Έρνεστ Χέμινγουεϊ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Στη νουβέλα πρωταγωνιστεί ένας γέρος μοναχικός ψαράς, ο Σαντιάγκο ο οποίος επί 84 ημέρες δεν έχει πιάσει κανένα ψάρι κι αποφασίζει να ξανοιχτεί στο πέλαγος στοχεύοντας να πιάσει ένα μεγάλο ψάρι. Πράγματι, κάποια στιγμή, στην πετονιά του πιάνεται ένα πολύ μεγάλο ψάρι, που ζυγίζει ίσα με έναν τόνο. Ο Σαντιάγκο για 3 ημέρες συμπλέει με το μεγάλο ψάρι το οποίο σέρνει μαζί του το μικρό βαρκάκι στο πέλαγος, μέχρι που κατορθώνει να το σκοτώσει. Ωστόσο, δε θα χαρεί τη νίκη του για πολύ, καθώς το αίμα προσελκύει καρχαρίες, που επιτίθενται πρώτα ένας-ένας, αργότερα ολόκληρο κοπάδι. Ο Σαντιάγκο αμύνεται όπως μπορεί όμως ο αγώνας είναι άνισος.

Έρνεστ Χέμινγουεϊ

Ο ΓΕΡΟΣ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ

αποσπάσματα

«Ύστερα άρχισε να συμπονάει το μεγάλο ψάρι που πήγε και αγκιστρώθηκε. Είναι σπουδαίο και παράξενο, και ποιος ξέρει πόσο χρονών να είναι, σκεφτόταν. Ποτέ δεν ξανάπιασε τόσο γερό ψάρι και με τόσες παραξενιές. Φαίνεται θα είναι πολύ έξυπνο για να πηδήξει. Θα με βούλιαζε με ένα πήδημα ή με ένα άγριο βούτηγμα. Μπορεί όμως να έχει αγκιστρωθεί πολλές φορές μέχρι τώρα και ξέρει πώς πρέπει να αντιστέκεται. Πού να ξέρει πως έχει να κάνει με έναν άνθρωπο και μάλιστα γέρο. Όμως τι ψάρι είναι αυτό και τι λεφτά θα πιάσει στην αγορά άμα έχει καλό κρέας. Άρπαξε το δόλωμα σαν αρσενικό, και το σέρνει σαν αρσενικό και το πάλεμα του είναι άφοβο. Αναρωτιέμαι αν έχει τάχα κάνα σχέδιο στο νου του, ή είναι απελπισμένο, όπως και ‘γω.

Θυμόταν τον καιρό, που από ένα ζευγάρι ξιφίες, είχε πιαστεί στο αγκίστρι το θηλυκό γιατί το αρσενικό ψάρι αφήνει πάντα να φάει πρώτα το θηλυκό. Και θυμότανε ότι το αγκιστρωμένο ψάρι, το θηλυκό, είχε δώσει μιαν άγρια, πανικόβλητη και απελπισμένη μάχη που γρήγορα το εξάντλησε και το αρσενικό όλη την ώρα στάθηκε μαζί του, γυροφέρνοντας την πετονιά, πλάι του, στην επιφάνεια. Ζύγωνε τόσο κοντά που ο γέρος φοβότανε μήπως του κόψει την πετονιά με την ουρά του, ίδια δρεπάνι κοφτερή και ίδια στο μάκρος και στο σουλούπι.

Όταν ο γέρος καμάκωσε το ψάρι και το κράταγε από τη σουβλερή μύτη και το χτύπαγε στο κεφάλι με ένα ξύλο μέχρι που το χρώμα του άλλαξε και έγινε ίδιο με την ανάποδη του καθρέφτη και με τη βοήθεια του παιδιού το ανέβασε επάνω, το αρσενικό δεν το κούνησε από το πλάι της βάρκας. Κι ύστερα, ενώ καθάριζε τις πετονιές κι ετοίμαζε το γάντζο, το αρσενικό έδωσε ένα σάλτο έξω από το νερό, στην μπάντα της βάρκας, για να δει πού ήτανε το ταίρι του, και μετά, έφυγε στα βαθιά με ανοιγμένα τα φτερά του στήθους του, δείχνοντας τις φαρδιές, βιολετιές λουρίδες του.

Ήταν όμορφο, θυμόταν ο γέρος, και ήταν και μπεσαλίδικο. Αυτό είναι το πιο θλιβερό πράγμα που είδα ποτέ στους ξιφίες, συλλογίστηκε ο γέρος. Και το παιδί το πόνεσε πολύ, του ζητήσαμε να μας συγχωρέσει και το ξεκοιλιάσαμε στα γρήγορα». (σ. 37)

[...]

«Πώς αισθάνεσαι ψάρι; Το ρώτησε δυνατά. Εγώ νιώθω καλύτερα και το αριστερό μου χέρι είναι καλύτερα και έχω φαί για ένα μερόνυχτο. Σέρνεται η βάρκα ψάρι. Σκοτείνιασε, το Σεπτέμβρη πέφτει γρήγορα η νύχτα μετά το ηλιοβασίλεμα. Ο γέρος ξαπλώθηκε πάνω στα φαγωμένα σανίδια της πλώρης και ξεκουράστηκε όσο μπόραγε καλύτερα. Τα πρώτα αστέρια φανήκανε. Ήξερε πως σε λίγο θα φαινόντουσαν όλα και θα είχε για παρέα όλους τους μακρινούς φίλους του. - Και το ψάρι είναι φίλος μου, είπε φωναχτά. Ποτέ μου δεν είδα μήτε άκουσα για τέτοιο ψάρι και όμως πρέπει να το σκοτώσω. Είμαι ευχαριστημένος που δεν είμαστε υποχρεωμένοι να σκοτώνουμε τα αστέρια.

Για φαντάσου αν ένας άνθρωπος ήταν αναγκασμένος να πασχίζει κάθε μέρα να σκοτώσει το φεγγάρι. Το φεγγάρι όλο τρέχει. Μα φαντάσου αν ένας άνθρωπος πάσχιζε κάθε μέρα να σκοτώσει τον ήλιο! Γεννηθήκαμε τυχεροί, συλλογίστηκε. Λυπόταν το μεγάλο ψάρι, που δεν είχε τίποτε να φάει, και η απόφαση του να το σκοτώσει καθόλου δεν λιγόστεψε τη λύπη του για εκείνο. Πόσοι άνθρωποι θα φάνε από αυτό, σκέφτηκε. Το αξίζουν όμως να φάνε τέτοιο ψάρι; Όχι, και βέβαια όχι. Δεν υπάρχει κανένας που να αξίζει να φάει τέτοιο ψάρι, με τέτοια συμπεριφορά και τόση αξιοπρέπεια.

Εγώ δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πράγματα, συλλογίστηκε. Πάλι καλά που δεν είμαστε αναγκασμένοι να σκοτώνουμε τον ήλιο ή το φεγγάρι ή τα αστέρια. Φτάνει που ζούμε στη θάλασσα και σκοτώνουμε τα αληθινά μας αδέρφια». (σ. 58-59)

[...]

- Ψάρι είπε γλυκά και δυνατά. Θα κάτσω κοντά σου μέχρι να πεθάνω. Υποθέτω, πως κι αυτό θα κάτσει μαζί μου, σκέφτηκε ο γέρος, και περίμενε ίσαμε να χαράξει. Έκανε ψύχρα τούτη την ώρα, πριν το χάραμα, και μαζεύτηκε απάνω στο ξύλο για να ζεσταθεί. Μπορώ να το τραβήξω μέχρι κει που θ’ αντέξει κι αυτό, συλλογίστηκε.
Με τη χαραυγή η πετονιά ήταν απλωμένη και πήγαινε βαθιά στο νερό. Η βάρκα έπλεε σταθερά, και μόλις ο ήλιος έσκασε, έστειλε την πρώτη αχτίδα του πάνω στο δεξί ώμο του γέρου.
Όταν ο ήλιος ξεπρόβαλε ολόκληρος, ο γέρος κατάλαβε πως το ψάρι δεν ήταν κουρασμένο. Μονάχα ένα σημάδι του ’δινε κουράγιο. Η κλίση της πετονιάς έδειχνε ότι κολυμπούσε σε μικρότερο βάθος. Μα αυτό φυσικά δεν πήγαινε να πει ότι αναγκαστικά θα πήδαγε. Όμως δεν ήταν και απίθανο.
- Ας πηδήξει Θεέ μου, είπε ο γέρος. Έχω μπόλικο σκοινί για να τα βγάλω πέρα. Άμα τεζάρω λίγο το σκοινί λίγο ακόμα, μπορεί να πονέσει και να πηδήξει συλλογιότανε.

Έρνεστ Χεμινγουαίη, Ο γέρος και η θάλασσα, μετάφραση Γεωργία Αλεξίου, επίλογος Earl Rovit. Αθήνα: Ζαχαρόπουλος, 1999.