Βασίλης Μιχαηλίδης ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Βασίλης Μιχαηλίδης

ΕΛΛΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΗ


Βοριάς και θάλασσα,
τα δυο του κόσμου τα θηρία,
κρυφοπαλεύουν και κρυφή ύψούται τρικυμία,
πέφτει νεκρός ο Σταμπουλώφ κι' αρκουδικοί σαν πρώτα
στρέφουν στην δύσι μονομιάς οι Βούλγαροι τα νώτα,
ξαπλώνεται στο αίμα της πνιγμέν' ή 'Αρμενία,
εκ θεμελίων σύσσωμος κουνιέται η Τουρκία,
κτυπιέται μέσα και την κρυφήν αυτήν άνεμοζάλην ,
κι' ανάβει το ηφαίστειον της Μεσογείου πάλιν.
“Η Κρήτη που δεν έπαυσε ποτέ τον πόλεμο της,
η Κρήτη, που έχει ελεύθερη μητέρα στο πλευρό της
και τόσα χρόνια πολεμά να κόψη τα δεσμά της,
για να χυθεί ελεύθερη να μπή 'ς την αγκαλιά της.
Αλλά γιατί να πολεμά να θέλη ελευθερίαν ;
είναι η μεγαλύτερη sτον κόσμον αμαρτία
Γιατί ν' απλώση η μάνα της το χέρι να την πάρη;
τρέξατε γίγαντες της γης συγχρόνως μαζευθήτε,
και δέστε την ολόφωτην βαρκούλλα του Κανάρη,
να μην ανάψη όλ' η γη και όλοι να καίτε.
Τρέξατ’ εκατομμύρια σε μια μόνον δεκάδα,
και φέρτε όλον διά μιάς τον ισχυρόν σας στόλον ,
και δέστε, δέστε την μικράν, την ευτελή Ελλάδα,
μην κουνηθή και μην γεινή σεισμός στον κόσμον ;olon
Σαράντα χρόνια πολεμά η Κρήτη μοναχή της,
και η Ελλάς από μακράν διατελεί ως ξένης
και τώρα μόλις έτρεξε, κ' ετρέξετε εχθροί της;
ας μένη αφού θέλετε στην Τροίαν η Ελένη,

κι' ας μένη ατελείωτος ο Τρωϊκός ο νέος,
κι' ο “Ομηρος ανάποδην ας ψάλλη “Ιλιάδα,
να έταινή τους “Έκτωρας αντί του Αχιλλέως
κι' ας είναι δόξα εις εσάς και αισχύνη στην Ελλάδα.
Σείς που ποτέ σας της σκλαβιάς δεν νιώθετε τον πόνον,
σκλάβα την Κρήτην θέλετε και σκλάβα πάλ' ας μείνη,
αλλά, Ευρώπη άδικος, σού ενθυμίζω μόνον,
Αίγυπτον, Κύπρον, Τύνιδα, Βοσνιά κ' Ερζεγοβίνη,
Γιατί δεν έτρεξες και εκεί πούναι και ξένοι τόποι ;
“Ο τι κι' αν πής είσ' άδικος, είσ' άδικος Ευρώπη
αν αισθανθής όμως ποτέ και το μετανοήσης,
το φοβερόν κακούργημα που πράττεις αν γνωρίσης,
κι' αν σου εγγίση την ψυχήν συνείδησις ακόμη,
προσκύνα την Ακρόπολιν και ζήτησε συγγνώμη.
'Αλλ' αν δεν στέρξη η Ελλάς να πράξη ότι θελήσης
τολμάς εκείνην την μικράν Ελλάδα να κτυπήσης;
θαρρείς πως είνε μια χουφτιά Τουρκιά ’ς το Ναβαρίνον;
Να τρέμης την ομόνοιαν, Ευρώπη, των Ελλήνων.

Εις την Κρήτη

Στάσου κόρη της ημέρας,
ασυνήθιστη στο σκότος.
Όλη νύκτα θυμωμένη
δεν ησύχασες σταλιά,
εκτυπούσες τας αλύσεις
και ακούετουν ο κρότος
να, που πρόβαλε αντικρύ σου
η αυγή τριανταφυλλιά.

Κρέμμασ' τ' άρματά σου πλέον,
σφόγγισε τον ίδρωτά σου,
μισογδύσου το σεντόνι
στην αυγή ν' αντικρυσθείς.
Πλύθου πού 'σαι ματωμένη,
πλέξε τα λυτά μαλλιά σου
κ' εις την δάφνη σου από κάτω
κάθισε ν' αναπαυθείς.

Αμαζόνα σκλαβωμένη
που ζητείς ελευθερίαν,
και ακόμ' αστροπελέκια
τα δυο χέρια σου κρατούν,
έσωσες από μεγάλην
του πελάγου τρικυμίαν
τον σταυρό και την τιμήν σου
κι όλοι σε χειροκροτούν.

Τώρα πια σαν ξημερώσει,
κι όλα θά 'ναι φωτισμένα,
εις της μάνας σου θα είσαι
σαν τρελλή την αγκαλιά,
και θα της τα λες τραγούδια
όλα σου τα περασμένα,
κι από αγάπη θα σε σφίγγει,
να σε τρώγει από φιλιά.