Πράγματα
1928
Ήταν γνήσιοι ιδεαλιστές από τη Νέα Αγγλία. Αυτό συνέβη αρκετό καιρό πριν, πριν από τον πόλεμο. Είχαν γνωριστεί και παντρευτεί κάμποσα χρόνια προτού αρχίσει ο πόλεμος· εκείνος ψηλός, με ζωηρό βλέμμα, από το Κονέκτικατ· εκείνη μικρόσωμη, σεμνότυφη, με ύφος πουριτανής, από τη Μασαχουσέτη. Είχαν και οι δυο τους κάποιο κομπόδεμα. Όχι όμως και πολλά. Το συνολικό τους εισόδημα δεν ξεπερνούσε τις τρεις χιλιάδες δολάρια τον χρόνο. Όμως ήταν ελεύθεροι. Ελεύθεροι!
Ω, ελευθερία! Να είσαι ελεύθερος να ζήσεις τη δική σου ζωή. Να είσαι είκοσι πέντε και είκοσι επτά χρονών, ένα ζευγάρι αληθινών ιδεαλιστών, με κοινή αγάπη για την ομορφιά και μια κλίση προς την «ινδική σκέψη» —και, αλίμονο, προς την Άννι Μπεζάντ— καθώς και με εισόδημα τρεις χιλιάδες δολάρια τον χρόνο. Μα τι είναι το χρήμα; Εκείνο που θέλει ο άνθρωπος είναι να ζήσει μια γεμάτη και όμορφη ζωή.
Στην Ευρώπη, φυσικά, ακριβώς στην πηγή της παράδοσης. Θα μπορούσε να γίνει και στην Αμερική, στη Νέα Αγγλία, ας πούμε. Όμως εκεί θα βρίσκονταν κάπως μακριά από την ομορφιά. Η γνήσια ομορφιά θέλει χρόνο για να ωριμάσει. Το μπαρόκ δεν είναι ολοκληρωμένη ομορφιά, ούτε ώριμη. Όχι. Το αληθινά ασημένιο, το γνήσια χρυσαφένιο άνθος της ομορφιάς έχει τις ρίζες του στην Αναγέννηση και όχι σε κάποια ρηχή, μεταγενέστερη εποχή.
Έτσι, οι δυο ιδεαλιστές μας, μόλις παντρεύτηκαν στο Νιου Χέιβεν, μπάρκαραν αμέσως για το Παρίσι, το παλιό Παρίσι. Νοίκιασαν ένα διαμέρισμα-στούντιο στο Μονπαρνάς και έγιναν αληθινοί Παριζιάνοι, με την παλιά, όμορφη έννοια και όχι με τον καινούργιο, χυδαίο τρόπο.
Ζούσαν μέσα στη λάμψη του Μονέ και των οπαδών του, σε έναν κόσμο ιδωμένο μέσα από το γνήσιο φως και τα παιχνίδια του. Τι όμορφα! Τι ωραίες οι νύχτες, το ποτάμι, τα πρωινά στους παλιούς δρόμους, ανάμεσα στα ανθοπωλεία και στα περίπτερα με τα βιβλία, τα απογεύματα στη Μονμάρτη και στους Κήπους του Κεραμεικού, τα βράδια στα βουλεβάρτα.
Ζωγράφιζαν και οι δυο, όχι όμως με μανία. Δεν είχαν πάθος για τη ζωγραφική, ούτε η ζωγραφική είχε ιδιαίτερο πάθος γι’ αυτούς. Ζωγράφιζαν — αυτό ήταν όλο. Γνώρισαν κόσμο, καλό κόσμο, όποτε μπορούσαν, αν και φυσικά κάπως ανάμεικτο. Και ήταν ευτυχισμένοι.
Φαίνεται όμως πως είναι στην ανθρώπινη φύση να γαντζώνεται κάπου. Για να είσαι «ελεύθερος», για να ζήσεις «μια ζωή γεμάτη και όμορφη», πρέπει, αλίμονο, να δεθείς με κάτι. Μια «γεμάτη και όμορφη ζωή» σημαίνει στενό δεσμό με κάτι. Τουλάχιστον όταν είσαι ιδεαλιστής· διαφορετικά σε περιμένει μια κάποια πλήξη.
Οι ιδεαλιστές μοιάζουν με κλήματα που απλώνονται και στριφογυρίζουν με λαχτάρα, αναζητώντας ένα στήριγμα για να σκαρφαλώσουν και να φτάσουν στον απαραίτητο ήλιο. Κι όταν δεν το βρίσκουν, δεν μπορούν παρά να σέρνονται στο χώμα, μισοεκπληρωμένα. Αυτή είναι η ελευθερία: να βρεις το σωστό στήριγμα. Όλα τα ανθρώπινα όντα είναι κλήματα. Ιδιαίτερα ο ιδεαλιστής. Ένα κλήμα που χρειάζεται να αρπαχτεί από κάπου και να ανέβει. Και περιφρονεί όποιον έμεινε μια σκέτη πατάτα, ένα κοκκινογούλι, ένα κομμάτι κούτσουρο.
Οι ιδεαλιστές μας ήταν πανευτυχείς, όμως έψαχναν διαρκώς γι’ αυτό το κάτι από το οποίο θα μπορούσαν να πιαστούν. Στην αρχή, το Παρίσι τούς ήταν αρκετό. Το γνώρισαν εξαντλητικά. Κι έμαθαν τόσο καλά τα γαλλικά ώστε ένιωθαν σχεδόν Γάλλοι. Μιλούσαν με μεγάλη άνεση.
Όμως κάτι μέσα σου σου λέει πως δεν μιλάς μια ξένη γλώσσα με την ίδια σου την ψυχή. Δεν γίνεται. Και παρόλο που στην αρχή ήταν τόσο συναρπαστικό να μιλούν γαλλικά με τους έξυπνους Γάλλους —που τους φαίνονταν πολύ εξυπνότεροι από τους ίδιους— στο τέλος κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο υπερβολικά οξυδερκής υλισμός τους τούς άφηνε τελικά αδιάφορους· τους δημιουργούσε ένα αίσθημα στειρότητας, κάτι ασυμβίβαστο με το αληθινό βάθος της Νέας Αγγλίας. Έτσι τουλάχιστον ένιωσαν οι δύο ιδεαλιστές μας.
Απαρνήθηκαν τη Γαλλία — όμως τόσο απαλά. Η Γαλλία τούς είχε απογοητεύσει.
«Την αγαπήσαμε και κερδίσαμε τόσα πολλά από αυτήν. Μα με τον καιρό, ύστερα από κάμποσο καιρό —για να λέμε την αλήθεια, έπειτα από πολλά χρόνια— το Παρίσι σε απογοητεύει. Δεν έχει ακριβώς αυτό που θέλεις».
«Όμως το Παρίσι δεν είναι η Γαλλία».
«Ίσως όχι. Η Γαλλία είναι αρκετά διαφορετική από το Παρίσι. Είναι όμορφη — πολύ όμορφη. Όμως σ’ εμάς, παρόλο που την αγαπάμε, δεν λέει και τόσα πολλά».
Κι έτσι, όταν ήρθε ο πόλεμος, τράβηξαν για την Ιταλία. Και την Ιταλία την αγάπησαν. Τη βρήκαν όμορφη, πιο διεγερτική από τη Γαλλία. Τους φάνηκε πιο κοντά στο ιδεώδες της ομορφιάς που είχαν διαμορφώσει στη Νέα Αγγλία. Κάτι γνήσιο, βαθιά ανθρώπινο, χωρίς τον υλισμό και τον κυνισμό των Γάλλων. Οι δυο ιδεαλιστές φάνηκε πως είχαν βρει τον αέρα που τους ταίριαζε.
Και στην Ιταλία, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στο Παρίσι, ένιωσαν πιο κοντά στη διδασκαλία του Βούδα. Επηρεασμένοι από τον γενικό ενθουσιασμό της εποχής για τον βουδισμό, διάβασαν βιβλία, ασκήθηκαν στην αυτοσυγκέντρωση και προσπάθησαν να ξεριζώσουν από την ψυχή τους την απληστία, τον πόνο και τη θλίψη.
Δεν καταλάβαιναν όμως πως ακόμη και η έντονη επιθυμία να απαλλαγεί κανείς από τον πόνο και τη θλίψη μπορεί να γίνει κι αυτή ένα είδος απληστίας. Όχι· εκείνοι ονειρεύονταν έναν όμορφο κόσμο, όπου η απληστία, ο πόνος και η οδύνη θα είχαν σβήσει.
Όμως η Αμερική μπήκε στον πόλεμο, κι έτσι οι δύο ιδεαλιστές μας έπρεπε να βοηθήσουν. Πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σε ένα νοσοκομείο. Και παρόλο που η εμπειρία αυτή τούς έκανε να συνειδητοποιήσουν περισσότερο από ποτέ πως η απληστία, ο πόνος και η θλίψη έπρεπε να λείψουν από τον κόσμο, ο βουδισμός και η θεοσοφία δεν θριάμβευσαν μέσα σε αυτή τη μεγάλη κρίση.
Κάπου βαθιά μέσα τους ένιωθαν πως η απληστία, ο πόνος και η θλίψη ποτέ δεν θα ξεριζώνονταν, γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι δεν νοιάζονταν να τα ξεριζώσουν και πιθανότατα δεν θα νοιάζονταν ποτέ.
Οι ιδεαλιστές μας ήταν υπερβολικά άνθρωποι της Δύσης για να δεχτο