Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΥΠΟΘΕΣΗ: Πρόκειται για την ιστορία της απομονωμένης πόλης Μακόντο και τη ζωή 7 γενιών της οικογένειας Μπουενδία. Για χρόνια,  η πόλη δεν είχε καμία επαφή με τον έξω κόσμο, εκτός από τους τσιγγάνους που επισκέπτονται περιστασιακά, φέρνοντας τεχνολογίες όπως ο μαγνήτης, ο πάγος και τα τηλεσκόπια.  Ο πατριάρχης της οικογένειας, José Arcadio Buendía, είναι παρορμητικός και περιπετειώδης, αποξενωμένος στις έρευνες του για μυστηριώδη θέματα. Τα χαρακτηριστικά κληρονομούνται στους απογόνους του, μέσω των οποίων, ο Μάρκες κάνει μια αναδρομή στη λατινοαμερικάνικη ιστορία και εξερευνά την ανθρώπινη φύση με όχημα τον μαγικό ρεαλισμό.

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Εκατό χρόνια μοναξιά

Οι πρώτες σελίδες από
Εκδόσεις Λιβάνη, σε μτφ
ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ ΜΠΑΡΑΧΑΣ ΚΛΑΙΤΗ

Πολλά χρόνια αργότερα, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, οσυνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία θα θυμόταν εκείνο τομακρινό απόγευμα που ο πατέρας του τον είχε πάει να γνωρίσειτον πάγο. Το Μακόντο ήταν τότε ένα χωριό με είκοσι σπίτια απόπηλό και καλάμια, χτισμένα σε μια κοίτη με λείες πέτρες, άσπρεςκαι τεράστιες, σαν προϊστορικά αβγά. Ο κόσμος ήταν τόσονεόπλαστος, ώστε πολλά πράγματα δεν είχαν όνομα και για να τααναφέρεις έπρεπε να τα δείξεις με το δάχτυλο.
Κάθε χρόνο, το Μάρτη, μια οικογένεια κουρελιάρηδωντσιγγάνων έστηνε τη σκηνή της κοντά στο χωριό και, με μεγάληφασαρία, με σφυρίχτρες και νταούλια, επιδείκνυε τις καινούριεςεφευρέσεις. Στην αρχή, είχαν φέρει το μαγνήτη. Ένας σωματώδηςτσιγγάνος με άγρια γενειάδα και χέρια σαν σπουργίτια, πουπαρουσιάστηκε με τ’ όνομα Μελκίαδες, έκανε μια εντυπωσιακήδημόσια επίδειξη του πράγματος που ο ίδιος ονόμαζε το όγδοοθαύμα των σοφών αλχημιστών της Μακεδονίας. Άρχισε να γυρίζειαπό σπίτι σε σπίτι σέρνοντας δύο μεταλλικές πλάκες κι όλος οκόσμος τα ’χασε βλέποντας κατσαρόλες, τηγάνια, τσιμπίδες καιμαγκάλια να πέφτουν από τη θέση τους και τα ξύλα να τρίζουν,καθώς απελπισμένα τα καρφιά κι οι βίδες προσπαθούσαν ναξεκαρφωθούν, κι ακόμα και αντικείμενα χαμένα από πολύ καιρόεμφανίστηκαν από εκεί που πιο πολύ τα ’χαν γυρέψει, για νασυρθούν με εκκωφαντική αταξία πίσω απ’ τα μαγικά σίδερα τουΜελκίαδες.

«Τα πράγματα έχουν τη δική τους ζωή», διαλαλούσε οτσιγγάνος με τραχιά προφορά, «φτάνει μόνο να ξυπνήσεις τηνψυχή τους».
Ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία, που η αχαλίνωτη φαντασία τουκάλπαζε πάντα πιο μακριά απ’ τη σοφία της φύσης, ακόμα και πέρακι από τα θαύματα και τη μαγεία, σκέφτηκε πως θα μπορούσε ν’αξιοποιήσει αυτή την άχρηστη εφεύρεση για να ξεριζώσει τοχρυσάφι απ’ τα σπλάχνα της γης. Ο Μελκίαδες, που ήταν τίμιοςάνθρωπος, τον προειδοποίησε:«Δεν κάνει γι’ αυτή τη δουλειά».

ΟΧοσέ Αρκάδιο Μπουενδία όμως δεν πίστευε εκείνη την εποχήστην τιμιότητα των τσιγγάνων. Κι έτσι, αντάλλαξε το μουλάρι τουκι ένα κοπάδι κατσίκια με τις δύο μαγνητικές πλάκες. Η ΟύρσουλαΙγουαράν, η γυναίκα του, που βασιζόταν σ’ εκείνα τα ζώα για νακαλυτερέψει το πενιχρό εισόδημα του νοικοκυριού τους, δενκατάφερε να τον αποτρέψει. «Πολύ γρήγορα θα μας περισσεύειχρυσάφι για να στρώνουμε και το δάπεδο της αυλής», απάντησε οάντρας της. Δούλεψε σκληρά πολλούς μήνες για ν’ αποδείξει πωςοι ιδέες του ήταν σωστές. Εξερεύνησε σπιθαμή προς σπιθαμή όλητην περιοχή, ακόμα και το βυθό του ποταμού, σέρνοντας τις δυοσιδερένιες πλάκες και απαγγέλλοντας δυνατά το ξόρκι τουΜελκίαδες. Το μόνο που κατάφερε να ξεθάψει ήταν μια πανοπλίατου δέκατου πέμπτου αιώνα, που όλα της τα κομμάτια ήτανκολλημένα μ’ ένα στρώμα σκουριάς και το εσωτερικό τηςαντηχούσε σαν μια τεράστια κολοκύθα γεμάτη πέτρες. Όταν οΧοσέ Αρκάδιο Μπουενδία και οι τέσσερις άντρες της εκστρατείαςτου κατάφεραν να διαλύσουν την πανοπλία, βρήκαν μέσα της έναναπολιθωμένο σκελετό, που ’χε κρεμασμένο στο λαιμό του έναχάλκινο φυλαχτό με μια γυναικεία μπούκλα.

Το Μάρτη ξαναγύρισαν οι τσιγγάνοι. Αυτή την φορά είχαν φέρει ένα τηλεσκόπιο κι ένα μεγενθυτικό φακό, μεγάλο σαν ταμπούρλο, που τα επιδείκνυαν σαν την τελευταία ανακάλυψη των Εβραίων του ΆμστερνταμΈβαλαν μια τσιγγάνα στην άλλη άκρη του χωριού κι έστησαν το τηλεσκόπιο στην είσοδο της σκηνής.Με πέντε ρεάλια, ο κόσμος κοίταζε μέασ απο το τηλεσκόποιο κι έβλεπε την τσιγγάνα τόσο κοντά, σαν να μπορούσε να την πιάσει με το χέρι του. "Η επιστήμη κατάργησε τις αποστάσεις" διαλαλούσε ο Μελκιάδες.
"Σε λίγο καιρό ο άνθρωπος θα μπορεί να βλέπει τι γίνεταισ' οποιοδήποτε μέρος του κόσμου χωρίς να βγαίνει από το σπίτι του".
Ένα ζεστό μεσημέρι έκαναν μία τρομερή επίδειξημε το γιγάντιο φακό: μάζεψαν ένα σωρό ξερά χόρτα στη μέση του δρόμου και τους έβαλαν φωτιά συγκεντρώνονταςπάνω τους τις ηλιακές ακτίνες.
Ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία, που ακόμη δεν είχε προλάβει να παρηγορηθεί για την αποτυχία που είχαν οι μαγνήτες του, συνέλαβε την ιδέα να χρησιμοποιήσει εκέινη την εφεύρεση σαν πολεμικό όπλο. Ο Μελκιάδες προσπάθησε πάλι να τον αποτρέψειΤελικά όμως δέχτηκε ν' ανταλάξει τις δύο μαγνητικές πλάκες και τρία αποικιακά νομίσματα με το μεγενθυτικό φακό.Η Ούρσουλα έκλαψε από την ανησυχία της. Τα λεφτά αυτά ήταν από ένα μπαουλάκι με χρυσά νομίσματα που είχε μαζέψει ο πατέρας της σε μια ζωή όλο στερήσεις κι εκείνη τα είχε θάψει κάτω απ' το κρεβάτι ελπίζοντας πώς θα βρεθεί η κατάλληλη ευκαιρία για να τα επενδύσει.

Ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία δεν προσπάθησε ούτε καν να την παρηγορήσει, απορροφημένος ολοκληρωτικά απ' τα τακτικά του πειράματα με την αυταπάρνηση επιστήμονα κι ακόμα και με κίνδυνο της ίδιας του της ζωής. Προσπαθώντας ν' αποδείξει τ' αποτελέσματα του φακού πάνω στο στρατό του εχθρού, εκτέθηκε ο ίδιος στη συγκέντρωση των ηλιακών ακτίνων κι έπαθε εγκαύματα που έγιναν πληγές κι έκαναν πολύ καιρό να γιατρευτούν. Παρά τις διαμαρτυρίες της γυναίκας του, που είχε πανικοβληθεί μ' αυτή την επικίνδυνη εφεύρεση, κόντεψε να βάλει φωτιά στο σπίτι. Περνούσε ώρες ολόκληρες στο δωμάτιό του, υπολογίζοντας τις στρατηγικές δυνατότητες του νέου του όπλου, ώσπου κατάφερε να συντάξει ένα εγχειρίδιο εκπληκτικής διδακτικής σαφήνειας και ακαταμάχητης πειστικότητας.
Το έστειλε στις αρχές, μαζί με πολυάριθμες περιγραφές των πειραμάτων του και με αρκετές σελίδες μ' επεξηγηματικά σχέδια, μ' έναν απεσταλμένο πού πέρασε τήν Οροσειρά , χάθηκε σε απέραντους βάλτους, ανέβηκε όρμητικά ποτάμια και παραλίγο να χαθεί από τα άγρια θηρία, την απελπισία και την πανούκλα, ώσπου να βρεί ένα δρόμο που συνδεόταν μ' εκείνον που χρησιμοποιούσαν τα μουλάρια του ταχυδρομείου. Παρόλο που το ταξίδι στην πρωτεύουσα ήταν λίγο πολύ αδύνατο εκείνη την εποχή, ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία είχε υποσχεθεί πως θά ταξίδευε αμέσως μόλις θα του έδινε εντολή η κυβέρνηση, για να δείξει και στην πράξη την εφεύρεσή του στις στρατιωτικές δυνάμεις και να τις εκπαιδεύσει προσωπικά στην περίπλοκη τέχνη του ηλιακού πολέμου.

Πέρασε πολλά χρόνια περιμένοντας την απάντηση. Τελικά, όταν βαρέθηκε να περιμένει, παραπονέθηκε στον Μελκίαδες για την αποτυχία του σχεδίου του και τότε ο τσιγγάνος του έδωσε μιά πειστική απόδειξη της τιμιότητάς του: του επέστρεψε τα χρυσά νομίσματα, με' αντάλλαγμα το μεγεθυντικό φακό και επιπλέον του άφησε μερικούς πορτογαλεζικος χάρτες και διάφορα ναυτικά όργανα. Έγραψε με το ίδιο του το χέρι μιά περιληπτική σύνθεση από τις μελέτες που έκανε ο Ερμάνος ο Χωλός και του την άφησε για να μπορέσει να μεταχειριστεί τον αστρολάβο, την πυξίδα και τον εξάντα.

Ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία πέρασε τούς ατέλειωτους μήνες της βροχής κλεισμένος σ' ένα δωματιάκι, πού 'χε χτίσει στο βάθος του σπιτιού για να μήν τον ενοχλεί κανείς στα πειράματά του. ΄Έχοντας εγκαταλείψει εντελώς τις σπιτικές τους υποχρεώσεις, περνούσε νύχτες ολόκληρες στη μεσαυλή παρακολουθώντας την τροχιά των άστρων και κόντεψε να πάθει ηλίαση προσπαθώντας να βρει μια μέθοδο που να προσδιορίζει με ακρίβεια το μεσημέρι. Όταν ειδικεύτηκε στη χρησιμοποίηση των οργάνων του, από σε μιάν αντίληψη τού χρονου πού του επέτρεψε να αρμενίσει σε άγνωστες θάλασσες, να επισκεφτεί ακατοίκητες περιοχές και να δημιουργήσει σχέσεις με θαυμαστά όντα δίχως να εγκαταλείψει το γραφείο του. Εκείνη την εποχή απέκτησε τη συνήθεια να μιλάει μόνος του, περιδιαβάζοντας μές στο σπίτι δίχως να προσέχει κανέναν, ενώ η Ούρσουλα και τα παιδιά κοψομεσιάζονταν στο λαχανόκηπο καλλιεργώντας μπανάνες και μαλάγκα, γιούχα και ίγναμο, κολοκύθες και μελιτζάνες. Ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση, η πυρετώδης δραστηριότητά του διακόπηκε xι άρχισε νά μοιάζει σάν να σαν μαγεμένος.

Πέρασε έτσι πολλές μέρες, επαναλαμβάνοντας στον εαυτό του με χαμηλή φωνή μια σειρά από τρομακτικές εικασίες, δίχως ούτε και ο ίδιος να πιστεύει στα ίδια του τα λόγια. Τελικά, μιά Τρίτη του Δεκέμβρη, την ώρα του μεσημεριανού φαγητού, έβγαλε μονοκοπανιά όλο το βάρος της αγωνίας του. Τα παιδιά θα θυμόνταν σ' όλη την υπόλοιπη ζωή τους τη μεγαλοπρεπή σοβαρότητα του πατέρα τους, που κάθισε στο κεφάλι του τραπεζιού, τρέμοντας από τον πυρετό, ταλαιπωρημένος από το παρατετα.μένο ξενύχτι και το ξάναμμα της φαντασίας του και τους αποκάλυψε την ανακάλυψή του:

-Η γη είναι ολοστρόγγυλη σαν πορτοκάλι.

"Η Ούρσουλα έχασε την υπομονή της. «“Αν πρέπει να τρελαθείς οπωσδήποτε, τότε να τρελαθείς μόνος σου», του φώναξε. «'Αλλά μήν προσπαθείς να βάλεις στο μυαλό των παιδιών τσιγγάνικες ιδέες». Ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία δεν πτοήθηκε από την απελπισία της γυναίκας του, που, σε μια κρίση θυμού, τσάκισε τον αστρολάβο στο πάτωμα. Κατασκεύασε άλλον, μάζεψε στο γραφειάκι τους άντρες του χωριού και τους απέδειξε, με θεωρίες ακατανόητες για όλους τους, τη δυνατότητα να ξαναγυρίσει κανείς στο σημείο της αποχώρησής του πλέοντας πάντα ανατολικά.
"Ολοι στο χωριό ήταν βέβαιοι πώς ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία είχε χάσει τα λογικά του, όταν ξαναγύρισε ο Μελχίαδες για να βάλει τα πράγμα τα στη θέση τους. Παίνεψε δημόσια την εξυπνάδα του, που με αστρονομικούς υπολογισμούς αποκλειστικά είχε δημιουργήσει μια θεωρία η οποία είχε ήδη αποδειχτεί στην πράξη, παρόλο που ήταν ακόμα άγνωστη στο Μακοντο, και σαν απόδειξη του θαυμασμού του του έκανε ένα δώρο που θα έπηρέαζε αποφασιστικά το μέλλον του χωριού: ένα εργαστήρι αλχημείας.