Αρχική Ποιητές Ποίημα
Ήταν γύρω στις έντεκα το πρωί, στα μέσα Οκτωβρίου. Ο ήλιος δεν έλαμπε και η καθαρή ατμόσφαιρα πάνω από τους πρόποδες των λόφων προμήνυε μια δυνατή, ψυχρή βροχή. Φορούσα το γαλάζιο μου κοστούμι, σκούρο μπλε πουκάμισο, γραβάτα και μαντίλι στο πέτο, μαύρα δερμάτινα παπούτσια και μαύρες μάλλινες κάλτσες με σκούρα μπλε σχέδια. Ήμουν περιποιημένος, καθαρός, καλοξυρισμένος και νηφάλιος· και δεν με ένοιαζε ποιος το γνώριζε. Ήμουν ακριβώς όπως όφειλε να είναι ένας καλοντυμένος ιδιωτικός ντετέκτιβ. Είχα ραντεβού με τέσσερα εκατομμύρια δολάρια.

Η κεντρική είσοδος της έπαυλης των Στέρνγουντ είχε ύψος δύο ορόφων. Πάνω από τις τεράστιες εξώπορτες, που θα χωρούσαν να περάσει ολόκληρη αγέλη από ινδικούς ελέφαντες, υπήρχε ένα μεγάλο βιτρό που απεικόνιζε έναν ιππότη με σκούρα πανοπλία να σώζει μια γυναίκα δεμένη σ' ένα δέντρο. Δεν φορούσε τίποτε άλλο παρά μόνο τα μακριά, πλούσια μαλλιά της, που κάλυπταν όσο χρειαζόταν τη γύμνια της. Ο ιππότης είχε σηκώσει την προσωπίδα του κράνους του, λες και ήθελε να δείχνει πιο φιλικός, και παιδευόταν με τους κόμπους των σχοινιών που κρατούσαν τη γυναίκα δεμένη, χωρίς όμως να καταφέρνει τίποτα. Στάθηκα και σκέφτηκα πως, αν ζούσα σε εκείνο το σπίτι, αργά ή γρήγορα θα ανέβαινα εκεί πάνω για να τον βοηθήσω. Δεν έδειχνε να προσπαθεί και πολύ.

Στο πίσω μέρος της μεγάλης αίθουσας υπήρχαν γαλλικές πόρτες. Πέρα από αυτές απλωνόταν ένας πλατύς καταπράσινος χλοοτάπητας που οδηγούσε σε ένα λευκό γκαράζ. Μπροστά του ένας λεπτός, μελαχρινός νεαρός σοφέρ, φορώντας γυαλιστερές μαύρες περικνημίδες, ξεσκόνιζε ένα μπορντό Packard κάμπριο. Πίσω από το γκαράζ υψώνονταν διακοσμητικά δέντρα, κουρεμένα με τόση επιμέλεια ώστε έμοιαζαν με κανισάκια. Πιο πέρα βρισκόταν ένα μεγάλο θερμοκήπιο με θολωτή οροφή. Κι ακόμη πιο πέρα απλώνονταν περισσότερα δέντρα και, στο βάθος όλων, η συμπαγής, ανώμαλη αλλά γαλήνια γραμμή των λόφων.

Στην ανατολική πλευρά της αίθουσας μια φαρδιά σκάλα, στρωμένη με πλακάκια, οδηγούσε σε έναν εξώστη με σφυρήλατο σιδερένιο κιγκλίδωμα και ακόμη ένα ρομαντικό βιτρό. Μεγάλες, άκαμπτες πολυθρόνες με στρογγυλά καθίσματα από κόκκινο βελούδο ήταν ακουμπισμένες στους άδειους χώρους των τοίχων. Έμοιαζαν σαν να μην είχε καθίσει ποτέ κανείς πάνω τους. Στο μέσο του δυτικού τοίχου υπήρχε ένα μεγάλο, άδειο τζάκι με μπρούτζινο προστατευτικό τεσσάρων αναδιπλούμενων φύλλων, ενώ από πάνω του υψωνόταν ένα μαρμάρινο τζακόγυρο διακοσμημένο στις γωνίες με μικρούς Έρωτες. Πάνω από το τζάκι κρεμόταν ένα μεγάλο ελαιογραφημένο πορτρέτο και, ακόμη ψηλότερα, δύο λάβαρα ιππικού, τρυπημένα από σφαίρες ή φαγωμένα από τον χρόνο, σταυρωμένα μέσα σε γυάλινη κορνίζα. Το πορτρέτο απεικόνιζε έναν αξιωματικό με επίσημη στρατιωτική στολή της εποχής του Μεξικανοαμερικανικού Πολέμου. Είχε προσεγμένο αυτοκρατορικό γενάκι, μαύρο μουστάκι, σκληρά μάτια στο χρώμα του κάρβουνου και τη γενική όψη ενός ανθρώπου με τον οποίο θα ήταν φρόνιμο να τα έχει κανείς καλά. Σκέφτηκα πως ίσως να ήταν ο παππούς του στρατηγού Στέρνγουντ. Δύσκολα θα μπορούσε να είναι ο ίδιος ο στρατηγός, παρόλο που είχα ακούσει πως ήταν ήδη πολύ προχωρημένης ηλικίας για να έχει ακόμη δύο κόρες που βρίσκονταν στην επικίνδυνη δεκαετία των είκοσί τους.
← Επιστροφή στην αρχική