|
Κλάιβ Στέιπλς Λιούις
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Τα χρονικά της Νάρνια είναι σειρά λογοτεχνικών βιβλίων που γράφηκαν από τον Κλάιβ Στέιπλς Λιούις στο διάστημα 1950-1956. Στην Νάρντια τα ζώα έχουν ανθρώπινη φωνή και στο «Ο ανεψιός του μάγου» δύο φίλοι, στην προσπάθεια να σώσουν μια ζωή, βρίσκονται ξαφνικά σε έναν άλλο κόσμο, όπου μία κακιά μάγισσα προσπαθεί να τους σκλαβώσει. |
|---|
Κλάιβ Στέιπλς Λιούις"Το Χρονικό της Νάρνια: Ο ανεψιός του μάγου",Μετάφραση Τζένη Μαστοράκη, ΚΕΔΡΟΣΟι πρώτες σελίδες και ένα επιλεγμένο απόσπασμα Αυτή η ιστορία μιλάει για κάτι που έγινε πολύ παλιά, τότε που οι παππούδες σας ήτανε μια σταλιά παιδάκια. Κι είναι σπουδαία ιστορία, γιατί μας λέει πώς πρωτοξεκίνησαν όλα τα πήγαιν' έλα ανάμεσα στον κόσμο μας και στη χώρα της Νάρνια. Εκείνο τον καιρό, ζούσε ακόμα ο κύριος Σέρλοκ Χολμς στην οδό Μπέηκερ, και στην οδό Λιούισαμ οι Μπάσταμπολς έψαχναν για το θησαυρό. Εκείνο τον καιρό, τ' αγόρια έπρεπε να φορούν κάθε μέρα σκλη ρό άσπρο κολάρο, κολεγιακό, και τα σχολεία ήταν κατά κανόνα πιο φριχτά απ' τα σημερινά. Πάντως, τα φαγητά ήταν πιο νόστιμα. Όσο για τα γλυκά... Καλύτερα να μη σας πω τι ωραία και τι φτηνά που ήταν, γιατί θα σας τρέξουνε τα σάλια! Εκείνο τον καιρό, λοιπόν, ζούσε στο Λονδίνο ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Πόλυ Πλάμερ. Η Πόλυ έμενε σ' ένα δρόμο, που 'χε όλα σπίτια κολλητά, στη σειρά. Μια μέρα, εκεί που έπαιζε πίσω στην αυλή της, ένα αγόρι σκαρφάλωσε διπλανό περιβόλι έβγαλε κεφάλι του πάνω απ' μάντρα. Η Πόλυ ξαφνιάστηκε, γιατί το διπλανό τους σπίτι δεν είχε παιδιά –μόνο τον κύριο Κέτερλυ και τη δεσποινίδα Κέτερλυ, δυο αδέρφια, γεροντοπαλίκαρο και γεροντοκόρη. Σήκωσε, που λέτε, τα μάτια και περιεργάστηκε καλά καλά το ξένο παιδί. Το πρόσωπό του ήτανε μες στη βρόμα. Σαν να 'χε πιάσει χώματα, κι έπειτα έκλαψε του καλού καιρού, κι έπειτα σκουπίστηκε με τα χέρια. (Η αλήθεια είναι πως κάτι τέτοιο είχε συμβεί). «Γεια σου» είπε Πόλυ. «Γεια σου» είπε και αγόρι. «Πώς σε λένε;» «Πόλυ. Εσένα;» «Ντίγκορυ». «Για φαντάσου! Πολύ αστείο όνομα». «Το δικό σου είναι πιο αστείο» είπε Ντίγκορυ, «Καλέ, μας λες!» «Είναι και παραείναι!» «Εγώ πάντως τα μούτρα μου τα πλένω» είπε Πό λυ. «Κι αν θες ξέρεις, τα δικά σου θέλουν πλύσιμο ύστερα τέτοιο και σταμάτησε απότομα. Ήθελε να πει: «Ύστερα από τέτοιο κλάμα», αλλά μετά σκέφτηκε πως δε ήταν καθόλου ευγενικό. «Ωραία, λοιπόν! Έκλαιγα! Ε, και;» είπε Ντίγκορυ, κι φωνή του δυνάμωσε να, όπως μιλάνε τα παιδιά όταν είναι τόσο στενοχωρημένα, που δεν τα νοιάζει μήπως προδοθούν πως έχουν κλάψει. «Να δούμε τι 'κανες εσύ, αν είχες περάσει όλη σου ζωή στην εξοχή, με δικό σου αλογάκι κι ένα ποτάμι στην άκρη του περιβολιού, έπειτα σε κουβαλούσαν με το ζόρι να μείνεις εδώ πέρα, σ' αυτή την απαίσια τρύπα!» «Για στάσου! Όχι και τρύπα το Λονδίνο!» είπε η Πόλυ τσαντισμένη. Μα το αγόρι είχε πάρει τέτοια φόρα, που δεν της έδωσε σημασία; « … κι αν ο μπαμπάς σου ήταν στις Ινδίες – κι έπρεπε να μένεις με τη θεία σου και τον μπάρμπα σου που είναι τρελός για δέσιμο – όχι, θα σ' άρεσε; Κι αν δε γινότανε αλλιώς, αφού φροντίζουνε τη μαμά σου – κι αν η μαμά του ήταν άρρωστη κι έτοιμοθάνατη...». Και πάνω σ' αυτό, ο Ντίγκορυ στραβομουτσούνιασε πολύ περίεργα, γιατί έτσι παθαίνει όποιος παλεύει να κρατήσει τα δάκρυά του. «Δεν το `ξερα. Να με συγχωρείς» είπε μαζεμένα η Πόλυ. Κι ύστερα, μια και δεν έβρισκε να πει τίποτα, κι ήθελε να γυρίσει την κουβέντα σε κάτι πιο ευχάρι στο, τον ρώτησε: «Στ' αλήθεια είναι τρελός για δέσιμο ο κύριος Κέτερλυ;» «Και τρελός να μην είναι, πάντως κάποιο μυστήριο υπάρχει» είπε ο Ντίγκορυ. «Κοίτα να δεις: έχει το γραφείο του στο πάνω πάτωμα, κι η Θεία Λέτυ δε με αφήνει ν' ανεβώ. Ε, λοιπόν, κάποια βρομοδουλειά υπάρχει στη μέση! Ασε το άλλο: αν κάνει πως μου λέει κουβέντα την ώρα που τρώμε (αυτός που δε μιλάει ούτε της αδερφής του!) εκείνη όλο τον αποπαίρνει: “Ανδρέα! Μην το σκοτίζεις το παιδί!” ή “Σίγουρα ο Ντίγκορν δεν έχει την όρεξή σου” ή πάλι “Αντε μπράβο, Ντίγκορυ. Τρέχα να παίξεις στον κήπο!”» «Και σαν τι θέλει να σου πει ο θείος σου;» «Μακάρι να "ξερα. Σάμπως τον αφήνει να σταυρώσει λέξη; Αμ’ το άλλο; Ένα βράδυ (χτες το βράδυ, για την ακρίβεια), περνούσα κάτω από τη σκάλα της σοφίτας για να πάω να πλαγιάσω (αλλιώτικα δε μου κάνει καρδιά ούτε το πρώτο σκαλοπάτι να ζυγώσω). Και τότε, ακούω μια δυνατή στριγκλιά!» «Λες να 'χει παντρευτεί καμιά τρελή και την κρατάει κλειδωμένη εκεί πάνω;» «Κι αυτό το σκέφτηκα». «Μπορεί να 'ναι και παραχαράκτης». «Η πειρατής, όπως στο Νησί των Θησαυρών, στην αρχή αρχή του βιβλίου, με κείνον που κρύβεται να μην τον βρουν οι παλιοί του σύντροφοι». […] ..."Την τελευταία φορά που περάσατε από δω" είπε ο Ασλάν, "αυτός ο λάκκος ήτανε λιμνούλα. Πηδήξατε μέσα και βγήκατε σ' έναν κόσμο όπου ο μισοπεθαμένος ήλιος έφεγγε στα ερείπια της Τσάρνης. Τώρα δεν έχει πια λιμνούλα. Ο κόσμος τέλειωσε, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Κι αυτό ας είναι μια προειδοποίηση για το γένος του Αδάμ και της Εύας". "Ναι, Ασλάν" είπαν και τα δυο παιδιά. Κι ο Πόλυ πρόσθεσε: "Όμως εμείς δεν είμαστε τόσο κακοί σαν τον άλλο κόσμο, ε Ασλάν;". "Όχι ακόμα, Κόρη της Εύας" απάντησε το Λιοντάρι. "Όχι ακόμα. Μα όσο πάτε, όλο και του μοιάζετε. Πού ξέρεις; Ίσως κάποιος κακός, απ' το δικό σας γένος, βρει κανένα μυστικό σαν τη Μοιραία Λέξη και το χρησιμοποιήσει για να καταστρέψει τα πάντα. Και σύντομα, πολύ σύντομα, προτου γεράσετε, τα μεγάλα έθνη του κόσμου θα κυβερνιούνται από τυράννους, που δε θα νοιάζονται πια για τη χαρά, τη δικαιοσύνη και τη συμπόνια, όπως δε νοιαζόταν η αυτοκράτειρα Τζάντις. Πέστε στον κόσμο σας να προσέχει. Αυτή είναι η προειδοποίηση. Και τώρα η διαταγή: με την πρώτη ευκαιρία, να πάρεις απ' το θείο σου τα μαγικά δαχτυλίδια και να τα θάψεις, για να μην τα βρει ποτέ κανένας άλλος". |