|
Τρούμαν Καπότε ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
|---|
Τρούμαν Καπότε
μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδηςεπιμέλεια: Κωστής Αρβανίτης Εκδόσεις Πατάκη, 2004 (Απόσπασμα) «Θα ήθελα να είμαι ακόμα ο εαυτός μου όταν θα ξυπνήσω ένα πρωί και θα πιω τον πρωινό μου καφέ έξω απ’ το Τίφφανυς. Δεν έχει ποτό», είπε βλέποντάς με να μην κρατάω τίποτα. «Ράστυ! Φέρε, παρακαλώ, στον φίλο μου ένα ποτό». Χάιδευε πάντα το γάτο. «Καημένε αλήτη», είπε, χώνοντας τα δάχτυλά της στο σβέρκο του, «δεν έχει όνομα και αυτό δεν είναι καθόλου βολικό. Δεν έχω όμως δικαίωμα να του δώσω εγώ όνομα. Πρέπει να περιμένει μέχρι να ανήκει σε κάποιον. Γνωριστήκαμε τυχαία στον ποτάμι, δεν ανήκουμε ο ένας στον άλλο: Eίναι ανεξάρτητος, όπως κι εγώ. Δε θέλω να έχω τίποτα στην κατοχή μου, μέχρι να ξέρω ότι βρήκα το μέρος όπου ανήκουμε εγώ και τα υπάρχοντά μου. Δεν ξέρω πού βρίσκεται αυτό. Ξέρω όμως πώς είναι.». Χαμογέλασε κι άφησε το γάτο να πηδήσει στο πάτωμα.«Είναι σαν το «Τίφφανυς». Όχι πως δίνω δεκάρα για τα κοσμήματα. Διαμάντια, ναι. Είναι όμως κακογουστιά να φοράς διαμάντια πριν από τα σαράντα σου. Κι επικίνδυνο. Δείχνουν σωστά μόνο στις πραγματικά ηλικιωμένες γυναίκες. Στη Μαρία Ουσπένσκαγια, για παράδειγμα. Ρυτίδες, κόκαλα, λευκά μαλλιά και διαμάντια – ανυπομονώ φοβερά. Δεν είναι πάντως αυτός ο λόγος που τρελαίνομαι για το «Τίφφανυς». Άκου. Ξέρεις τις μέρες που τα’χεις βάψει όλα κόκκινα;» «Εννοείς μαύρα;» «Όχι», έκανε σιγανά. «Τα βάφεις μαύρα επειδή χόντρυνες ή επειδή βρέχει συνέχεια. Σε πιάνει μελαγχολία, αυτό είναι όλο. Όταν τα βλέπεις κόκκινα, σημαίνει ότι τα πράγματα έχουν ζορίσει για τα καλά. Φοβάσαι και ιδρώνεις ολόκληρος, αλλά την ίδια στιγμή δεν ξέρεις τι είναι αυτό που φοβάσε. Μόνο ότι κάτι πολύ κακό πρόκειται να σου συμβεί, χωρίς να ξέρεις τι είναι. Σου’ χει τύχει ποτέ;» «Συχνά. Μερικοί το λένε Angst», υπαρξιακό άγχος».«Έστω, Angst. Kαι τι κάνεις για να το αντιμετωπίσεις;» «Ένα ποτηράκι βοηθάει καμιά φορά». «Το δοκίμασα. Όπως και την ασπιρίνη. Ο Ράστυ λέει να δοκιμάσω και τη μαριχουάνα. Το επιχείρησα για λίγο και το μόνο που μου φέρνει είναι νευρικό γέλιο. Αυτό που βρήκα ότι μου κάνει το μεγαλύτερο καλό είναι να μπω σ’ ένα ταξί και να πάω στο «Τίφφανυς». Με ηρεμεί αμέσως. Τίποτα κακό δεν είναι δυνατό να σου συμβεί εκεί, ανάμεσα σ’ αυτούς τους ευγενικούς κυρίους με τα όμορφα κοστούμια και την υπέροχη μυρωδιά του ασημιού και του δέρματος από κροκόδειλο. Αν έβρισκα ένα μέρος που στην κανονική ζωή θα με έκανε να αισθάνομαι όπως στο «Τίφφανυς», τότε θα αγόραζα μερικά έπιπλα και θα έβγαζα όνομα στο γάτο μου.» |