Ναθάνιελ Χόθορν ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Ναθάνιελ Χόθορν

ΤΟ ΑΛΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Η πόρτα της φυλακής

'Ένα πλήθος από γενειοφόρους άνδρες, με ρούχα σε χρώματα μουντά και γκρίζα κωνικό καπέλα, κι από γυναίκες, άλλες με σκεπασμένα τα κεφάλια και άλλες με ξέσκεπα, είχε συγκεντρωθεί μπροστά από ένα ξύλινο οίκημα, που η βαριά του πόρτα ήταν φτιαγμένη από δρύινα μαδέρια, διακοσμημένα με χοντρό σιδερένια καρφιά. Οι ιδρυτές κάθε νέας αποικίας, όποια ουτοπία ανθρώπινης αρετής και ευτυχίας μπορεί αρχικό να προβάλουν, ανέκαθεν αναγνώριζαν ως μία απ' τις πρώτες πρακτικές ανάγκες τους το να διαθέσουν ένα κομμάτι από την παρθένα γη για κοιμητήριο και να ορίσουν ένα άλλο ως τόπο για τη φυλακή. Σύμφωνα με αυτό τον κανόνα, μπορεί κανείς να συμπεράνει με ασφάλεια ότι οι προπάτορες της Βοστόνης πρέπει να έχτισαν την πρώτη φυλακή κόπου κοντό στο Κόρνχιλ, την ίδια εποχή που χάραζαν και το πρώτο νεκροταφείο στη γη του lσαάκ Τζόνσον και γύρω από τον τάφο του, ο οποίος αποτέλεσε τον πυρήνα για όλα τα μνήματα που συγκεντρώθηκαν αργότερα στο παλιό προαύλιο του βασιλικού Ναού. Είναι βέβαιο ότι , γύρω στα δεκαπέντε με είκοσι χρόνια μετά την ίδρυση της πόλης, η ξύλινη φυλακή είχε ήδη επάνω της έντονα τα σημάδια του καιρού και του χρόνου, που έδιναν στη βλοσυρή και θλιβερή της πρόσοψη ακόμα πιο σκοτεινή όψη. Η σκουριά στη βαριά σιδεροδεσιά της δρύινης πύλης έμοιαζε αρχαιότερη απ' οτιδήποτε άλλο στον Νέο Κόσμο. Όπως καθετί που σχετίζεται με το έγκλημα, έμοιαζε να μην έχει γνωρίσει ποτέ τη νεότητα. Μπροστά σ' αυτό το άσχημο οικοδόμημα κι ανάμεσα στην πρόσοψή του και στον καρόδρομο υπήρχε μια χορταριασμένη ανοιχτωσιά, πνιγμένη στις τσουκνίδες, στα βρομόχορτα, στα αγκαθολάπατα και σε τέτοιας λογής απωθητικά φυτά, που προφανώς είχαν βρει κάτι να τους ταιριάζει σ' εκείνο το χώμα που τόσο πρώιμα είχε γεννήσει τον μαύρο ανθό της πολιτισμένης κοινωνίας, μια φυλακή. Όμως, στη μια πλευρά της εισόδου και ριζωμένη σχεδόν στο κατώφλι ήταν μια αγριοτριανταφυλλιά, φορτωμένη εκείνον το μήνα lούνιο με τα ντελικάτα μπουμπούκια της, που θα μπορούσε κανείς να τα φανταστεί να προσφέρουν την ευωδιά και την εύθραυστη ομορφιά τους στον φυλακισμένο, όταν έμπαινε, και στον καταδικασμένο εγκληματία, όταν πήγαινε να συναντήσει τη μοίρα του, σαν ένδειξη ότι η μεγάλη καρδιά της φύσης μπορούσε να τον συμπονέσει και να του δείξει καλοσύνη. Αυτή η τριανταφυλλιά, από μια παράξενη τύχη, έχει επιζήσει στο πέρασμα της ιστορίας όμως, το αν είχε απλώς επιβιώσει μέσα στην ξεραΐλα της παλιάς χέρσας γης, πολύ καιρό αφότου έπεσαν τα γιγάντια πεύκα και οι βελανιδιές που κάποτε τη σκίαζαν -ή αν, όπως θέλουν να πιστεύουμε πολύ αξιόπιστες πηγές, είχε βλαστήσει από τα βήματα της αγίας Άννας Χάτσινσον, όταν περνούσε την πόρτα της φυλακής-, δεν θα αναλάβουμε εμείς να το διευκρινίσουμε. Μιας και τη συναντάμε όμως πάνω ακριβώς στο κατώφλι της διήγησής μας, που είναι έτοιμη να ξεπροβάλει από τη δυσοίωνη αυτή πύλη, δεν μπορούμε παρά να κόψουμε ένα από τα λουλούδια της και να το χαρίσουμε στον αναγνώστη. Ίσως μας χρησιμέψει, ας ελπίσουμε, για να συμβολίσει ένα γλυκό άνθος ηθικής το οποίο μπορεί να συναντήσουμε στην πορεία, ή για να απαλύνει τη σκοτεινή κατάληξη μιας ιστορίας ανθρώπινης αδυναμίας και θλίψης.

[…] «Μα τι καθόμαστε και λέμε για σημάδια και για στάμπες, στο μπούστο ή στο κούτελο;» έβαλε τις φωνές άλλη μια γυναίκα, η ασχημότερη αλλά κι η πιο ανελέητη απ' αυτούς τους πέντε αυτόκλητους δικαστές. «Αυτή η γυναίκα μας ντρόπιασε και θα 'πρεπε να πεθάνει. Μήπως δεν υπάρχει νόμος γι' αυτό; Και βέβαια υπάρχει, και στις Γραφές και στον Κώδικα. Και οι δικαστές που τον αχρήστεψαν, ας συγχαρούν τον εαυτό τους όταν θα ξεστρατίσουν οι γυναίκες και οι θυγατέρες τους!»

«Έλεος, κυρά μου» φώναξε ένας άντρας από το πλήθος «δεν έχει η γυναίκα καμιά άλλη αρετή πέρα από κείνη που γεννάει ο φόβος της κρεμάλας; Πολύ σκληρό τα λόγια σου! Σωπάστε τώρα, καλέ, κυράδες! Γυρίζει το κλειδί στην πόρτα τη, φυλακής, και να τη, βγαίνει αυτοπροσώπως η δέσποινα Πριν».

Καθώς η πόρτα της φυλακής άνοιξε απότομα από μέσα, αυτός που πρωτοφάνηκε, σαν μαύρος ίσκιος που αναδύεται μέσα στο φως του ήλιου, ήταν ο εκκλησιαστικός αστυνόμος, αγριωπός και τρομερός στην όψη, με το σπαθί του στο πλευρό και με το υπηρεσιακό ραβδί στο χέρΙ. Αυτό το πρόσωπο απεικόνιζε και εκπροσωπούσε με το παρουσιαστικό του όλη την καταθλιπτική αυστηρότητα του πουριτανικού νομικού κώδικα, που η δουλειά του ήταν να επιβάλλει, φροντίζοντας για την τελική και απόλυτη εφαρμογή του στον παραβάτη. Τεντώνοντας μπροστά τη ράβδο με το αριστερό του χέρι, έφερε το δεξί του στον ώμο μιας νεαρής γυναίκας, την οποία έσπρωξε έτσι προς τα εμπρός μέχρι που, στο κατώφλι της πόρτας της φυλακής, εκείνη τον απώθησε με μια κίνηση όλο φυσική αξιοπρέπεια και σθένος ψυχής και βγήκε έξω στον κόσμο φανερά, σαν με δική της θέληση. Κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά της, ένα βρέφος τριών μηνών περίπου, που ανοιγόκλεισε τα μάτια και απέστρεψε το προσωπάκι του από το υπερβολικά έντονο φως της μέρας αφού, ως εκείνη τη στιγμή, η ύπαρξή του το είχε εξοικειώσει μόνο με το θαμπό μισόφωτο μέσα σε κάποιο μπουντρούμι ή άλλο σκοτεινό δωμάτιο της φυλακής.



Όταν η νεαρή γυναίκα -η μητέρα αυτού του παιδιού-εκτέθηκε απόλυτα μπροστά στο πλήθος, φάνηκε πως η πρώτη της αυθόρμητη κίνηση ήταν να σφίξει το βρέφος πάνω στον κόρφο της όχι τόσο από μια παρόρμηση μητρικής στοργής, όσο μήπως και κρύψει μ' αυτό τον τρόπο ένα σύμβολο που ήταν κεντημένο, ή στερεωμένο, πάνω στο φουστάνι της. Την ίδια στιγμή όμως, κρίνοντας σοφό ότι ένα σύμβολο ντροπής ελάχιστα θα χρησίμευε στο να καλύψει κάποιο άλλο, κρότησε το μωρό στο μπράτσο της και, κοκκινίζοντας σαν παπαρούνα, αλλά και μ' ένα αγέρωχο χαμόγελο και βλέμμα που δεν έδειχνε να πτοείται από τίποτα, κοίταξε γύρω τους συμπολίτες και τους γείτονές της.

[…]

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ

Αλλά για την Έστερ Πριν υπήρχε μια ζωή πιο αληθινή εδώ στη Νέα Αγγλία απ' ότι σ' εκείνη την άγνωστη χώρα όπου η Περλ είχε βρει μια πατρίδα. Εδώ ήταν ο τόπος της αμαρτίας της εδώ και της λύπης της κι εδώ θα ήταν και της μετάνοιάς της. Είχε γυρίσει λοιπόν και είχε ξαναφορέσει -με τη δική της ελεύθερη θέληση, γιατί ούτε ο πιο άτεγκτος δικαστής εκείνης της σιδηράς εποχής δεν θα μπορούσε να της το επιβάλει- το σύμβολο για το οποίο σας διηγηθήκαμε μια τόσο σκοτεινή ιστορία.

Ποτέ πια στο εξής δεν έλειψε απ' τον κόρφο της. Αλλά, στη διάρκεια των κοπιαστικών, στοχαστικών χρόνων που η Έστερ πέρασε κλεισμένη στον εαυτό της, και που ήταν όλη η υπόλοιπη ζωή της, το άλικο γράμμα έπαψε να αποτελεί το στίγμα που προκαλούσε την περιφρόνηση και την κακεντρέχεια του κόσμου κι έγινε σύμβολο κάποιου πράγματος για το οποίο θα όφειλε κανείς να λυπάται και να το κοιτάζει με δέος, αλλά και σεβασμό μαζί. Και, καθώς η Έστερ Πριν δεν είχε ιδιοτελείς σκοπούς ούτε και ζούσε με μέτρο το δικό της συμφέρον και την απόλαυση, ο κόσμος ερχόταν να της φορτώσει όλα τα βάσανά του και τα μπερδέματα και αποζητούσε τη συμβουλή της, γιατί ήταν μια γυναίκα που είχε περάσει η ίδια μια μεγάλη στενοχώρια στη ζωή της. Οι γυναίκες ιδιαίτερα -με τις συνεχώς επαναλαμβανόμενες δοκιμασίες του πληγωμένου, χαραμισμένου, παραστρατημένου, ή λαθεμένου και αμαρτωλού πάθους τους, ή με το φοβερό φορτίο μιας καρδιάς που δεν δόθηκε σε κανέναν, γιατί κανένας δεν την εκτίμησε και δεν την αποζήτησε- έρχονταν στο σπιτάκι της Έστερ ρωτώντας να μάθουν γιατί ήταν τόσο δυστυχισμένες και ποιο ήταν το φάρμακο! Η Έστερ τις παρηγορούσε και τις συμβούλευε, όσο καλύτερα μπορούσε. Τις διαβεβαίωνε, επίσης, για την ακλόνητη πεποίθησή της ότι σε μια εποχή πιο φωτεινή όπου ο κόσμος, όταν θα ερχόταν η ώρα του Θεού, θα ήταν ώριμος γι' αυτό, μια καινούργια αλήθεια θα φανερωνόταν για να θεμελιώσει ολόκληρη τη σχέση ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα σε ένα πιο στέρεο έδαφος αμοιβαίας ευτυχίας.

Παλιότερα στη ζωή της, η Έστερ είχε φανταστεί ματαιόδοξα ότι αυτή η ίδια μπορεί να ήταν η προορισμένη από τη μοίρα προφήτισσα, αλλά εδώ και καιρό είχε καταλάβει ότι ήταν αδύνατον μια οποιαδήποτε αποστολή θείας και μυστηριακής αλήθειας να ανατεθεί σε μια γυναίκα κηλιδωμένη από την αμαρτία, γονατισμένη απ' την ντροπή, ή έστω φορτωμένη με το βάρος μιας ισόβιας θλίψης. Άγγελος και απόστολος της επερχόμενης αποκάλυψης θα πρέπει πράγματι να είναι μια γυναίκα, αλλά στητή και αγέρωχη, αγνή και όμορφη' και σοφή επιπλέον, όχι μέσα από μαύρη συμφορά, αλλά μέσα από χαρά αιθέρια' μια γυναίκα που να δείχνει, με την ακλόνητη απόδειξη μιας ζωής που έχει πετύχει το σκοπό της, το πώς η ιερή αγάπη πρέπει να μας κάνει ευτυχισμένους! Αυτό έλεγε η Έστερ Πριν και χαμήλωνε το θλιμμένο βλέμμα της προς το άλικο γράμμα.

Και ύστερα από πολλά, πολλά χρόνια, ένας καινούργιος τάφος σκάφτηκε, κοντά σ' έναν παλιό και βουλιαγμένο, σ' εκείνο το κοιμητήρι όπου δίπλα του έχει χτιστεί έκτοτε ο Βασιλικός Ναός. Ήταν κοντά σ' εκείνον τον παλιό και βουλιαγμένο τάφο, αλλά με μια απόσταση ανάμεσά τους, σαν να μην είχε το δικαίωμα η σκόνη των δυο αιώνια κοιμισμένων να σμίξει ποτέ. Ωστόσο, μια ταφόπετρα ήταν κοινή και για τους δυο. Παντού τριγύρω υπήρχαν μνήματα με χαραγμένα οικόσημα• αλλά πάνω σ' αυτή την απλή πλάκα από σχιστόλιθο -όπως μπορεί ακόμη να διακρίνει ο περίεργος ερευνητής και να αναρωτηθεί αμήχανος για το νόημά του- υπήρχε το ομοίωμα ενός σκαλισμένου θυρεού. Είχε ένα έμβλημα, έναν εραλδικό σχηματισμό που αν μεταγραφεί σε λέξεις ίσως μας χρησιμέψει ως απόφθεγμα και ως σύvτoμη περιγραφή της ιστορίας μας, που έχει φτάσει πια στο τέλος της τόσο βαρύ είναι, και το απαλύνει μόνο μια κουκκίδα φως που πάvτα λάμπει, πιο σκοτεινό κι απ' τη σκιά:

«Σ' ΕΝΑ ΠΕΔΙΟ ΜΑΥΡΟ, ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ Α ΕΙΝΑΙ ΚΟΚΚΙΝΟ».