριστά, μα εκείνος παίρνει κι ανίδεος καθώς είτανε, τρώει από κείνο τάσωστ', όπως θωρείς, φαΐ για όλο το γένος. Μα έπειτα μόλις τόνοιωσε το άθεο πράμα έσκουζε κ' έπεσε ξερνόντας τα σφαχτάρια, κι ευχιέται μοίρ' ασύντυχη στους Πελοπίδες, με την κατάρα δίνοντας κλωτσιά στο δείπνος, έτσι να πάη όλ' η γενιά και του Κλεισθένη Γι' αυτά 'ναι πούπεσε κι αυτός καθώς το βλέπεις κ' είχαν το δίκιο εγώ το φόνο του να υφάνω γιατί κι εμέ, τρίτο παιδί του αθλίου πατέρα, μ' έδιωξε, βρέφος μες στα σπάργανα, μαζί του. Μα ετράνεψα και μ' έφερε οπίσω η Δίκη· και δίχως νάμαι εμπρός το χέρι μου έχω βάλη κι όλο το σχέδιο της κακής του ύφανα μοίρας. Έτσι κι ο θάνατος γλυκύς Θα μου είταν τώρα, μια που τον είδα αυτόν μες στης Δίκης τα δίχτυα. ΧΟΡΟΣ Στις συμφορές να βρίζης, Αίγισθε, δεν πάει. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . και λες πως το μελέτησες να τον σκοτώσης και μόνος σου εσχεδίασες τον άθλιο φόνο; Δε θα γλυτώση η κάρα σου, σου λέω και ξέρε, απ' του λαού τη δίκια οργή κι από τις πέτρες. Ολόκληρη η τραγωδία |