Αρχική Ποιητές Ποίημα
Ελπίδα
1797
Μιλούνε κι ονειρεύονται οι άνθρωποι πολύ
Για ημέρες πιο καλές που μέλλουνε να ‘ρθουνε.
Προς τέρμα αίσιο, που ολόχρυσο ακτινοβολεί,
Να τρέχουνε τους βλέπεις να το κυνηγούνε.
Ο κόσμος θα γίνει παλιός και πάλι νέος θα γίνει
Μα ελπίδα πάντα ο άνθρωπος στο πιο καλό θα δίνει!
Η ελπίδα είναι αυτή που μέσα στην ζωή τον μπάζει,
Γύρω απ το αγόρι το εύθυμο αυτή φτεροκοπάει,
Η λάμψη της η μαγική το νέο δελεάζει,
Στο μνήμα με τον γέροντα μαζί αυτή δεν πάει.
Σαν μια ζωή όλο κόπους μες στον τάφο τερματίζει,
Θαμμένος τότε μένει αυτός· μα η ελπίδα συνεχίζει.
← Επιστροφή στην αρχική