,
|
ΣΑΜΟΥΕΛ ΜΠΕΚΕΤ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Δύο κουρασμένοι και βαριεστημένοι αλήτες περιμένουν τον Γκοντό, ο οποίος αναφέρεται συνεχώς, αλλά ποτέ δεν εμφανίζεται. Ο Ντιντί και ο Γκογκό αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στο να κρεμαστούν από ένα δέντρο ή να συνεχίσουν να περιμένουν τον Γκοντό (το σύμβολο μιας ανώτερης δύναμης), εκφράζοντας την φιλοσοφική θεωρία του Παραλόγου (absurdism), η οποία κηρύσσει, ότι η ζωή είναι άσκοπη και χωρίς νόημα, με τρεις πιθανές αντιδράσεις σε αυτή την κατάσταση: την αυτοκτονία, την πίστη σε μια ανώτερη δύναμη ή την αποδοχή του κόσμου όπως είναι. |
|---|
ΣΑΜΟΥΕΛ ΜΠΕΚΕΤ
Αποσπάσματα ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: "Τούτη τη στιγμή, όμως, σε τούτη εδώ την άκρη, η ανθρωπότητα ολόκληρη είμαστε εμείς, είτε μας αρέσει είτε όχι. Ας σπεύσουμε να επωφεληθούμε, λοιπόν, πριν είναι πολύ αργά! Ας εκπροσωπήσουμε επάξια κι εμείς για μια φορά τη σιχαμένη φάρα είς την οποίαν μάς έριξε ή μαύρη μας μοίρα! Τί λες και συ; ( Ό Εστραγκόν δε λέει τίποτα.) Είναι βέβαια αλήθεια ότι καθήμενοι εδώ με τα χέρια σταυρωμένα και σταθμίζοντας τα υπέρ και τα κατά τιμάμε εξ ίσου το είδος μας. Ή τίγρη δεν κάθεται ποτέ να το σκεφτεί, ή τρέχει να βοηθήσει τούς ομοίους της, ή χώνεται στην πλησιέστερη λόχμη. Αλλά το θέμα δεν είν' αυτό . Το θέμα είναι τί κάνουμε εμείς εδώ, μάλιστα, ιδού ή απορία . Και έχουμε την ευτυχία να ξέρουμε την απάντηση. Ναι, μέσα σ' αυτή την απέραντη σύγχυση, ένα είναι ξεκάθαρο: Περιμένουμε να έρθει 'ο Γκοντό.... ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ά, ναι. ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ή το σκοτάδι. Το βέβαιο είναι πώς οι ώρες είναι ατελείωτες, κάτω απ' αυτές τις συνθήκες, και είμαστε αναγκασμένοι να τις σκοτώνουμε με διάφορα καμώματα πού, πώς, να το πω, πού μπορεί εκ πρώτης όψεως να μοιάζουν λογικά, μέχρι πού μάς γίνονται συνήθεια. Θα μού πεις, βέβαια, πώς το κάνουμε για να μη χάσουμε τα λογικά μας. Αναμφισβήτητα. Μήπως όμως δεν έχουμε κιόλας χαθεί στα αέναα κι ανήλιαγα αβυσσαλέα βάθη; Αυτό λέω καμιά φορά με το νου μου . Παρακολουθείς το συλλογισμό μου ; ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Όλοι μας γεννιόμαστε τρελοί. Και μερικοί παραμένουν διά βίου. ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ανέβασε τα βρακιά σου. EΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ά ναι. ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Λοιπόν, φεύγουμε; ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Πάμε. ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Είπε κατά τις τρεις. (κοιτάζουνε στο δέντρο). Βλέπεις κανένα άλλο; ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τι είναι; ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δεν ξέρω. Ιτιά. ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Που ΄ναι τα φύλλα; ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Θα μαραθήκανε. ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δε κλαίει πια. ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ή ίσως δεν είναι η εποχή. ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Μου φαίνεται περισσότερο σα θάμνος. ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Χαμόδεντρο. ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Σα θάμνος. ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Α! Τι υπαινίσσεσαι; Πως ήρθαμε σε λάθος μέρος; ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Θα ‘πρεπε να βρίσκεται εδώ. ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δεν είπε στα σίγουρα πως θα ‘ρχότανε. ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Κι αν δεν έρθει; ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Θα ξανάρθουμε αύριο. ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Και ύστερα μεθαύριο. [...] ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Μήπως κοιμόνουνα, όταν οι άλλοι υπόφεραν; Μήπως κοιμάμαι τώρα; Αύριο, άμα ξυπνήσω, ή θα νομίζω πως ξύπνησα, τι θα πω για τούτη τη μέρα; Ότι εγώ κι ο φίλος μου ο Εστραγκόν καθόμασταν σε τούτο το μέρος, μέχρι να νυχτώσει, και περιμέναμε τον Γκοντό; Ότι πέρασε ο Πότσζο με τον αχθοφόρο του και μας μίλησε; Μάλλον. Πόση όμως αλήθεια θα υπάρχει σ΄όλα αυτά; Αυτός δε θα ξέρει τίποτα. Θα μου πει για τις κλωτσιές που έφαγε κι εγώ θα του δώσω ένα καρότο. [...] «Ας μη χάνουμε την ώρα μας με μάταια λόγια! Ας κάνουμε κάτι γρήγορα, τώρα που μας προσφέρεται μια τέτοια ευκαιρία! Δε μας τυχαίνει κάθε μέρα να μας χρειάζονται. Δε λέω, βέβαια, πως χρειάζονται εμάς προσωπικά. Κι άλλοι πολλοί θα τα κατάφερναν το ίδιο καλά στη θέση μας, για να μην πω καλύτερα. Αυτή η έκκληση για βοήθεια που αντηχεί ακόμα στα αυτιά μας, απευθύνεται αναμφίβολα στην ανθρωπότητα ολόκληρη! Τούτη τη στιγμή όμως, σε τούτη εδώ την άκρη, η ανθρωπότητα ολόκληρη είμαστε εμείς, είτε μας αρέσει είτε όχι. Ας σπεύσουμε να επωφεληθούμε, λοιπόν, πριν είναι πολύ αργά! Ας εκπροσωπήσουμε επάξια κι εμείς για μια φορά τη σιχαμένη φάρα εις την οποίαν μας έριξε η μαύρη μας μοίρα. Τι λες κι εσύ; Είναι βέβαια αλήθεια ότι καθήμενοι εδώ με τα χέρια σταυρωμένα και σταθμίζοντας τα υπέρ και τα κατά τιμάμε εξίσου το είδος μας. Η τίγρη δεν κάθεται ποτέ να το σκεφτεί. Ή τρέχει να βοηθήσει τους ομοίους της ή χώνεται στην πλησιέστερη λόχμη. Αλλά το θέμα δεν είναι αυτό. Το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς εδώ, μάλιστα, ιδού η απορία. Και έχουμε την ευτυχία να ξέρουμε την απάντηση. Ναι. Μέσα σε αυτή την απέραντη σύγχυση, ένα είναι ξεκάθαρο: Περιμένουμε να έρθει ο Γκοντό.» [...] ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δεν τον παρατάμε; (παύση) Δεν τον παρατάμε; ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Θα μας τιμωρήσει. (Σιωπή. Κοιτάζει το δέντρο.) Μόνο το δέντρο είναι ζωντανό. ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (κοιτάζοντας το δέντρο) Τι είναι; ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Το δέντρο. ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ναι, αλλά τι δέντρο; ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Δεν ξέρω. Κλαίουσα. ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ελα εδώ. (Ο Εστραγκόν φέρνει τον Βλαντιμίρ κοντά στο δέντρο. Στέκονται δίπλα του ακίνητοι. Σιωπή.) Δεν κρεμιόμαστε; ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Με τι; ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δεν έχεις κανένα σκοινί; ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Οχι. ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τότε δεν μπορούμε. (Σιωπή) ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Πάμε να φύγουμε. ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Κάτσε, έχω τη ζώνη μου ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Είναι κοντή. ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Θα πατήσεις στα γόνατά μου. ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Και ποιος θα πατήσει στα δικά μου; ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Έχεις δίκιο. ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Για φέρτην να τη δω πάντως. (Ο Εστραγκόν λύνει το κορδόνι που κρατάει το παντελόνι του. Το παντελόνι του πέφτει μέχρι κάτω. Κοιτάζουν και οι δύο το κορδόνι.) Μπορεί κάτι να γίνει. Είναι όμως γερό; ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Θα το δούμε αμέσως. Πιάσε. (Πιάνουν από μια άκρη του κορδονιού ο καθένας και τραβάνε. Το κορδόνι σπάει. Παραλίγο να πέσουν.) ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Δεν αξίζει δεκάρα. (Σιωπή) ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Είπες ότι πρέπει να ξανάρθουμε αύριο; ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Ναι. ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τότε να φέρουμε κι ένα σκοινί της προκοπής. ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Ναι. (Σιωπή) ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ντιντί; ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Ναι; ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δεν αντέχω άλλο. ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Ολοι έτσι νομίζουν. ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δε χωρίζουμε; Μπορεί να είναι καλύτερα. ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Θα κρεμαστούμε αύριο. (Παύση.) Εκτός αν έρθει ο Γκοντό. ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Κι αν έρθει; ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Σωθήκαμε! (Ο Βλαντιμίρ βγάζει το καπέλο του, κοιτάζει στο εσωτερικό του, χώνει μέσα το χέρι του και ψάχνει, το τινάζει, το χτυπάει στον τεπέ, το ξαναφοράει) ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Λοιπόν; Φεύγουμε; ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Ανέβασε τα βρακιά σου! ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ε; ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Ανέβασε τα βρακιά σου. ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Να κατεβάσω τα βρακιά μου; ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Να ΑΝΕβάσεις τα βρακιά σου. ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (βλέπει πως το παντελόνι του είναι πεσμένο.) Α, ναι. (Ανεβάζει το παντελόνι του. Σιωπή) ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Λοιπόν φεύγουμε; ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Πάμε. (Δε σαλεύουν) ΑΥΛΑΙΑ Αποσπάσματα από το "Περιμένοντας τον Γκοντό" μετάφραση Αλεξάνδρας Παπαθανασοπούλου, εκδόσεις Κρύσταλο, Αθήνα 1984. |