850

Μοναχικά
Τάγματα

   
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Σε ηλικία 15 χρόνων, το 500, ο Βενέδικτος από την Ούμπρια της Ιταλίας αποφάσισε να αποσυρθεί από τον κόσμο και να ζήσει σε μια ερημική τοποθεσία. Δεν ήταν ο πρώτος. Ειδικά στην Ανατολή πολλοί εγκατέλειπαν τα εγκόσμια για να ζήσουν απομονωμένοι προσευχόμενοι. Με το πέρασμα των χρόνων ο Βενέδικτος απέκτησε πολλούς οπαδούς που κατασκήνωναν δίπλα του θεωρώντας τον άγιο και το 529 ίδρυσε μαζί τους ένα μοναστήρι σε λόφο της επαρχίας της Καμπανίας. Ο σκοπός τους ήταν να ζήσουν κοινοβιακά, επικεντρωμένοι στην προσευχή και την εργασία. Διατύπωσε έναν κανόνα σύμφωνα με τον οποίο οι μοναχοί έδιναν όρκο πενίας, αγνότητας και τυφλής υπακοής στον αβά (ηγούμενο του μοναστηριού). Οι προσευχές κρατούσαν 4 ώρες ημερησίως και η υπόλοιπη ημέρα αναλωνόταν στους αγρούς, στα εργαστήρια, στο μαγειρείο ή στην αντιγραφή χειρογράφων. Η ελεημοσύνη και η φιλοξενία έπρεπε να προσφέρεται με γενναιοδωρία, σε οποιονδήποτε τη ζητούσε.

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΒΕΝΕΔΙΚΤΙΝΩΝ
Photo
Έκτοτε ιδρύθηκαν εκατοντάδες μοναστήρια σε όλη την Ευρώπη τα οποία και σταδιακά εξελίχτηκαν όχι μόνο σε πνευματικά και οικονομικά κέντρα της περιοχής τους, αλλά και σε κέντρα προστασίας και μετάδοσης της γνώσης, ειδικά μετά το 800, όταν με διαταγή του Καρλομάγνου δημιουργήθηκε σε κάθε μοναστήρι βιβλιοθήκη και χώρος μελέτης. Οι μοναχοί συγκέντρωναν πάπυρους και χειρόγραφα και εκτός που τα μελετούσαν, φρόντιζαν να τα αντιγράφουν, έτσι σώθηκαν χιλιάδες αρχαιοελληνικά και ρωμαϊκά κείμενα. Ακόμη και σήμερα ανακαλύπτονται αντίγραφα αρχαίων κειμένων σε μοναστηριακές βιβλιοθήκες. Στα μοναστήρια λειτουργούσαν τα σχολεία της εποχής και τα παιδιά των ευγενών ήταν υποχρεωμένα –πάλι με διάταγμα του Καρλομάγνου- να διδαχθούν μουσική, γραμματική και αριθμητική. Υπήρξε η διάθεση να επιτραπεί η μόρφωση και στον απλό λαό, όμως αυτό απαγορεύτηκε από την Σύνοδο της Άαχεν το 817 καθώς κρίθηκε πως η ύπαρξη πολλών που θα μπορούσαν να διαβάσουν τα ιερά κείμενα θα μείωνε την ισχύ του μορφωμένου κλήρου. Τα φτωχά παιδιά που ήθελαν να μορφωθούν, έπρεπε να γίνουν υποχρεωτικά μοναχοί ενώ οι γόνοι ευγενών γινόταν δεκτοί και ως εξωτερικοί μαθητές. Οι μορφωμένοι άνθρωποι της εποχής, ένα πλήθος ικανών στελεχών που εργάζονταν ως διοικητικοί υπάλληλοι σε επισκόπους και αριστοκράτες στα μοναστήρια προετοιμάστηκαν. Εκεί αναπτύχθηκαν και εργαστήρια τεχνιτών, σε αυτά οφείλεται η θρησκευτική αρχιτεκτονική του γοτθικού ρυθμού που κυριάρχησε τον Μεσαίωνα. Οι καθεδρικοί ναοί που αποτελούσαν την εδραίωση της εξουσίας του κλήρου, δεν θα είχαν υλοποιηθεί δίχως τη συμβολή των μοναστηριών σε θέματα τεχνογνωσίας και οργάνωσης.

Κατά τον 12ο και 13ο αιώνα ο μοναστικός βίος έφτασε στην μεγαλύτερη ακμή του στην Ευρώπη. Ένα από τα διασημότερα μοναχικά τάγματα ήταν των Φραγκισκανών Μοναχών που ιδρύθηκε από τον Άγιο Φραγκίσκο στην πόλη της Ασίζης στη βόρεια Ιταλία το 1209. Ο Άγιος Φραγκίσκος, ζώντας σε απόλυτη πενία και ένδεια συγκέντρωσε δίπλα του ανθρώπους που ήθελαν να ζήσουν τη μοναστική ζωή όπως εκείνος την πρότεινε: έχοντας ως βάση την πενίας, την αγνότητας και την υπακοή. Μετά το θάνατό του και την αγιοποίησή του, το Τάγμα συνέχισε να αναπτύσσεται και να εξαπλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο. Εντελώς διαφορετική οπτική είχαν οι μοναχοί του τάγματος του Αγίου Βερνάρδου, ένα τάγμα με υψηλές διασυνδέσεις και γρήγορα εξελίχθηκε σε βασικό υποκινητή της διεθνούς πολιτικής την εποχή των Σταυροφοριών. Οι μοναχοί του ονομαζόταν Ναΐτες και είχαν ευνοηθεί με πολλές Παπικές Βούλες που μεταξύ άλλων τους επέτρεπαν να επιβάλλουν φόρους στις περιοχές που βρίσκονταν υπό τον άμεσο έλεγχό τους. Όλα αυτά τους βοήθησαν ώστε να ζουν μέσα στην πολυτέλεια και να ασκούν και κοσμική εξουσία. Το τάγμα του Αγίου Δομίνικου είχε ως κύριο σκοπό τη σωτηρία των ψυχών των ανθρώπων, την υπεράσπιση της πίστης και την καταπολέμηση των αιρετικών και το έκανε με ζήλο φροντίζοντας να καίγονται οι θεωρούμενοι αιρετικοί.

Όλα τα μεγάλα μοναστικά τάγματα εξαπλωνόταν και ίδρυαν νέες μονές σαν να άνοιγαν υποκαταστήματα για να διαιωνίσουν τις ιδέες τους. Πολλές μονές σώσανε χιλιάδες κόσμου σε περιόδους λιμού προσφέροντας μερίδες φαγητού, βοηθώντας φτωχούς και εξαθλιωμένους, προσφέροντας τροφή και στέγη σε οδοιπόρους που δεν είχαν πού να περάσουν τη νύχτα τους. Ωστόσο υπήρξαν και κάποια μοναστήρια στα οποία ξεχάστηκαν οι κανόνες εγκράτειας και φιλανθρωπίας καθώς πλούτιζαν από την εργασία μοναχών και δουλοπάροικων και κυρίως από δωρεές και κληρονομιές. Σε αυτά οι μοναχοί βάλθηκαν να ζήσουν απολαμβάνοντας σαρκικές και κοσμικές ηδονές και στην προσπάθεια αυτή καταδυνάστευαν και εκμεταλλευόταν τον αμαθή και φοβισμένο λαό.