Αρχική Ποιητές Ποίημα
Γυναίκες
1978
απόσπασμα-μετάφραση απο ΑΙ


Φορούσε γαλάζια κυλότα. Της την έβγαλα, σήκωσα το φουστάνι της και, με την τηλεόραση να τρεμοπαίζει, την πήρα στα όρθια. Καθώς παλεύαμε σ’ όλο το δωμάτιο —γαμάω τάφο, σκέφτηκα, ανασταίνω ακόμη και νεκρούς. Υπέροχα, υπέροχα! Σαν να τρως κρύες ελιές στις τρεις το μεσημέρι κι ολόκληρη η πόλη να φλέγεται— έχυσα.

Ήμουν αυτό που λένε αισθηματίας. Συγκινούμουν με ένα σωρό χαζά πράγματα: με γυναικεία παπούτσια κάτω από ένα κρεβάτι, με μια ξεχασμένη φουρκέτα στον νεροχύτη, με τον τρόπο που έλεγαν «πάω να κατουρήσω», με τις κορδέλες τους, όταν τις έβλεπα να διασχίζουν τον δρόμο στη 1:30 το μεσημέρι, με τα ατέλειωτα βράδια του συντροφικού πιοτού, με τους καβγάδες, τις ψιλοκουβέντες, εκείνες τις στιγμές που κανείς σκέφτεται την αυτοκτονία.

Και ακόμη έλιωνα όταν ένιωθα να συντελείται το θαύμα, όταν καθόμουν μαζί τους στο αμάξι μου, όταν αναθυμόμουν τους έρωτές μου στις τρεις τα ξημερώματα, όταν μου έλεγαν ότι ροχαλίζω, όταν άκουγα τα ροχαλητά τους, όταν, μόνος μου σ’ ένα εστιατόριο, διάβαζα την εφημερίδα μου και ήθελα να ξεράσω επειδή σκεφτόμουν πως τώρα εκείνη ήταν παντρεμένη με έναν διανοητικά ανάπηρο οδοντίατρο. Όταν έπινα, όταν χόρευα. Όταν φλέρταρα, όταν φλέρταραν. Όταν κοιμόμουν μαζί τους...

«Και η αγάπη;» ρώτησε η Βάλερι.

«Η αγάπη δεν παρουσιάζει προβλήματα σε εκείνους που ξέρουν να αντέχουν την ψυχική φόρτιση. Είναι σαν να προσπαθείς να κουβαλήσεις έναν σκουπιδοτενεκέ στην πλάτη σου, περνώντας πάνω από ένα ποτάμι αφρισμένα κάτουρα.»

«Οι ερωτευμένοι είναι συχνά νευρωτικοί, επικίνδυνοι. Χάνουν κάθε αίσθηση προοπτικής και χιούμορ. Γίνονται υστερικοί, ψυχωτικοί, ανιαροί. Καμιά φορά γίνονται και δολοφόνοι.»

«Γυναίκες: Μου άρεσαν τα χρώματα των ρούχων τους, ο τρόπος που περπατούσαν, η σκληρότητα σε ορισμένα πρόσωπα, η σχεδόν αγνή ομορφιά σε ένα άλλο πρόσωπο, ολοκληρωτικά και μαγευτικά γυναικείο.

Μας είχαν ξεπεράσει: σχεδίαζαν πολύ καλύτερα και ήταν καλύτερα οργανωμένες. Ενώ οι άντρες έβλεπαν επαγγελματικό ποδόσφαιρο ή έπιναν μπύρα ή έπαιζαν μπόουλινγκ, εκείνες, οι γυναίκες, μας σκέφτονταν, συγκεντρώνονταν, μας μελετούσαν, αποφάσιζαν —αν θα μας αποδέχονταν, θα μας απέρριπταν, θα μας αντάλλασσαν, θα μας σκότωναν ή αν απλώς θα μας άφηναν.

Τελικά δεν είχε σημασία. Ό,τι κι αν έκαναν, καταλήγαμε μόνοι και τρελοί.»

«Έτσι κι αλλιώς, οι ανθρώπινες σχέσεις είναι αδιέξοδες. Μόνο οι δύο πρώτες εβδομάδες έχουν ενδιαφέρον· μετά τα πράγματα γίνονται επίπεδα, πλαδαρά. Οι μάσκες πέφτουν και εμφανίζονται τα αληθινά πρόσωπα: τρελοί, ηλίθιοι, παρανοϊκοί, εκδικητικοί, σαδιστές, δολοφόνοι.

Η σύγχρονη κοινωνία έχει δημιουργήσει ανθρώπους που κατασπαράσσουν ο ένας τον άλλον. Κανίβαλοι. Τα πάντα μοιάζουν με μονομαχία μέχρι θανάτου που διαδραματίζεται πάνω σ’ ένα τραπέζι μπιλιάρδου...

Η μεγαλύτερη διάρκεια που μπορούμε να ελπίζουμε για μια σχέση μας είναι δυόμισι χρόνια.»
← Επιστροφή στην αρχική