Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο
1913
Απο τη μεριά του Σουάν
Οι πρώτες σελίδες
Γιὰ χρόνια πλάγιαζα νωρίς. Μερικές φορές, μόλις έσβηνα τὸ κερί, τὰ μάτια μου έκλειναν τόσο γρήγορα, ὥστε δὲν πρόφταινα ν' ἀναλογιστῶ: «Με παίρνει ὁ ὕπνος.» Καί, μισὴ ὥρα ἀργότερα, ἡ σκέψη πὼς καιρὸς ἦταν πιὰ ν' ἀναζητήσω τὸν ὕπνο μὲ ξυπνοῦσε• ἤθελα ν' ἀκουμπήσω τὸ βιβλίο που νόμιζα πως κρατοῦσα ἀκόμα στὰ χέρια μου καὶ νὰ σβήσω τὸ φῶς• δὲν εἶχα πάψει ὅσο κοιμόμουν νὰ κάνω συλλογισμούς πάνω σ' ὅ,τι εἶχα μόλις διαβάσει, οἱ συλλογισμοὶ ὅμως αὐτοὶ εἶχαν ἀκολουθήσει ἕναν κάπως παράξενο δρόμο• εἶχα τὴν ἐντύπωση πὼς ἤμουν ἐγὼ ὁ ἴδιος αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μιλοῦσε τὸ βιβλίο: μία ἐκκλησία, ἕνα κουαρτέτο, ὁ ἀνταγωνισμὸς τοῦ Φραγκίσκου Α'δ καὶ τοῦ Καρόλου Κουίντου.
“ Αὐτὴ ἡ πεποίθηση βαστοῦσε λίγα δευτερόλεπτα ὕστερα ἀπὸ τὸν ξύ πνο μου• δὲν μοῦ φαινόταν παράλογη, ἀλλὰ βάραινε τὰ μάτια μου σὰν ἀχλὴ καὶ τὰ ἐμπόδιζε ν᾿ ἀντιληφθοῦν πὼς τὸ κερὶ δὲν ἦταν πιὰ ἀναμμένο. Ύστερα ἡ πεποίθηση αὐτὴ ἄρχιζε νὰ μοῦ γίνεται ἀκατανόητη, όπως οἱ σκέψεις μιᾶς προγενέστερης ζωῆς στὴ μετεμψύχωση• τὸ θέμα τοῦ βιβλίου μοῦ γινόταν ξένο, ἤμουν ἐλεύθερος νὰ ταυτιστῶ μαζί του ἢ ὄχι• τὴν ἴδια στιγμὴ ξανάβρισκα τὸ φῶς μου κι ἀποροῦσα βλέποντας γύρω μου ένα σκοτάδι, ἀπαλὸ καὶ ξεκουρα στικὸ γιὰ τὰ μάτια μου, κι ἴσως πιότερο ἀκόμα γιὰ τὸ μυαλό μου, ποὺ τοῦ φαινόταν σὰν κάτι ἀδικαιολόγητο, ἀκατανόητο, σὰν κάτι ἀληθινὰ σκοτεινό.
Αν αναρωτιόμουν τί ὥρα μποροῦσε νά 'ναι• ἄκουγα τὸ σφύριγμα τῶν τραίνων πού, κοντινὸ ἢ ἀπόμακρο, όπως κελάηδημα πουλιοῦ στὸ δάσος, φανερώνει τὶς ἀπο στάσεις, μοῦ περιχάραζε τὴν ἔκταση τοῦ ἔρημου κάμπου, ὅπου ὁ ταξιδιώτης προχωρεῖ βιαστικὰ γιὰ νὰ φτάσει στὸν ἑπόμενο σταθμό• καὶ τὸ μονοπάτι ποὺ ακολουθεί θα χαραχτεί στην κνήμη του ἀπ' τὸν ἐρεθισμὸ ποὺ προκάλεσαν καινούργιοι τόποι, πράξεις ἀσυνήθιστες, ἡ πρόσφατη συζήτηση κι ὁ ἀποχαιρετισμὸς κάτω ἀπ' τὴν ξένη λάμπα ποὺ τὸν συντροφεύουν ἀκόμα μέσα στὴ σιωπὴ τῆς νύχτας, ἡ γλυκιὰ γαλήνη τῆς ἐπιστροφῆς σὲ λίγο.
᾿Ακουμποῦσα τρυφερὰ τὰ μάγουλά μου πάνω στὰ ὄμορφα καὶ φουσκωτὰ μαξιλάρια πού, γεμάτα καὶ δροσερά, εἶναι σὰν τὰ μάγουλα τῆς παιδικῆς μας ηλικίας. Άναβα ένα σπίρτο γιὰ νὰ κοιτάξω τὸ ρολόι μου. Σχεδόν μεσάνυχτα, Εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄρρωστος, ἀναγκασμένος νὰ φύγει ταξίδι καὶ νὰ κοιμηθεῖ σ' ἕνα ἄγνωστο ξενοδοχεῖο, ξυπνὰ ἀπὸ μιὰ ξαφνικὴ κρίση, καὶ χαίρεται βλέπον τας κάτω ἀπ' τὴν πόρτα μιὰ γραμμὴ ἀπ' τὸ φῶς τῆς μέρας. Τί εὐτυχία, εἶναι κιόλας πρωί! Σὲ λίγο θὰ σηκωθοῦν οἱ ὑπηρέτες, θὰ μπορεῖ νὰ χτυπήσει τὸ κουδούνι, θά 'ρθουν νὰ τοῦ προσφέρουν βοήθεια. Ἡ ἐλπίδα πὼς θ' ἀνακουφιστεῖ τοῦ δίνει τὴ δύναμη νὰ ὑπομείνει. Νά, τοῦ φάνηκε πὼς ἄκουσε βήματα• τὰ βή ματα πλησιάζουν, ὕστερα ἀπομακρύνονται. Κι ἡ φωτεινὴ γραμμὴ τῆς μέρας, ποὺ βρισκόταν κάτω ἀπ' τὴν πόρτα του, ἔχει ἐξαφανιστεῖ. Εἶναι μεσάνυχτα• μόλις ἔσβησαν τὸ γκάζι• ὁ τελευταῖος ὑπηρέτης ἔφυγε καὶ θὰ πρέπει τώρα νὰ μείνει ὅλη τὴ νύχτα ὑποφέροντας, χωρὶς γιατρικό.
Μ' ἔπαιρνε ξανὰ ὁ ὕπνος καὶ συχνὰ ξυπνοῦσα μόνο γιὰ λίγο, γιὰ μιὰ στιγ μή, ὅσο γιὰ ν' ἀκούσω τὴν ξυλεία νὰ τρίζει ἀπὸ μόνη της στοὺς σανιδωμένους τοίχους, ν᾿ ἀνοίξω τὰ μάτια μου καὶ νὰ τὰ καρφώσω στὸ καλειδοσκόπιο τοῦ σχο ταδιοῦ, νὰ γευτῶ χάρη σ' ἕνα στιγμιαῖο ἀμυδρὸ φῶς τῆς συνείδησης τὸν ὕπνο ποὺ σκέπαζε τὰ ἔπιπλα, τὸ δωμάτιο, τὸ σύνολο αὐτὸ ποὺ ἐγὼ δὲν ἤμουν παρὰ ένα μικρό του κομμάτι καὶ ποὺ γυρνοῦσα γρήγορα νὰ ἑνωθῶ μὲ τὴν ἀσύνειδή του ύπαρξη. Ἢ ἀκόμα, ὅταν μέσα στὸν ὕπνο μου συναντοῦσα χωρὶς προσπά θεια μιὰν ἡλικία ἀπ' τὴν πρωτινή μου ζωὴ πού 'χε διαβεῖ γιὰ πάντα, καὶ ξα νάβρισκα μιὰν ἀπ᾿ τίς παιδικές μου φοβίες, μήπως λόγου χάρη ὁ μεγάλος μου θεῖος μὲ τραβήξει ἀπ' τὶς μποῦκλες τῶν μαλλιῶν μου, φοβία πού εἶχε διαλυθεῖ τὴ μέρα ——ἀπαρχὴ γιὰ μένα μιᾶς καινούργιας ἐποχῆς— ποὺ μοῦ τὶς ἔκοψαν. Είχα ξεχάσει όσο κοιμόμουν τὸ ἐπεισόδιο αὐτό, ξανάβρισκα ὅμως τὴν ἀνάμνησή του μόλις κατόρθωνα νὰ ξυπνήσω γιὰ νὰ γλιτώσω ἀπ' τὰ χέρια τοῦ μεγάλου Belou μου, ἀλλὰ καὶ πάλι, γιὰ περισσότερη σιγουριά, σκέπαζα ὁλότελα τὸ κ φάλι μου μὲ τὸ μαξιλάρι πρὶν ξαναγυρίσω στὸν κόσμο τῶν ὀνείρων.
Μερικές φορές, όπως η Εύα γεννήθηκε ἀπὸ μιὰ πλευρὰ τοῦ ᾿Αδάμ, μιὰ γυναίκα γεννιόταν, ὅσο κοιμόμουν, ἀπὸ μιὰν ἄβολη θέση τοῦ μηροῦ μου. Φτιαγμένη ἀπὸ τὴν ἡδονὴ ποὺ ἤμουν ἕτοιμος νὰ γευτῶ, φανταζόμουν πὼς ἐκείνῃ ἦταν ποὺ μοῦ τὴν πρόσφερνε. Τὸ κορμί μου, νιώθοντας μέσα στὸ δικό της τὴ δική μου ζεστασιά, γύρευε νὰ σμίξει μαζί του, ξυπνοῦσα. Οἱ ἄλλοι θνητοὶ μοῦ φαίνονταν πολὺ μακρινοὶ σὲ σχέση μ' αὐτὴ τὴ γυναίκα πού 'χα ἐγκαταλείψει πρὶν ἀπὸ λίγες μόλις στιγμές• τὸ μάγουλό μου ἦταν ἀκόμα ζεστὸ ἀπ' τὸ φιλί της, τὸ σῶμα μου όλο κομμάρα ἀπ' τὸ βάρος τοῦ κορμιοῦ της. Αν, όπως τύχαινε καμιὰ φορά και εἶχε τὰ χαρακτηριστικὰ μιᾶς γυναίκας πού 'χα γνωρίσει στὴ ζωή, ἤθελα ν' ἀφοσιωθῶ ὁλότελα σ' ἕνα σκοπό: νὰ τὴν ξαναβρῶ, σὰν αὐτοὺς ποὺ φεύγουν ταξίδι γιὰ νὰ δοῦν μὲ τὰ μάτια τους μιὰ πολυπόθητη πολιτεία καὶ φαντάζονται πὼς μποροῦν νὰ γευτοῦν στὴν πραγματικότητα τὴ γοητεία τοῦ ὀνείρου. Σιγὰ σιγὰ ἡ ἀνάμνησή της ἔσβηνε, εἶχα ξεχάσει τὸ κορίτσι ποὺ εἶδα στ' όνειρό μου.