Άπτον Σίνκλερ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Πρόκειται για την ιστορία μιας οικογένειας Λιθουανών που μεταναστεύει στο Σικάγο στις αρχές του 20ου αιώνα κυνηγώντας το αμερικανικό όνειρο. Με ρεαλιστικό τρόπο ο Σίνγκλερ περιέγραψε τις άθλιες και φριχτές συνθήκες εργασίας των ανθρώπων στα Σφαγεία του Σικάγου. Κυκλώματα εκμετάλλευσης δρουν σε κάθε τομέα της βιομηχανίας, ενώ τίποτε δεν πήγαινε χαμένο. Άρρωστα ζώα, χαλασμένα κρέατα, κόκκαλα που κονιορτοποιούνται και γίνονται λιπάσματα, απόβλητα που γίνονται τροφές πολυτελείας. Και μέσα σε όλη αυτή τη βρώμικη ατμόσφαιρα, άνδρες , γυναίκες και παιδιά προσπαθούν δουλεύοντας από το πρωί μέχρι το βράδυ με ελάχιστο φαγητό ,χωρίς ανάσα , χωρίς δικαίωμα , χωρίς έλεος να κερδίσουν ένα ευτελές μεροκάματο. Το βιβλίο συγκλόνισε την Αμερική όταν εκδόθηκε και η κυβέρνηση των ίδιο κιόλας χρόνο (1906) ψήφισε νόμο για την αγνότητα των τροφών και των φαρμάκων.

Άπτον Σίνκλερ

Η ζούγκλα

Αποσπάσματα από εκδ:
Σύγχρονη Εποχή, 1993

«Μια ολόκληρη ώρα πριν φτάσει η συντροφιά στην πόλη, είχαν προσέξει ανησυχητικές αλλαγές στην ατμόσφαιρα. Γινόταν όλο και πιο σκοτεινή, ενώ πάνω στη γη το χορτάρι φαινόταν όλο και λιγότερο πράσινο. Κάθε λεπτό, καθώς το τρένο συνέχιζε να τρέχει, τα χρώματα των πραγμάτων γίνονταν πιο μουντά. Τα χωράφια ήταν τώρα ξερά και κίτρινα, το τοπίο αποκρουστικά γυμνό. Και, μαζί με τον καπνό που πύκνωνε, άρχισαν να προσέχουν ένα άλλο χαρακτηριστικό: μια παράξενη, ερεθιστική μυρωδιά. Δεν ήταν σίγουροι πως την έβρισκαν δυσάρεστη αυτή τη μυρωδιά. Μερικοί θα μπορούσαν να την πουν αηδιαστική, αλλά το γούστο τους στις μυρωδιές δεν είχε αναπτυχθεί κι ήταν απλά σίγουροι πως την έβρισκαν περίεργη. Τώρα, καθισμένοι στο βαγόνι, καταλάβαιναν πως τραβούσαν κατά την εστία της, πως είχαν κάνει όλο το ταξίδι από τη Λιθουανία για να φτάσουν σ’ αυτήν. Δεν ήταν πια κάτι το μακρινό και αμυδρό, που το ‘νιωθες σε ριπές. Μπορούσες, όχι μόνο να το μυρίσεις, αλλά και να το γευτείς στην κυριολεξία, μπορούσες σχεδόν να το πάρεις στα χέρια σου και να το εξετάσεις με την ησυχία σου. Οι γνώμες τους μοιράστηκαν. Ήταν μια μυρωδιά στοιχειακή, ωμή κι ακατέργαστη, ήταν πλούσια, κάπως ταγκή, αισθησιακή και δυνατή. Μερικοί τη ρουφούσαν σαν να ήταν πιοτό, άλλοι έβαζαν τα μαντήλια τους στο πρόσωπό τους. Οι νέοι μετανάστες τη δοκίμαζαν ακόμη, χαμένοι μέσα στη σαστιμάρα τους, όταν ξαφνικά το τρένο σταμάτησε, η πόρτα του βαγονιού άνοιξε μ’ ένα τράνταγμα και μια φωνή φώναξε: «Σφαγεία!»»

[...]
«Σε τούτο το σπίτι, η αρχή είχε γίνει με τους Ιρλανδούς. Ύστερα, μια βοημική οικογένεια έχασε ένα παιδί της, πράγμα που δεν είναι καθόλου σίγουρο, γιατί κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι συμβαίνει με τα παιδιά που δουλεύουν στα σφαγεία. Εκείνο τον καιρό, δεν υπήρχε περιοριστικός νόμος για την ηλικία των παιδιών κι οι κονσερβάδες τα έβαζαν στη δουλειά όλα, εκτός από τα μωρά. Η οικογένεια φάνηκε να απορεί μ’ αυτό κι η γιαγιά Μαγιάουζκιενε χρειάστηκε να δώσει πάλι την εξήγηση: ήταν παράνομο να δουλεύουν παιδιά πριν κλείσουν τα δεκάξι. Τι νόημα έχει αυτό; ρώτησαν. Σκέφτονταν ν’ αφήσουν το μικρό Στανίσλοβας να δουλέψει. Εντάξει, δεν υπήρχε λόγος ν’ ανησυχούν, είπε η γιαγιά Μαγιάουζκιενε, ο νόμος δεν άλλαζε τίποτα, απλώς ανάγκαζε τον κόσμο να λέει ψέματα για την ηλικία των παιδιών του»

[...]
Ακούτε αυτά τα πράγματα ", έλεγε ο ομιλητής, και λέτε: ναι, είν' αλήθεια, αλλά έτσι ήταν πάντα. Ή λέτε: μπορεί να γίνει, αλλά όχι στον καιρό μου, δε θα με ωφελήσει. Κι έτσι, ξαναγυρνάτε στον καθημερινό σας μόχθο, γυρνάτε για να σας αλέσουν για κέρδη στον παγκόσμιο μύλο της οικονομικής δύναμης! Να δουλεύετε ώρες και ώρες για όφελος αλλωνών. Να ζείτε σ' άθλια παλιόσπιτα, να δουλεύετε σ' επικίνδυνους κι ανθυγιεινούς χώρους. Να παλεύετε με το φάσμα της πείνας και της στέρησης, ν' αντιμετωπίζετε τον κίνδυνο ατυχήματος, αρρώστιας και θανάτου. Και κάθε μέρα ο αγώνας να γίνεται πιο άγριος, ο ρυθμός πιο εξαντλητικός. Κάθε μέρα πρέπει να μοχθείτε λίγο παραπάνω και να νιώθετε το σιδερένιο χέρι της μοίρας να σας σφίγγει λίγο πιο σφιχτά. Περνάνε μήνες , ίσως και χρόνια, και τότε έρχεστε πάλι. Και πάλι εγώ είμαι εδώ για να συζητήσω μαζί σας, να μάθω αν η ανάγκη κι η φτώχεια έχουν κάνει τη δουλειά τους με σας, αν η αδικία κι η καταπίεση σας έχουν ανοίξει επιτέλους τα μάτια! Και θα περιμένω πάντα , τίποτε άλλο δεν μπορώ να κάνω.

[...]
Αν αποτύχω απόψε δεν έχω παρά να δοκιμάσω πάλι αύριο, ξέροντας ότι το λάθος είναι ασφαλώς δικό μου, ότι, αν το όραμα της ψυχής μου ακουγόταν μια φορά πάνω στη γη, αν το άγχος της ήττας του εκφραζόταν μια φορά με ανθρώπινη λαλιά, θα γκρέμιζε ακόμη και τους πιο γερούς φραγμούς της προκατάληψης, θα παρακινούσε σε δράση ακόμη και την πιο νωθρή ψυχή!

[...]
Γιατί μιλώ με τη φωνή των εκατομμυρίων που είναι άφωνοι. Αυτών που καταπιέζονται και δεν έχουν ποιον να τους δώσει κουράγιο! Με τη φωνή των απόκληρων της ζωής, που γι' αυτούς δεν υπάρχει ούτε ανάπαυλα ούτε λυτρωμός, που γι' αυτούς ο κόσμος είναι φυλακή , μπουντρούμι βασανιστηρίων, τάφος!

[...]
Με τη φωνή της ανθρωπότητας που ζητάει λυτρωμό! Της αιώνιας ψυχής του ανθρώπου που ορθώνεται από το χώμα, που γκρεμίζει τους τοίχους της φυλακής της, σκορπάει τις συμμορίες της καταπίεσης και της αμάθειας, προχωρώντας ψηλαφητά προς το φως!" " Οργανωθείτε! Οργανωθείτε!"

[...]
Οι εκλογές θα περάσουν, η έξαψη θα ξεθυμάνει κι ο κόσμος θα τις ξεχάσει. Κι αν τις ξεχάσετε κι εσείς, αν γείρετε πίσω κι επαναπαυθείτε, θα χάσουμε αυτές τις ψήφους που μαζέψαμε σήμερα κι οι εχθροί μας θα μας περιγελούν! Σε σας απόκειται να πάρετε την απόφασή σας. Τώρα , μεσ' στη μέθη της νίκης, να βρείτε αυτούς τους ανθρώπους που μας ψήφισαν και να τους οργανώσετε και να τους δέσετε μαζί μας! Δεν θα βρούμε όλους τους προεκλογικούς αγώνες μας το ίδιο εύκολους όπως αυτόν. Παντού στη χώρα , απόψε οι παλαιοκομματικοί μελετούν αυτή την ψήφο και κανονίζουν την πορεία τους ανάλογα. Και πουθενά δεν θα είναι πιο γρήγοροι και πιο πονηροί απ' όσο εδώ , στην πόλη μας. Πενήντα χιλιάδες σοσιαλιστικές ψήφοι στο Σικάγο σημαίνει δημοκρατία δημοτικής ιδιοκτησίας την άνοιξη! Και τότε θα ξεγελάσουν για μια ακόμη φορά τους ψηφοφόρους κι όλες οι δυνάμεις του πλιάτσικου και της διαφθοράς θα βρεθούν πάλι στην εξουσία!Όμως , ό,τι κι αν κάνουν όταν πάρουν την εξουσία, ένα πράγμα δε θα κάνουν κι αυτό θα είναι το πράγμα γιατο οποίο εκλέχτηκαν!