, Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ


Διονύσου πλους

Η έκτασις του αχανούς
Αιγαίου εκοιμάτο
κι έβλεπες δύο ουρανούς,
ο εις ην άνω κυανούς,
γλαυκός ο άλλος κάτω.
Αι διαλείπουσαι πνοαί
του έαρος εφύσων
αμφίβολοι και αραιαί·
μακράν δ’ εφαίνοντ’ ως σκιαί
αι κορυφαί των νήσων...
...Εις δε την πρώραν απαλώς
εις δέρματα πανθήρων
νέος κατέκειτο καλός,
εις τον βραχίον’ αμελώς
το σώμα υπεγείρων...
[…..]
Ερρόφησα ό,τι γλυκύ
της κύλικος του βίου,
σταγόνα έρωτος• αρκεί.
Τι αν ο βίος διαρκή
αιώνας μαρτυρίου;
Τι προς εμέ και οι θεοί
και η αθανασία;
Αθανασία μου συ ει.
Μακράν σου η μακρά ζωή
μακρά απελπισία.

Ο Κλέφτης

Μαύρ’ είν’ η νύκτα στα βουνά,
στους βράχους πέφτει χιόνι.
Μες στ’ άγρια, στα σκοτεινά,
στες τραχιές πέτρες, στα στενά,
ο κλέφτης ξεσπαθώνει.
Στο δεξί χέρι το γυμνό
βαστά αστροπελέκι.
Παλάτι έχει το βουνό
και σκέπασμα τον ουρανό,
κ’ ελπίδα το τουφέκι.
Φεύγουν οι τύραννοι χλωμοί
το μαύρο του μαχαίρι•
μ’ ιδρώτα βρέχει το ψωμί,
ξέρει να ζήσει με τιμή,
και να πεθάνει ξέρει.
Τον κόσμ’ ο δόλος διοικεί
κι η άδικ’ ειμαρμένη.
Τα πλούτη έχουν οι κακοί,
κι εδώ στους βράχους κατοικεί
η αρετή κρυμμένη.

Δήμος και Ελένη

Δεν είναι ούτε σύννεφο με πάχνη ποτισμένον,
ούτε Ουρί χιονόστηθη ουρανογεννημένη,
ούτ’ άγγελος με πρόσωπον ουρανοφωτισμένον•
είν’ η στολή των γυναικών, είν’ η γλυκιά Ελένη•
η φύσις ανεξάντλητος εντελειών εργάτης,
εις την πλουσίαν ήντλησε πηγήν των θησαυρών της,
κι αφού λαμπρά επροίκισε το αριστούργημά της,
την είδε και εθαύμασε το έργον των χειρών της