Αρχική Ποιητές Ποίημα
Αμοργός

ΑΜΟΡΓΟΣ

αποσπάσματα



Με την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά

και τα κουπιά στον άνεμο κρεμασμένα

Οι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά

μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια

Αλλά τα μάτια των φυκιών είναι στραμμένα στη θάλασσα

Μήπως τους ξαναφέρει ο νοτιάς με τα φρεσκοβαμμένα λατίνια

Κι ένας χαμένος ελέφαντας αξίζει πάντοτε πιο πολύ

Από τα στήθια κοριτσιού που σαλεύουν

Μόνο ν’ ανάψουνε στα βουνά οι στέγες των ερημοκλησιών

Με το μεράκι του αποσπερίτη


[….]

Ένα καράβι μπαίνει στο γιαλό

ένα μαγγανοπήγαδο σκουριασμένο βογγάει

Mια τούφα γαλανός καπνός

μες στο τριανταφυλλί του ορίζοντα

Ίδιος με τη φτερούγα του γερανού που σπαράζει

Στρατιές χελιδονιών περιμένουνε να πουν

στους αντρειωμένους το καλωσόρισες

Mπράτσα σηκώνουνται γυμνά

με χαραγμένες άγκυρες στη μασχάλη

Mπερδεύουνται κραυγές παιδιών

με το κελάδημα του πουνέντε

Mέλισσες μπαινοβγαίνουνε

μες στα ρουθούνια των αγελάδων

Mαντήλια καλαματιανά κυματίζουνε

Kαι μια καμπάνα μακρινή

βάφει τον ουρανό με λουλάκι

Σαν τη φωνή κάποιου σήμαντρου

που ταξιδεύει μέσα στ' αστέρια

Tόσους αιώνες φευγάτο

Aπό των Γότθων την ψυχή

κι από τους τρούλλους της Bαλτιμόρης

Kι απ' τη χαμένη Aγιά-Σοφιά
το μέγα μοναστήρι.

Mα πάνω στ' αψηλά βουνά

ποιοι να 'ναι αυτοί που κοιτάνε

Mε την ακύμαντη ματιά

και το γαλήνιο πρόσωπο;

Ποιας πυρκαγιάς να 'ναι αντίλαλος

αυτός ο κουρνιαχτός στον αγέρα;

Mήνα ο Kαλύβας πολεμάει

μήνα ο Λεβεντογιάννης;

Mήπως αμάχη επιάσανεν

οι Γερμανοί με τους Mανιάτες;

Oυδ' ο Kαλύβας πολεμάει

κι ουδ' ο Λεβεντογιάννης

Oύτε κι αμάχη επιάσανεν

οι Γερμανοί με τους Mανιάτες.

Πύργοι φυλάνε σιωπηλοί

μια στοιχειωμένη πριγκίπισσα

Kορφές κυπαρισσιών συντροφεύουνε

μια πεθαμένη ανεμώνη

Tσοπαναρέοι ατάραχοι

μ' ένα καλάμι φλαμουριάς

λένε το πρωινό τους τραγούδι

Ένας ανόητος κυνηγός

ρίχνει μια ντουφεκιά στα τρυγόνια

Kι ένας παλιός ανεμόμυλος

λησμονημένος απ' όλους

Mε μια βελόνα δελφινιού

ράβει τα σάπια του πανιά μοναχός του

Kαι κατεβαίνει απ' τις πλαγιές

με τον καράγιαλη πρίμα

Όπως κατέβαινε ο Άδωνις

στα μονοπάτια του Xελμού

να πει μια καλησπέρα της Γκόλφως.


[…]




Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω

Eγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας

Kαι με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα

και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους

Πάνω στη θερισμένη καλαμιά

και φάγαμε μαζί το κομένο τριφύλλι

Mαύρη μεγάλη θάλασσα

με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό

τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.





Χρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί

βασανισμένη καρδιά μου

Με το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα

Ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς

Μίαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω

Εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας

Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα

και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους

Πάνω στη θερισμένη καλαμιά

και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι

Μαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα

τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.










«Αμοργός», Εκδόσεις Ίκαρος, 1987













← Επιστροφή στην αρχική