|
Καλντερόν ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Το έργο ξεκινάει με μια άγνωστη κοπέλα μεταμφιεσμένη σε άντρα, η οποία φτάνει στην Πολωνία κι ανακαλύπτει έναν φυλακισμένο πρίγκιπα, τον διάδοχο του θρόνου της Πολωνίας. Μέσα σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από διαπλοκή, ψέματα και υποκρισίες, οι δυο τους θα αναζητήσουν τον πραγματικό τους εαυτό, έξω από τις συμβάσεις της εποχής. |
|---|
Καλντερόν
ΑποσπάσματαΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ Στα βουνά της Πολωνίας. Ψηλά από μια βουνοπλαγιά, εμφανίζεται η ΡοζΑΟΥΡΑ, ντυμένη ανδρικά, και κατεβαίνει προς τα κάτω λέγοντας τους πρώτους στίχους. ΡΟΖΑΟΥΡΑ Άλογο ον, που βάλθηκες να φτάσεις τον άνεμο και να τον ξεπεράσεις, πουλί άφτερο, Πήγασε πεισματάρη, άφλογε κεραυνέ, χερσόβιο ψάρι, κτήνος, αφύσικο της φύσης πλάσμα, που μ' έφερες; Μπροστά σ' αυτό το χάσμα, σ' ένα λαβύρινθο γυμνά λιθάρια με παρατάς και σπας τα χαλινάρια; Εσύ μείνε εδώ πάνω, όπου τ' αγρίμια του Φαέθοντα προσμένουν τα συντρίμμια. Εγώ, που δεν μου μένει παρά ο δρόμος που χάραξε του πεπρωμένου ο νόμος, τυφλή κι απελπισμένη, κατεβαίνω στη ρίζα του βουνού, που "χει ορθωμένο το ανάστημα με θράσος προς τον ήλιο και μ' οδηγεί στου σκότους το βασίλειο. Αχ, Πολωνία, σκληρή η υποδοχή σου, στον ξένο που μόλις έχει μπει στη γη σου: το πόδι του ματώνει όπου πατάει: με πόνους έρχεται, σε πόνους πάει. Μα η τύχη μου ειν' γραμμένη εδώ και χρόνια, πώς να βρει ένας δύσμοιρος συμπόνια; Μπαίνει ο ΚΛΑΡΙΝ, κωμικός. ΚΛΑΡΙΝ Δυο δύσμοιροι να λες! Κι όχι ν' αρχίζεις τις κλάψες και να μη με υπολογίζεις! Γιατί αν αποξαρχής ήμασταν δύο που είπαμε στην πατρίδα μας αντίο, αν μπήκαμε κι οι δυο σε περιπέτειες, μπελάδες, τρέλες και λαχτάρες τέτοιες, κι αν φτάσαμε κι οι δυο μαζί ή κάτω, κουτρουβαλώντας στου βουνού τον πάτο, βρίσκεις σωστό σ' όλα να μ' έχεις μπλέξει και να μη λες για μένα ούτε μια λέξης POZAOYPA Προτίμησα να μη σε υπολογίσω στους θρήνους μου, Κλαρίν, μη σου στερήσω την ευχαρίστηση που θα γευτείς αν κάτσεις μοναχός σου να κλαφτείς. Γιατί το κλάμα τόσο ανακουφίζει, που λέει ένας φιλόσοφος: «Αξίζει πόνους και βάσανα να αναζητήσεις, για να ευχαριστηθείς να τα θρηνήσεις. ΚΛΑΡΙΝ Tέτοιες βλακείες, φιλοσοφίες τάχα, τις λέει φιλόσοφος μπεκρής μονάχα. Κα να τρωγε χίλια χαστούκια, λέει, να δεις πώς θα χαιρόταν να κλαίει! Όμως, μ' εμάς, κυρά μου, τι θα γίνει σ' αυτή την ερημιά που έχουμε μείνει, πεζοί, χαμένοι μες στην άγρια φύση, τώρα που ο ήλιος πάει πια να δύσει; ΡΟΖΑΟΥΡΑ Τέτοιο τοπίο παράξενο, αμφιβάλλω αν είδε άλλος κανείς. Αλλά αν δεν σφάλλω, αν δεν με περιπαίζει η φαντασία και δεν είναι μονάχα μια οπτασία, στο φως το αχνό του δειλινού, στο βάθος, βλέπω ένα κτίριο. ΚΛΑΡΙΝ Ναι, δεν κάνεις λάθος, εκτός κι αν βλέπω οράματα από την πείνα, POZAOYPA Χωμένος πίσω από τα βράχια εκείνα, είναι ένας πύργος, τόσο χαμηλός, που ο ήλιος τον περιφρονεί εντελώς. Κι είναι τόσο άτεχνη η κατασκευή του και τόσο αδρή η αρχιτεκτονική του, που, στον γκρεμού τα πόδια όπως κουρνιάζει , και μες στις πέτρες, θα λεγες πως μοιάζει βράχος που αρνήθηκε του ήλιου τα χάδια κι έχει κατρακυλήσει στα σκοτάδια. (Ο μονόλογος του Σιγισμούνδου στο τέλος της β’ πράξης) ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ Σωστά· λοιπόν, η λύσσα αυτή ας κοπάσει κι η ματαιοδοξία μας η μεγάλη, γιατί μπορεί να ονειρευτούμε πάλι· κι αλήθεια, στην παράξενη αυτή πλάση, μόνο όνειρο είναι η ζωή. Κι η πείρα μού έδειξε πως ζούμε στ’ όνειρό μας ό,τι πιστεύουμε για τον εαυτό μας, ώσπου ν’ αφυπνιστούμε από τη μοίρα. Σ’ όνειρο ο βασιλιάς έχει την πλάνη ότι διατάζει, ορίζει, βασιλεύει, αλλά οι ιαχές, τα ζήτω που μαζεύει, δανεικά είναι· ο θάνατος τα κάνει στάχτες και τα σκορπίζει στον αέρα. Ποιος θα ‘θελε άραγε να κυβερνήσει ξέροντας ότι πρέπει να ξυπνήσει σ’ ένα όνειρο θανάτου κάποια μέρα; Όνειρο βλέπει ο πλούσιος πως φυλάει με κόπο τόσα πλούτη· όνειρο πάλι βλέπει ο φτωχός τη φτώχεια τη μεγάλη όνειρο αυτός που η τύχη του γελάει, κι αυτός που με τις προσβολές χορταίνει το μίσος του, κι αυτός που δάφνες δρέπει, τι είν’ ο καθένας, σ’ όνειρο το βλέπει, αλλά κανείς δεν το καταλαβαίνει. Κι εγώ, το ότι ήμουν χθες σ’ ένα παλάτι, όνειρο το ‘δα· κι όνειρο είναι πάλι πως στο κελί δεμένο μ’ έχουν βάλει. Τι είν’ η ζωή; Ένα ψέμα, μια αυταπάτη, μια χίμαιρα, μια σκιά. Στιγμή στου απείρου το χάος είν’ ό,τι φαίνεται μεγάλο. Γιατί η ζωή είν’ ένα όνειρο, τι άλλο! Και τα όνειρα, είναι όνειρο του ονείρου. |